Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2018


Η ηλεκτρονική “επιτήρηση”

 

Η κυβέρνηση, όπως οι προηγούμενες κυβερνήσεις, υιοθετεί αβασάνιστα ξένες νομοθεσίες, άσχετα αν είναι επιτυχείς ή ανεπιτυχείς, προσβάλλοντας και περιορίζοντας, χωρίς αντίσταση, όλο και περισσότερο τα κατοχυρωμένα από το Σύνταγμα ατομικά (πολιτικά και κοινωνικά) δικαιώματα.

 

Μετά από την καθιέρωση νέας “μορφής εγκληματικότητας”, που τιμωρείται με εξοντωτικές ποινές, με τον αυθαίρετο χαρακτηρισμό ακόμη και ασήμαντης παρανομίας (που διαπράττουν τουλάχιστον τρεις δράστες) σαν δράση “εγκληματικής οργάνωσης”, μετά τη διεύρυνση (για παράδειγμα) του εγκλήματος της παιδικής πορνογραφίας, ώστε να περιλαμβάνει όλες τις δυνατές αλλά και τις αδύνατες ανθρώπινες συμπεριφορές για να διώκονται πολλοί  άσχετοι και ανυποψίαστοι πολίτες για πράξεις, που ούτε φαντάστηκαν, και μετά την πλήρη  κατάργηση εν τοις πράγμασι του απόρρητου της επικοινωνίας και της ελεύθερης ανταπόκρισης (με τις παράνομες και ανεξέλεγκτες παρακολουθήσεις και καταγραφές! των τηλεφωνικών κυρίως επικοινωνιών), ήρθε η σειρά της καθιέρωσης της λεγόμενης “ηλεκτρονικής επιτήρησης”.

 

Μαζί με το νέο αυτό σύστημα βάναυσης προσβολής της προσωπικότητας, δεν παρέλειψαν οι νομοθέτες να καθιερώσουν και άλλα εγκλήματα (με την προσθήκη στον Ποινικό Κώδικα του άρθρου 173Α, με τον τίτλο “παραβίαση περιορισμού κατ’ οίκον με ηλεκτρονική επιτήρηση”), που έχουν σχέση με τη φθορά ή την καταστροφή των ηλεκτρονικών μέσων επιτήρησης (τα οποία θα προμηθευτούμε μάλλον από τους έχοντες προσβάσεις στους ασκούντες την Εξουσία ).

 

Πρόκειται για την εφαρμογή εναντίον των υποδίκων, δηλαδή των αδικαιολόγητα φυλακισμένων (χωρίς δίκη, μόνο με την αυθαίρετη και ανεξέλεγκτη απόφαση ενός δικαστή, του ανακριτή, και ενός εισαγγελέα), καθώς και εναντίον ορισμένων κατηγοριών καταδίκων, μέτρων περιορισμού της ελευθερίας, με τη χρήση ηλεκτρονικών μηχανισμών γεωεντοπισμού και ανάλογων ηλεκτρονικών μέσων.

Σκοπός της ψήφισης του νέου νόμου δεν είναι η δίκαιη και σύγχρονη αντιμετώπιση των παραβατών των νόμων από τη δικαστική εξουσία, ούτε η επικράτηση του Δικαίου, της Ηθικής και της  Δικαιοσύνης, με τον σωφρονισμό και βελτίωση των καταδικασμένων, αλλά η αποσυμφόρηση των φυλακών (των λεγόμενων “καταστημάτων κράτησης”! ).

Γι’ αυτό, στην αιτιολογική έκθεση του νόμου 4205, της 6ης Νοεμβρίου 2013, τονίζεται ιδιαίτερα η επιθυμία του Νομοθέτη για την άμεση αντιμετώπιση του “υπερπληθυσμού ή συνωστισμού των κρατουμένων”.

 

Αντί να λυθεί το πρόβλημα με τον περιορισμό των αθρόων φυλακίσεων και, κυρίως, των άδικων προφυλακίσεων (ή των “προσωρινών κρατήσεων”), που επιβάλλονται, παγίως  για “ψύλλου πήδημα” (σε βάρος των αδύνατων), καθιερώθηκε το νέο μέτρο της αποκαλούμενης ηλεκτρονικής επιτήρησης υποδίκων και καταδίκων. Τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα. Μια από τα ίδια: η δικαστική Εξουσία αποθηριώνεται (συντείνοντας σε αυτό και της δραστικής μείωσης των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών) και ο αδύναμος πολίτης χάνει μεγάλο μέρος από τα υπολείμματα ελευθερίας που του απομένουν (μετά από τις επιθέσεις των εξουσιών και των αρχών, με τον καταιγισμό των φόρων, των παρακολουθήσεων, των ποινικών διώξεων, των ανάλγητων κατασχέσεων των κατοικιών μέχρι και  των ελάχιστων αποταμιευμένων χρημάτων στις τράπεζες, των καταδιώξεων μερικών αποδιοπομπαίων τράγων της πολιτικής -απαραιτήτως μαζί με τα γυναικόπαιδά τους-  και της καταστροφής του κοινωνικού ιστού και της οικονομίας με τον απηνή διωγμό των ιδιωτών, μικρών επιχειρηματιών, υπαλλήλων και όσων αγωνίζονται για τον επιούσιο).

