Τρίτη 27 Ιουνίου 2017


Η μυστική ανάκριση και τα όρια της

 
Μετά το ξέσπασμα της “κρίσης”, που δεν είναι μόνο οικονομική αλλά και κρίση θεσμών, αξιών και αρχών, αποκαλύφθηκαν καταχρήσεις του δημόσιου χρήματος και άλλες παρανομίες πολιτικών και προσώπων ευρισκόμενων εγγύς της Εξουσίας. Ορισμένοι από τους δράστες των εγκλημάτων παραπέμφθηκαν στη δικαστική εξουσία (τη Δικαιοσύνη) για να ελεγχθούν οι πράξεις τους, που ζημίωσαν την Κοινωνία και το Δημόσιο (το Κράτος).
 
Άλλοι, οι περισσότεροι, χάριν στην ισχύουσα ευνοιοκρατική νομοθεσία, απέφυγαν τον έλεγχο των πράξεών τους, από τις οποίες ζημιώθηκε ανυπολόγιστα η Κοινωνία.
 
Αποκαλύφθηκαν οι δωροληψίες τέως Υπουργού Εθνικής Άμυνας, ο οποίος δεν καταδικάστηκε για αυτές, αλλά για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα (για “ξέπλυμα βρώμικου χρήματος”). Μαζί με αυτόν καταδικάστηκαν μέλη της οικογένειας και συνεργάτες του, πολιτικοί και ιδιώτες. Προηγήθηκε η αποκάλυψη καταχρήσεων του τέως Δημάρχου Θεσσαλονίκης, ο οποίος καταδικάστηκε στην έσχατη ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Ακολούθησαν οι αποκαλύψεις του διατελέσαντος αναπληρωτή γενικού γραμματέα (αρμόδιου για τα εξοπλιστικά προγράμματα), σε λογαριασμούς του οποίου βρέθηκαν δεκάδες εκατομμύρια ευρώ. Ο τελευταίος κατέδωσε πολλούς ως ενεχόμενους σε δωροδοκίες και δωροληψίες, μεταξύ των οποίων και έναν επιχειρηματία, που έχει υπερβεί την ογδόη δεκαετία της ζωής του.
 
Στις αποκαλύψεις και τα σκάνδαλα εντάχθηκε η υπόθεση της χρήσης πλαστών πινακίδων αυτοκινήτου του τέως Υπουργού Μεταφορών καθώς και η απόπειρα δωροδοκίας με το ποσό των 25.000 ευρώ του κομματικώς διορισθέντος Διοικητή του Νοσοκομείου Παίδων.
 
Ο τέως Υπουργός καταδικάσθηκε σε βαθμό πλημμελήματος με ποινή τεσσάρων ετών (με ανώτατο όριο τα πέντε έτη) και με χρηματική ποινή. Εις βάρος του Διευθυντή του Νοσοκομείου επιβλήθηκαν περιοριστικοί όροι, στους οποίους εντάχθηκε εγγύηση 150.000 ευρώ.
 
Είναι εκκρεμείς πολλές ποινικές υποθέσεις, ενώ αποκαλύπτονται συνεχώς σκάνδαλα με ποινικές προεκτάσεις ή και χωρίς ποινικές συνέπειες, όπως είναι η απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων από τη δήλωση του “πόθεν έσχες” από τους υπόχρεους. Βεβαιώθηκε πλήθος φορολογικών παραβάσεων καθώς και η απόκτηση τεράστιων περιουσιών από πολιτικούς όλου του φάσματος (του “δημοκρατικού τόξου).
 
Με ανακρίσεις και ποινικές δίκες επιχειρεί η πολιτική ελίτ να δείξει στον καταπιεζόμενο από την άδικη, παράλογη και βαρύτατη φορολογία Λαό (που αποτελεί δεξαμενή ψήφων για τους Πατρικίους της πολιτικής), ότι η παρανομία αποκαλύπτεται, τιμωρείται και δεν παρεμποδίζεται το “έργο της Δικαιοσύνης”.
 
