Κυριακή 21 Ιουλίου 2019


ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΚ

Με το σχέδιο τροποποίησης του Ποινικού Κώδικα, καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 110 Α και 105.
 
Σύμφωνα με τις καταργούμενες διατάξεις, ο βαριά ασθενής κατάδικος έχει το στοιχειώδες ανθρώπινο δικαίωμα ν’ απολυθεί από τις φυλακές υπό όρο, επειδή, εξ αιτίας της ασθένειάς του, δεν δικαιολογείται η στέρηση της ελευθερίας του, με οποιαδήποτε δικαιολογία και, εν προκειμένω, κατ’ ακολουθία μιάς ποινικής καταδίκης, οσονδήποτε αυστηρής και βαριάς.
 
Ειδικότερα, καταργείται απαραδέκτως η διάταξη, σύμφωνα με την οποία χορηγείται απόλυση υπό όρο στον καταδικασμένο ασθενή, ανεξάρτητα αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 ΠΚ, εάν ο κατάδικος πάσχει από σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας (δηλαδή από έιτζ) ή από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και υποβάλλεται σε τακτική αιμοκάθαρση ή είναι τετραπληγικός ή έχει υποστεί μεταμόσχευση ήπατος, μυελού και καρδιάς ή πάσχει από κακοήθη νεοπλάσματα τελικού σταδίου ή από κίρρωση του ήπατος με αναπηρία άνω του εξήντα επτά τοις εκατό (67%) ή από γεροντική άνοια έχοντας υπερβεί το ογδοηκοστό (80ο) έτος της ηλικίας του.
 
Βάσει των διατάξεων, που ισχύουν, περιγράφεται, στη συνέχεια σε αυτές και επακριβώς προσδιορίζεται, η διαδικασία χορήγησης της απόλυσης υπό όρο καθώς και ο τρόπος εξακρίβωσης της ασθένειας, εξ αιτίας της οποίας δικαιολογείται και, κατ’ ουσία, επιβάλλεται η απόλυση του κατάδικου ως πράξη ανθρωπισμού, επιείκειας και πολιτισμού μιάς προοδευμένης, σύγχρονης κοινωνίας, οι θεσμοί της οποίας δεν αποσκοπούν στην εκδίκηση και την εξόντωση του καταδικασμένου, αλλά επιδιώκουν τη συμμόρφωση προς τους κανόνες της ομαλής και ειρηνικής κοινωνικής συμβίωσης και στην επανακοινωνικοποίηση του ανθρώπου, που διέπραξε σοβαρό ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση ή τις περισσότερες δικαστικές αποφάσεις.
 
Αυτές τις ευεργετικές νομικές διατάξεις, που ανταποκρίνονται στις στοιχειώδεις αρχές του ανθρωπισμού, του πολιτισμού και της επιείκειας προς τον πάσχοντα, τον ασθενή και τον αδύναμο, που καταδικάστηκε με δικαστική απόφαση σε σοβαρή ποινή ή σε περισσότερες βαριές ποινές και καταδίκες, καταργεί ολοκληρωτικά το σχέδιο τροποποίησης του Ποινικού Κώδικα, χωρίς να εξηγείται, δεν μπορεί άλλωστε να εξηγηθεί, και χωρίς να δικαιολογείται, πειστικά ή μη, ο λόγος της κατάργησης, η οποία αποτελεί σοβαρή οπισθοχώρηση και επιφέρει καίριο πλήγμα στις αρχές της σύγχρονης πολιτικής σωφρονισμού και της σωφρονιστικής επιστήμης καθώς και στον ίδιο τον πολιτισμό της Χώρας.
 
Η κατάργηση του παράγοντα της σοβαρής και της ανίατης ασθένειας ως λόγου απόλυσης του καταδικασμένου υπό όρο αντιβαίνει κατάφωρα στη θεμελιώδη συνταγματική διάταξη του άρθρου 2 § 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία ο σεβασμός και η προστασία από το Κράτος της αξίας, δηλαδή της αξιοπρέπειας, του ανθρώπου αποτελούν πρωταρχική υποχρέωση της Ελληνικής Πολιτείας.
 
Επίσης, αντίκειται αυτή η ακατανόητη κατάργηση της σοβαρής ασθένειας ως λόγου απόλυσης του κατάδικου στους γενικά αναγνωρισμένους κανόνες των πολιτισμένων κρατών, που σέβονται τον πάσχοντα άνθρωπο, τον αδύνατο, τον απροστάτευτο και γενικά τον ανήμπορο και ακολουθούν πολιτικές σωφρονισμού, πρόνοιας και προστασίας, λαμβάνοντας αντίστοιχα ευεργετικά μέτρα, και όχι ολοκληρωτικές τακτικές συστηματικής εξόντωσης και απάνθρωπου βασανισμού των ασθενών κατάδικων.
 