 

Η “ηλεκτρονική επιτήρηση” υπόδικων, καταδικασμένων και “κρατούμενων σε άδεια” (προσεχώς, και  κάθε ανεπιθύμητου στην Εξουσία) είναι πραγματικότητα, επειδή δεν υπήρξε εναντίωση τουλάχιστον των δικηγορικών συλλόγων καθώς και των ασχολούμενων με την απονομή της Δικαιοσύνης.

 

Με τη σιωπή τους, συμφωνούν οι ειδικοί της επιστήμης του Δικαίου στη βαρύτατη προσβολή της προσωπικότητας, την οποία συνεπάγεται η εφαρμογή της “ηλεκτρονικής επιτήρησης”.

Ο νέος νόμος είναι λεπτομερειακός. Περιέχει ακόμα και ειδική πρόβλεψη, στο πλαίσιο της ανακριτικής διαδικασίας, σύμφωνα με την οποία “το κόστος των ηλεκτρονικών μέσων επιτήρησης φέρει ο κατηγορούμενος”. Γι’ αυτόν τον σκοπό, με διάταξη του ανακριτή, επιβάλλεται η υποχρέωση προκαταβολής των εξόδων επιτήρησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες. Στη συνέχεια, προβλέπει ο νόμος την τύχη της προκαταβολής και των εξόδων προμήθειας των μέσων επιτήρησης στις περιπτώσεις αθώωσης, καταδίκης ή παύσης της ποινικής δίωξης.

 

Ειδικά προβλέπεται, ότι στην περίπτωση της μη προκαταβολής των εξόδων εντός προθεσμίας, την οποία χορηγεί στον κατηγορούμενο ο ανακριτής, ο κατηγορούμενος φυλακίζεται, εκτός αν κριθεί, ότι ο κατηγορούμενος στερείται την οικονομική δυνατότητα να τα καταβάλει, οπότε τα έξοδα βαρύνουν το Δημόσιο.

 

Με τον νέο νόμο η ανθρώπινη προσωπικότητα μειώνεται και ξευτελίζεται. Η κρατική εξουσία και σε αυτήν την περίπτωση μεταχειρίζεται τον πολίτη σαν δουλοπάροικο, σαν όν χωρίς δικαιώματα, κυριολεκτικά σαν αντικείμενο (res).

 

Αντί να θεσπιστεί η κατάργηση της προφυλάκισης ή, έστω, η δραστική μείωση των περιπτώσεων στέρησης της ελευθερίας, με τις εισαγόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις, ενισχύονται οι περιπτώσεις της προφυλάκισης των κατηγορουμένων χωρίς δίκη και δεν αντιμετωπίζεται το “φαινόμενο” του υπερπληθωρισμού των φυλακών. Διατηρείται και παγιώνεται το ίδιο καθεστώς των ασύδοτων προφυλακίσεων. Ενισχύεται η ακατανόητη τάση και πρωτίστως η δυνατότητα των ανακριτών, σε συνεργασία με τους εισαγγελείς, να φυλακίζουν χωρίς δίκη και, πολλές φορές, χωρίς αποδείξεις, χωρίς στοιχεία και χωρίς σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου. “Αρκεί” ο κατηγορούμενος να μην είναι συμπαθής στον ανακριτή ή  τον εισαγγελέα ή αλλοδαπός και αδύνατος για να χάσει το (μετά τη  ζωή) πολυτιμότερο αγαθό, την ελευθερία του, με μια αυθαίρετη και ανερμάτιστη απόφαση (που παρά την πρόβλεψη του νόμου είναι, κατά κανόνα, αναιτιολόγητη).

 

Σύμφωνα με το άρθρο 110 Γ με τον τίτλο “προϋποθέσεις και διαδικασία για την απόλυση υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση καταδίκων και την ανάκλησή της”, το οποίο προστέθηκε στον Ποινικό Κώδικα (με το άρθρο 1 του νέου νόμου), αποφασίζει ένα δικαστικό συμβούλιο (το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών) για την απελευθέρωση του κατάδικου, μετά από αίτηση που υποβάλλει ο κατάδικος, “υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση”.

Σε αυτό το άρθρο περιλαμβάνονται οι προϋποθέσεις, υπό τις οποίες γίνεται δεκτή η αίτηση και “η απόλυση χορηγείται οπωσδήποτε, εκτός εάν κριθεί με ειδική αιτιολογία από το δικαστικό συμβούλιο, ότι η διαγωγή του καταδίκου, κατά την έκτιση της ποινής του, καθιστά απολύτως αναγκαία τη συνέχιση της κράτησής του για ν’ αποτραπεί η τέλεση από αυτόν νέων αξιόποινων πράξεων”.