Διερωτάται, όμως, ο νουνεχής πολίτης για ποιο λόγο τώρα και όχι εδώ και τόσες δεκαετίες αποφασίστηκε ν’ αφυπνιστεί η κοιμώμενη δικαστική Εξουσία. Η απάντηση είναι, ότι μόνο με τις ποινικές διώξεις, τις σύντομες δίκες και τις καταδίκες θα ναρκωθεί η υπερεκχειλίζουσα λαϊκή οργή, την οποία διεγείρει η ανεργία, η υπερφορολόγηση, οι τραπεζικές πιέσεις και διογκώνει η διάχυτη δυστυχία. Εάν πεισθεί η πλειονότητα των πολιτών, ότι τιμωρούνται οι εγκληματίες, άσχετα από ιδιότητα, κοινωνική τάξη και πολιτική ένταξη, θα τιθασευτεί το κύμα της λαϊκής αγανάκτησης και δεν θα γιγαντωθεί σε τσουνάμι, που απειλεί να παρασύρει πολιτευόμενους, αντιπολιτευόμενους και, γενικά, το σύνολο των επαγγελματιών της πολιτικής.
 
Πρωταγωνιστικό ρόλο στην καταδίωξη των εγκλημάτων των πολιτικών και όσων κατάφεραν να διασπαθίσουν το δημόσιο χρήμα παίζουν οι Ανακριτές μαζί με τους Εισαγγελείς. Μετά από κυβερνητική νεύση, ήδη παρεμβαίνει δραστικά η Ανάκριση στα κοινωνικώς δρώμενα και πετυχαίνει ν’ αποσπάσει την προσοχή του πολίτη από τα καθημερινά ανυπέρβλητα προβλήματα επιβίωσης. Αυτό επιτυγχάνεται με την παράνομη καθημερινή μετάδοση, μέσω των ΜΜΕ, με κάθε λεπτομέρεια, των απόρρητων στοιχείων της Ανάκρισης. Ο νόμος ορίζει, ότι βασικό θεσμό της ανακριτικής διαδικασίας αποτελεί η μυστικότητά της.
 
Με τη μυστικότητα της Ανάκρισης κατορθώνουν τα δικαστικά όργανα (ανακριτής, εισαγγελέας, συνήγορος και άλλοι παράγοντες, όπως ο πραγματογνώμων, ο τεχνικός σύμβουλος και ο γραμματέας), χωρίς εξωτερικούς επηρεασμούς, με σύνεση, νηφαλιότητα, ηρεμία και σεβασμό των ατομικών δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας του ανακρινόμενου, να εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους.
 
Σκοπός της ανάκρισης είναι η συλλογή των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων για να βεβαιωθεί η τέλεση εγκλήματος και ν’ αποφασιστεί αν πρέπει να εισαχθεί κάποιος σε δίκη γι’ αυτό. Κατά την ανάκριση γίνεται καθετί που μπορεί να βοηθήσει την εξακρίβωση της αλήθειας. Εξετάζεται και βεβαιώνεται αυτεπαγγέλτως όχι μόνο η ενοχή αλλά και η αθωότητα του κατηγορουμένου. Συνεπώς, δεν μπορεί ο ανακριτής ή ο εισαγγελέας (και άλλος, οποιοσδήποτε) να ξεπεράσουν αυτά τα όρια και ν’ ασκήσουν εις βάρος του υπό ανάκριση κατηγορουμένου (καθώς και του μάρτυρα) εκβιασμούς, πιέσεις ή άλλα μέσα, με σκοπό να τον εξαναγκάσουν να “μαρτυρήσει” ακόμα και εναντίον του εαυτού του, συγγενικών με αυτόν προσώπων ή τρίτων. Νομοθετικά καθιερώθηκε το δικαίωμα του κατηγορουμένου στη σιωπή (“δικαίωμα σιωπής”). Δικαιούται, συνεπώς, ο κατηγορούμενος να μην απολογηθεί, να μην προβεί σε δηλώσεις, να σιωπήσει. Δεν μπορεί να εξαναγκασθεί σε “αυτοενοχοποίηση, προβαίνοντας σε δηλώσεις και σε αποκαλύψεις που μπορεί να επιβαρύνουν τη θέση του (“nemo tenetur”).
 
Σε άλλες, σκοτεινές εποχές ο ανακριτής είχε (και εξακολουθεί να έχει στα τυραννικά καθεστώτα) απόλυτες εξουσίες. Μπορούσε να εξαναγκάσει τον ανακρινόμενο και, πολύ περισσότερο, τον κατηγορούμενο, με κάθε μέσο, ακόμα και με βασανιστήρια, να ομολογήσει την ενοχή του ή να καταδώσει συνεργάτες ή άλλους ως ενεχόμενους στην εγκληματική πράξη. Γι’ αυτό, έχουν άμεση συγγένεια οι λέξεις “μάρτυρας”, “μαρτυρία” και “μαρτύρια” (βασανιστήρια). Είναι γνωστή η ρήση πως “ο σκοπός αγιάζει τα μέσα” (που αποδίδεται στις πρακτικές -τα βασανιστήρια- της “Ιεράς Εξέτασης”, της ΜεσαιωνικήςInquisitio).
 