Επίσης, η καταργητική τροποποίηση των ανωτέρω άρθρων αντίκειται και σε άλλες σημαντικές και θεμελιώδεις συνταγματικές διατάξεις, όπως στη διάταξη του άρθρου 5 § 5, εδ. α΄ του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία καθένας έχει το δικαίωμα στην προστασία της υγείας και της γενετικής του ταυτότητας. Όμως, δεν νοείται προστασία της υγείας του βαριά ασθενούς κατάδικου μέσα στους τοίχους των φυλακών και κάτω από το απάνθρωπο καθεστώς της πολυετούς βασανιστικής στέρησης της ελευθερίας, η οποία απόλυτη ελευθερία είναι αναγκαία ειδικά στον ασθενή για να μπορέσει να αντέξει το βασανιστήριο της ασθένειας και της αδυναμίας του, αφ’ ενός, μαζί με το πρόσθετο ανυπόφορο βασανιστήριο της εξακολουθητικής στέρησης της ελευθερίας του, αφ’ ετέρου, βάσει μιάς καταδίκης, που δεν έχει κανένα νόημα και έννοια σωφρονισμού και κοινωνικής επανένταξης, στην περίπτωση ενός ανίατα πάσχοντος κατάδικου, αλλά κατατάσσεται και εντάσσεται στα μέτρα και στα μέσα εξόντωσης, που διαχρονικά χρησιμοποιήθηκαν και εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται από το ολοκληρωτικά, αντιδημοκρατικά, αυταρχικά και κτηνώδη κράτη και κρατικά μορφώματα, οι εξουσίες των οποίων αποτελούν μηχανισμούς καταστολής, εξόντωσης και αφανισμού κάθε έννοιας και πνοής ανθρωπισμού και πολιτισμού.
 
Συνεπώς, βάσει των επιγραμματικών και αληθινών αυτών επισημάνσεων, επιβάλλεται να μη θιγούν οι κείμενες διατάξεις των άρθρων 105 και 110 Α του Ποινικού Κώδικα. Αντίθετα, πρέπει αυτές οι διατάξεις να συμπληρωθούν και να ενισχυθούν, ώστε ο ανίατα πάσχων κατάδικος, ανάλογα με τη βαρύτητα της ασθένειάς του, αρμοδίως πιστοποιημένη, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, να μπορεί ν’ ανακτήσει την ελευθερία του, με ή χωρίς όρους, ώστε ν’ αφοσιωθεί στην αντιμετώπιση της ασθένειας και για την επιβίωσή του, επειδή η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το υπέρτατο αγαθό σε μια δημοκρατική και δικαιοκρατική κοινωνία.
 
Πρέπει και επιβάλλεται να τροποποιηθούν οι εν θέματι ουσιώδεις διατάξεις της νομοθεσίας περί έκτισης των ποινών, ώστε να πάψει να σημειώνεται η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην άμεση απόλυση υπό όρο των καταδικασμένων, ως προς τους οποίους συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την άμεση απελευθέρωσή τους από τις φυλακές, εφ’ όσον παρατηρείται σχεδόν ετοιμοθάνατοι κατάδικοι (ακόμη και σε πρώτο βαθμό), με ποσοστά πιστοποιημένης αρμοδίως αναπηρίας ακόμη και 90 %, να έχουν λησμονηθεί εγκάθειρκτοι μέσα στις άθλιες φυλακές της Χώρας, όπου έχουν ενταφιαστεί κατ’ ουσία, προκειμένου να αποβιώσουν βασανισμένοι και ταλαιπωρημένοι από τον βάναυσο και ανάλγητο εγκλεισμό καθώς και την ασθένειά τους, που δεν αντιμετωπίζεται ούτε με υποτυπώδη μέσα. Πρέπει, δηλαδή, οι αποφάσεις του αρμόδιου οργάνου (ΚΕΠΑ), δια των οποίων πιστοποιούνται οι ανίατες και σοβαρές ασθένειες καθώς και τα νόμιμα ποσοστά αναπηρίας των ασθενών καταδικασμένων να εκδίδονται μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς γραφειοκρατικές και τις σημερινές απαράδεκτες χρονοβόρες διαδικασίες, από ιατρικούς και δικαστικούς λειτουργούς με γνώση και επίγνωση των καθηκόντων τους και του επείγοντος εκάστης διάγνωσης και πιστοποίησης.
 
Με βάση αυτές τις επιγραμματικές και ευσύνοπτες παρατηρήσεις, επιβάλλεται η ενίσχυση των ισχυουσών νυν διατάξεων των άρθρων 105 και 110 Α ΠΚ και όχι η αδιανόητη κατάργησή τους, δια της οποίας αναμφίβολα διολισθαίνει η Χώρα και περιάγεται η Κοινωνία μας σε καταστάσεις μεσαιωνικές, αντιδημοκρατικές, ολοκληρωτικές και απάνθρωπες, που αποτελούν όνειδος για τον πολιτισμό, τη δημοκρατική κοινωνία και τις αρχές του ανθρωπισμού, που καταπατώνται και εξευτελίζονται.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

  

Your rating: None Average: 5 (2 votes)