Καθιερώνεται, δηλαδή, μια καθαρά γραφειοκρατική διαδικασία και είναι χαρακτηριστικό του τι θα συμβαίνει στην πράξη. Ο κατάδικος θα υποβάλλει αίτηση για να τον μεταχειριστούν, όπως συνήθως, σαν αντικείμενο και όχι σαν ανθρώπινη προσωπικότητα οι κριτές του, οι οποίοι γραφειοκρατικά θα καλούνται να εκτελέσουν μια ακόμα διαδικασία ρουτίνας. Θ’ αποφασίζουν για την τύχη της επιτηρούμενης “ελευθερίας” του καταδίκου ανάλογα με τις διαθέσεις τους κατά την ώρα λήψης της απόφασης. Γι’ αυτό τον λόγο, σύμφωνα με τον νόμο, “ο κατάδικος δεν κλητεύεται, ούτε εμφανίζεται ενώπιον του Συμβουλίου, μπορεί όμως να υποβάλει έγγραφο υπόμνημα” (πάντως, δεν γίνεται κατανοητή η υποβολή άγραφου υπομνήματος, δηλαδή προφορικού ή μεταδιδόμενου με άλλον τρόπο).

 

Κατ’ εξαίρεση, “εάν το Συμβούλιο κρίνει τούτο αναγκαίο, μπορεί να διατάξει την ενώπιόν του εμφάνιση του καταδίκου”.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει, ότι δεν θα καλείται ο κατάδικος να διατυπώσει τις απόψεις του (οι οποίες, άλλωστε, ελάχιστα ενδιαφέρουν το δικαστικό συμβούλιο και τον εισαγγελέα, που ασχολούνται με αυτές κατά κανόνα αρνητικά, για να τις απορρίψουν, κάνοντας πολλές φορές ειρωνικά σχόλια σε βάρος του καταδίκου, δηλαδή εναντίον των απόψεων που διατυπώνει για λογαριασμό του ο συνήγορός του), επειδή δεν ενδιαφέρει η δική του γνώμη, αλλά προέχει να τηρηθούν οι γραφειοκρατικές διαδικασίες (χωρίς εξατομίκευση κάθε ειδικής περίπτωσης) για ν’ απαλλαγεί η Πολιτεία από τη μομφή, ότι στοιβάζει τους καταδικασμένους και τους υποδίκους σαν ζώα (ή και χειρότερα από τα σφάγια) στις άθλιες φυλακές, που τώρα ονομάζονται “καταστήματα κράτησης” (και αποτελούν αληθινές “σχολές εγκλήματος”).

 

Ειδική πρόβλεψη υπάρχει στον ίδιο νόμο σχετικά με την “απόλυση ανηλίκων υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση”, με την προσθήκη στον Ποινικό Κώδικα και άλλου άρθρου, του 129 Α.

 

Ο ευαισθητοποιημένος αναγνώστης και κάθε ενδιαφερόμενος απορεί με αυτά που περιέλαβε ο Νομοθέτης στον νέο νόμο για την “ηλεκτρονική επιτήρηση”. Μαζί με την απορία αισθάνεται και απέχθεια για το νέο αυτό νομοθετικό κατασκεύασμα, που επιμένει να μιμείται δουλικά ξένα πρότυπα.

Αναφέρεται στον νόμο σχετικά με τη διαδικασία προσαρμογής και ενεργοποίησης του τεχνικού εξοπλισμού για την ηλεκτρονική επιτήρηση στο σώμα του ανθρώπου. Γι’ αυτόν τον σκοπό, σα να πρόκειται για μηχάνημα ή πλαίσιο οχήματος, οδηγείται ο κατηγορούμενος στο προκαθορισμένο κτίριο ή σύμπλεγμα κτιρίων και συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο της οποίας εντάσσεται στη δικογραφία. Αντίστοιχα, ο κατάδικος οδηγείται στο όργανο, που έχει οριστεί για την προσαρμογή του τεχνικού μέσου επιτήρησης, σύμφωνα με τη σχετικά απόφαση του δικαστικού συμβουλίου!

 

Μάταια προσπάθησαν οι συντάχτες του, με την αιτιολογική έκθεση του νόμου 4205/06.11.2013,  να ωραιοποιήσουν την “ηλεκτρονική επιτήρηση”. Ο νέος νόμος δηλώνει, με τις προσβλητικές για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια διατάξεις του, πως θεσπίστηκε για να μειώσει ακόμα περισσότερο την προσωπικότητα των κατηγορουμένων καθώς και των καταδικασμένων, που εναγώνια και άδικα προσδοκούν (πέραν της ανάστασης των νεκρών) τη δική τους ανάσταση, με την επιβαλλόμενη ανθρώπινη και πολιτισμένη μεταχείριση, την οποία δικαιούνται, αλλά δεν έχουν.

 

 

Ε. Παπαδάκης 

Your rating: None Average: 5 (40 votes)