Σε αντίθεση, όμως, με τον νόμο, όπως προσφυώς λέχθηκε, “τα ανακριτικά γραφεία έχουν ρωγμές” και από αυτές διαχέεται στη Δημοσιότητα κάθε ανακριτική πτυχή, μέχρι και αυτολεξεί οι συνομιλίες (διενέξεις και “συγκρούσεις”) μεταξύ συνηγόρων, ανακριτών και εισαγγελέων. Ισχνές διαμαρτυρίες δεν πέτυχαν να σταματήσουν την παράνομη δημοσιοποίηση των διεξαγόμενων στο πλαίσιο της ανάκρισης
 
Η πληροφόρηση των μυστικών της ανάκρισης είναι πλήρης. Αισθάνεσαι σα να παρευρίσκεσαι στις ανακρίσεις. Αρκεί η ανάγνωση των εφημερίδων, η ενημέρωση από το διαδίκτυο ή η παρακολούθηση των φλύαρων τηλεοπτικών εκπομπών για να πληροφορηθείς τα πάντα έως και τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες.
 
Η συστηματική παραβίαση της μυστικότητας της ανάκρισης έχει σαν αποτέλεσμα να προβάλλονται ορισμένοι ανακριτές και εισαγγελείς, να διαφημίζονται δικηγόροι, να διαπομπεύεται ο κατηγορούμενος, να στιγματίζεται ανεξίτηλα ακόμα και ο εν τέλει απαλλασσόμενος από την κατηγορία, ν’ αποπροσανατολίζεται η Κοινή Γνώμη και να επηρεάζεται κυρίως ο ανακριτής, ο οποίος πρέπει να είναι αντικειμενικός, απροκατάληπτος, απαθής, ακριβοδίκαιος, συνετός. Πάνω από όλα, ικανός, για να εκπληρώσει την υπεύθυνη αποστολή και το υπηρεσιακό του καθήκον.
 
Λόγω της παραβίασης της μυστικότητας της ανάκρισης και της ανάγνωσης στις εφημερίδες απολογητικών υπομνημάτων, μαρτυρικών καταθέσεων, δηλώσεων του κατηγορουμένου στον ανακριτή και των κρίσιμων και απόρρητων λοιπών εγγράφων των ποινικών δικογραφιών, γίνονται γνωστές και οι δηλώσεις του ανακριτή ή και του εισαγγελέα προς τον κατηγορούμενο. Οι δηλώσεις αυτές συνοδεύονται από απειλές εναντίον του ανακρινόμενου, στο πλαίσιο της άσκησης αθέμιτης πίεσης κατά τούτου, ώστε ν’ αποσπαστούν πληροφορίες, τις οποίες, διαφορετικά, δεν επρόκειτο, ενδεχομένως, να γνωστοποιήσει ο κατηγορούμενος. Σε κάποια περίπτωση ένας ανακριτής φυλάκισε τη σύζυγο και τη θυγατέρα του κατηγορουμένου και απείλησε με φυλάκιση τον ανήλικο γιό του, για να πετύχει κάποιον ανακριτικό στόχο. Σε άλλη περίπτωση, φυλακίστηκε η άσχετη σύζυγος του κατηγορουμένου για να εξαναγκαστεί ο τελευταίος σε αποκαλύψεις, χρήσιμες στον ανακριτή και την ανάκριση.
 
Βασικό μέσο αθέμιτης πίεσης αποτελεί η απειλή προφυλάκισης του κατηγορουμένου, εάν δεν αποκαλύψει, με ομολογία, τα στοιχεία, τα οποία έχει βάλει σαν στόχο  ο ανακριτής και ο εισαγγελέας. Όμως, η προφυλάκιση (ή προσωρινή κράτηση) του κατηγορουμένου δεν επιτρέπεται από τον νόμο να χρησιμοποιείται σα μέσο εκβιασμού εναντίον του ανακρινόμενου. Πολλοί μπορεί να αποδεχτούν τέτοιες μεθόδους καταπίεσης και εξαναγκασμού εις βάρος του κατηγορουμένου, με τη σκέψη, ότι τελέστηκαν από αυτόν πολύ σοβαρά εγκλήματα. Ιδιαίτερα οικονομικά, που επιβαρύνουν ολόκληρη την Κοινωνία και έχουν δυσκολέψει την καθημερινότητα των πολιτών.
 
