Παρασκευή 22 Ιουνίου 2018


Η δικαιοσύνη πρέπει να είναι ίδια για φτωχούς και πλούσιους

Ο πλούτος δεν αποτελεί αξία, εμπειρία ή προνόμιο. Πρόκειται για μια κατάσταση, η οποία παρέχει πολλές δυνατότητες σε αυτόν που διαθέτει υλικά αγαθά.
 
Ο πλούσιος διαθέτει κοινωνικό κύρος. Μπορεί να έχει καλύτερη στέγαση, ένδυση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Έχει την άνεση να προστατεύει αποτελεσματικά τον εαυτό του από τους κινδύνους, γενικά, καθώς και από τους κινδύνους που συνεπάγεται η τυχόν εμπλοκή του σε δικαστικές διενέξεις και σε διώξεις.
 
Η δικαστική εξουσία (η δικαιοσύνη), αν και θεσμικά δεν διακρίνει μεταξύ φτωχών και πλούσιων, στην πράξη αντιμετωπίζει τον πλούσιο ευμενέστερα ακόμη και στην περίπτωση της καταδίκης του.
 
Αν είσαι πλούσιος, μπορείς να ασκήσεις μεγάλες πιέσεις, να εξαγοράσεις τον Τύπο, να επηρεάσεις τους δεσμοφύλακες (τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους), τον δικαστή και τον δημοσιογράφο.
 
Τίποτα δεν εξασφαλίζει την ισότιμη και αντικειμενική μεταχείριση του πλούσιου και του φτωχού κατηγορουμένου. Ο δεύτερος δεν μπορεί να επιλέξει κατάλληλη νομική εκπροσώπηση για την υπεράσπισή του, επειδή γι’ αυτό απαιτούνται σημαντικοί πόροι, τους οποίους δεν διαθέτει.
 
Ο πλούτος του εναγομένου ή κατηγορουμένου αποτελεί σημαντικό και ακαταμάχητο πλεονέκτημα υπέρ του πλούσιου και εις βάρος του φτωχού αντιδίκου του.
 
Κλασικό είναι το παράδειγμα της ποινικής και αστικής διένεξης του τέως προέδρου του ΔΝΤ Ντομινίκ Στρος Καν με την καμαριέρα του ξενοδοχείου, στη Νέα Υόρκη. Τελικά επικράτησαν οι θέσεις του οικονομικά ισχυρού εις βάρος της καμαριέρας, που ισχυρίστηκε πως είχε κακοποιηθεί από τον τότε πρόεδρο του ΔΝΤ.
 
Το Κοινοβούλιο πρέπει να ασχοληθεί ειδικά με αυτό το σοβαρότατο πρόβλημα, ώστε να εξασφαλιστεί η ίση μεταχείριση φτωχών και πλούσιων. Η ίση μεταχείριση πρέπει ν’ αποτελεί τη βάση της δικαστικής σκέψης και διάγνωσης.
 
Βασικό πλήγμα κατά αυτής της απαράδεκτης διάκρισης μεταξύ φτωχών και πλούσιων θ’ αποτελέσει η υποχρέωση αντικειμενικής εξέτασης κάθε περίπτωσης από τον δικαστή (τον ανακριτή και τον εισαγγελέα), ώστε να εκλείψουν τα φαινόμενα της συστηματικής καταδίκης και της στέρησης της ελευθερίας των φτωχών, σε σύγκριση με τους πλούσιους και ισχυρούς, που κατά κανόνα ευνοούνται από τις προκατειλημμένες δικαστικές κρίσεις (για τις οποίες δεν επιβάλλονται κυρώσεις σε εκείνους που, μη σεβόμενοι το λειτούργημά τους, αδικούν τους κοινωνικά ανίσχυρους, όπως είναι κυρίως οι φτωχοί).
 
 Αποτέλεσμα αυτής της θεσμικά ανεπίτρεπτης συμπεριφοράς των δικαστικών απέναντι στους φτωχούς είναι να θεωρείται, για παράδειγμα, η ανεργία ως στοιχείο, με βάση το οποίο ο ανακριτής, με τη σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, προβαίνει σε επιβολή προφυλάκισης εναντίον εκείνου που δηλώνει άνεργος, επειδή δεν διαθέτει οικονομικές δυνατότητες. Αντίθετα, όποιος διαθέτει εργασία (“σταθερή εργασία”) και, κυρίως, περιουσιακή ισχύ αποφεύγει όσα δεινά υφίσταται και υπομένει, σε αντίστοιχη περίσταση, ο φτωχός.
 
Ένα πρόσφατο παράδειγμα αδικίας εις βάρος ενός ανέργου, ο οποίος είχε την ατυχία να είναι και αλλοδαπός, δείχνει τον τρόπο, με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι φτωχοί και εν γένει οι κοινωνικά ανίσχυροι.
 