Με την υιοθέτηση της εκδοχής, ότι μπορούν τα κρατικά όργανα, όπως είναι ο Ανακριτής και ο Εισαγγελέας (καθώς και η Αστυνομία), να πιέζουν, να εκβιάζουν και να εξαναγκάζουν τον ανακρινόμενο να ομολογήσει και να προβεί σε δηλώσεις, που ο ίδιος δεν επιθυμεί να κάνει, εξισώνεται ο ύποπτος τέλεσης εγκλημάτων ή ο πραγματικός εγκληματίας με τα όργανα αυτά, τα οποία ομοίως εγκληματούν, παραβιάζοντας τον νόμο και τα καθήκοντά τους, χωρίς να τιμωρούνται. Η δικαιολογία, ότι, με την τέλεση εγκλημάτων, εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον, δεν πείθει. Δεν πρέπει να γίνεται ανεκτή η καταπολέμηση του εγκλήματος μέσω εγκλήματος γιατί, σε αυτήν την περίπτωση εξισώνεται η απαξία της συμπεριφοράς του δράστη εγκλημάτων με την απαξία της επίσης εγκληματικής διαγωγής του ίδιου του Κράτους, δια των οργάνων του.
 
Τα κρατικά όργανα, εκτελώντας τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα ευόρκως, οφείλουν ταυτόχρονα να διδάσκουν τον σεβασμό στους νόμους. Να δίνουν πρώτα αυτά το παράδειγμα της σύννομης, συνετής και ενάρετης συμπεριφοράς, την οποία απαιτούν να έχουν οι πολίτες για να μην κατατάσσονται, αν παρανομούν, στην κατηγορία των εγκληματιών. Χωρίς ενάρετα δημόσια όργανα, που θα σέβονται με ευλάβεια και θα τηρούν τους νόμους, δεν μπορεί η Κοινωνία ν’ απαιτεί την καταδίκη και τιμωρία των ενόχων (“το της πόλεως όλης ήθος ομοιούται τοις άρχουσιν”, επισήμανε ο Ισοκράτης). Άλλωστε, το κακό ξεκίνησε από τους Άρχοντες, τους πολιτικούς που κατείχαν και κατέχουν θέσεις ευθύνης, τις οποίες μετέτρεψαν σε θέσεις ευωχίας και πλούτου, για τους ίδιους και τους συγγενείς τους, ασεβώντας στους νόμους (τους γραπτούς και τους άγραφους).
 
Δεν πρέπει να επιτρέψουμε, για οποιονδήποτε λόγο, να ξεστρατίσει ο Ανακριτής από την εκπλήρωση των καθηκόντων του μέσα στο πλαίσιο του νόμου, της ηθικής και της αληθινής Δικαιοσύνης. Μόνο με την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας επιτρέπεται να εκπληρώνεται ο σκοπός της ανάκρισης, χωρίς παρεκκλίσεις και παρανομίες. Με πλήρη σεβασμό των ατομικών δικαιωμάτων και των Αρχών του Δικαίου και της Ηθικής.
 
 
Το συμβάν του υπερήλικος επιχειρηματία, ο οποίος βαρύνεται με την κατηγορία της δωροδοκίας (για λογαριασμό γερμανικής εταιρείας εμπορίας όπλων), μεταφερόμενου με το ασθενοφόρο στην κλινική, μετά την εξαντλητική ανάκρισή του, δεν δείχνει πολιτισμένη Κοινωνία, ούτε μπορούμε να χαιρόμαστε για την εκπλήρωση των σκοπών της ανάκρισης, με τη χρησιμοποίηση τέτοιων μέσων, απάνθρωπων πιέσεων και μεθόδων, που αποτελούν στίγμα για τον κάθε ένα από εμάς, επειδή ανεχόμαστε και, ενδεχομένως, χαιρόμαστε να παρακολουθούμε τέτοιες εξελίξεις φρίκης. Η από τον ανακριτή απόφαση για την προφυλάκιση του ευρισκόμενου στο χείλος του τάφου γέροντος γεμίζει με θλίψει την ψυχή και προξενεί απέχθεια, χειρότερη από εκείνη, που προξενούν τα κακουργήματα των ανακρινόμενων υποδίκων και των ομοίων τους.
 
 
Κι ας μην ξεχνάμε πως “επιστήμη, χωριζομένη Αρετής, πανουργία, ου σοφία φαίνεται”. Συνεπώς, να μην μεταβάλουμε τη νομική επιστήμη σε πανουργία. Τουλάχιστον αυτήν!
 
 
 
Ε. Παπαδάκης

  

Your rating: None Average: 4.9 (19 votes)