Η Αστυνομία, στο πλαίσιο της επαινετής δράσης της εναντίον του εγκλήματος, έσπευσε να εξιχνιάσει τη διάρρηξη ενός χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων, στη Νέα Κηφισιά. Επειδή οι αστυνομικοί δεν κατόρθωσαν να εντοπίσουν εγκαίρως και να συλλάβουν επ’ αυτοφώρω τους δράστες της διάρρηξης, που δεν ολοκληρώθηκε (έμεινε στο στάδιο της απόπειρας), συνέλαβαν τον πρώτο Αλβανό, τον οποίο βρήκαν στον δρόμο τους.
 
Το μοναδικό στοιχείο, που θεωρήθηκε αρκετό για τη σύλληψη του Αλβανού, νεαρής ηλικίας, ήταν το γεγονός, ότι βρέθηκε κοντά (κατά την εκτίμηση των αστυνομικών) στον τόπο της απόπειρας διάρρηξης. Εάν ο συλληφθείς δεν ήταν αλλοδαπός και, όπως βεβαιώθηκε μεταγενέστερα, άνεργος, άλλη θα ήταν η αντιμετώπισή του από τις διωκτικές και τις δικαστικές Αρχές. Δηλαδή, ο εν λόγω δεν θα είχε συλληφθεί, χωρίς ενοχοποιητικά στοιχεία (δηλαδή χωρίς στοιχειώδεις, τουλάχιστον, αποδείξεις ενοχής).
 
Ο ατυχής Αλβανός, αφού παρέμεινε κρατούμενος στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής, οδηγήθηκε σιδηροδέσμιος ενώπιον μιας ανακρίτριας (πρωτοδίκη), η οποία αποφάσισε, με τη σύμφωνη γνώμη της εισαγγελέως, να τον προφυλακίσει, επειδή
·         (α’) ήταν αλλοδαπός (να δούμε τι θα προβλέπει σε αυτές τις περιπτώσεις ο υπό επεξεργασία “αντιρατσιστικός νόμος”!),
·         (β΄) βρέθηκε στην περιοχή της απόπειρας διάρρηξης και, το χειρότερο γι’ αυτόν,
·         (γ’) ήταν φτωχός και άνεργος (είχε χάσει τη δουλειά του, εξ αιτίας της οικονομικής κρίσης, αν και για δέκα και πλέον χρόνια εργαζόταν ανελλιπώς και ήταν ασφαλισμένος στο μακαρία τη λήξει ΙΚΑ)!
Μετά την προφυλάκισή του, ο εν λόγω άνεργος αλλοδαπός ζήτησε, όπως είχε δικαίωμα από τον νόμο, ν’ αφεθεί ελεύθερος, με περιοριστικούς όρους. Η ανακρίτρια όμως, με τη σύμφωνη εισαγγελική γνώμη, απέρριψε την αίτησή του αποφυλάκισης. Την απορριπτική της κρίση, όπως διατυπώθηκε στην ανακριτική διάταξη, από 02.10.2013, τη θεμελίωσε, κυρίως, στα εξής:
 
συντρέχει νόμιμος λόγος επιβολής του περιοριστικού όρου της προσωρινής κράτησης σε βάρος του (σε βάρος του άνεργου αλλοδαπού), απορριπτομένου του πρώτου λόγου της εξεταζόμενης αιτήσεως, με τον οποίο ο κατηγορούμενος επικαλείται την έλλειψη επαρκών ενδείξεων ενοχής του. Περαιτέρω, από την εκτίμηση των προσκομισθέντων εκ μέρους του κατηγορουμένου εγγράφων δεν προέκυψε ενασχόληση του τελευταίου με συγκεκριμένο επάγγελμα κατά τον χρόνο τέλεσης των ως άνω πράξεών του”!
 
Χαρακτηριστικό στοιχείο της έλλειψης αντικειμενικότητας εις βάρος του άνεργου αλλοδαπού είναι η φράση στην ανακριτική διάταξη, ότι οι πράξεις της κατηγορίας, για τις οποίες υποτίθεται πως διεξάγεται η τακτική ανάκριση, θεωρήθηκαν σαν πράξεις του κατηγορουμένου, για τις οποίες παρέμεινε στη φυλακή, και αυτός, χωρίς δίκη (για να χειροτερεύει το στοίβαγμα σα ζώων των κρατούμενων στις άθλιες φυλακές).
 
 
Όταν, μετά από μήνες ή και ολόκληρο χρόνο, θα γίνει η δίκη του ταλαίπωρου αυτού φτωχού συνανθρώπου μας, αυτός μεν θ’ απαλλαγεί από την κατηγορία, ελλείψει αποδείξεων εις βάρος του, ο θεσμός, όμως, της Δικαιοσύνης θα έχει υποστεί ένα ακόμη καίριο πλήγμα, εξ αιτίας του διαχωρισμού μεταξύ φτωχών (στους οποίους κατατάσσονται πια και οι άνεργοι) και πλούσιων, οι οποίοι αντιμετωπίζονται με δικαστικά χάδια (όπως συνέβη στις δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις του πλαστογράφου τέως Υπουργού και του εκβιαστή και δωρολήπτη Προέδρου του Νοσοκομείου Παίδων!).
 
 
Ε. Παπαδάκης
Your rating: None Average: 4.9 (36 votes)