Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2017


ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΗΣ ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Μετά από τη χλιαρή  κριτική που ασκείται στην Τρίτη Εξουσία του Κράτους, τη Δικαστική, είναι χρήσιμο ν’ αναφερθούμε στις ποινικές δίκες και τον τρόπου που αυτές διεξάγονται στη Χώρα μας. Με τις γενόμενες επισημάνσεις, προσπαθούμε να δείξουμε πως δεν πρέπει να παραμείνει η κατάσταση ως έχει, αλλά χρειάζονται άμεσες, ριζικές και κατάλληλες (όχι μόνο θεσμικές) αλλαγές στον τομέα αυτό, που μαστίζεται ιδιαίτερα από τη διάχυτη κοινωνική, οικονομική και εθνική κρίση καθώς και τη χειρότερη κρίση, την κρίση των θεσμών.
 
Οι ποικίλων πολιτικών αποχρώσεων Καθηγητές των Νομικών Σχολών  των Κρατικών Πανεπιστημίων, υπηρετώντας το δικηγορικό τους επάγγελμα, με σπάνιες εξαιρέσεις, δεν ασκούν κριτική του τρόπου, με τον οποίο διεξάγονται οι ποινικές δίκες (δεν θ’ ασχοληθούμε με τις αστικές δίκες, επί του παρόντος). Επιδιώκουν να διατηρούν “καλές σχέσεις” με τους δικαστές και εισαγγελείς χάριν των μεγάλων ποινικών υποθέσεων, τις οποίες χειρίζονται ως υπερασπιστές - συνήγοροι. Γι’ αυτό, σπάνια κρίνουν τη συμπεριφορά των δικαστικών Λειτουργών, μέσα στις αίθουσες των Δικαστηρίων (και την επάρκειά τους), τους οποίους κολακεύουν (ουσιαστικά εμπαίζουν) για να διάκεινται ευμενώς στις υποθέσεις, που χειρίζονται.
 
Αποτέλεσμα αυτής της στάσης είναι να μην σέβονται οι δικαστικοί λειτουργοί τις επιστημονικές γνώμες, τον επιστημονικό μόχθο, το κύρος και τους ίδιους τους καθηγητές της Νομικής (για τους δικηγόρους η κατάσταση είναι ασύγκριτα χειρότερη), μέχρι σημείου να τους προσβάλλουν, όπως έπραξε προ ελάχιστων ετών προβεβλημένος (λόγω συγγενείας με ισχυρό κομματικό παράγοντα) εισαγγελικός λειτουργός. Ο Εισαγγελέας αυτός γραπτώς επισήμανε, ότι οι καθηγητές ερμηνεύουν και αναλύουν τον νόμο κατά τρόπο, ώστε να ωφελούνται οι πελάτες τους! Σε αυτήν τη βαριά προσβολή  δεν υπήρξε απάντηση από τους θιγέντες καθηγητές ή από άλλον θεσμικά αρμόδιο. Η προσβολή παρέμεινε αναπάντητη και, μαζί με άλλες απαξιωτικές για τους καθηγητές και τους νομικούς δηλώσεις, επέδρασε αρνητικά, φορτίζοντας το ήδη νοσηρό κλίμα, που έχει δημιουργηθεί στον ευαίσθητο χώρο της λεγόμενης Δικαιοσύνης.
 
Σε αυτήν την κατηγορία εντάσσεται και απόσπασμα από άρθρο τέως Προέδρου του Αρείου Πάγου, ο οποίος, δια της αρθρογραφίας του, υποστηρίζει πως οι δικαστές ( οι επαγγελματίες δικαστές) είναι ανώτεροι από κάθε κριτική, που δεν πρέπει να γίνεται για τη συμπεριφορά και τον τρόπο άσκησης του λειτουργήματός τους, επειδή, κατά τη λανθασμένη άποψή του (που συμμερίζονται και άλλοι), οι συγκεκριμένοι κρατικοί Λειτουργοί πρέπει να είναι και να παραμένουν ασύδοτοι, ανεξέλεγκτοι και απρόσιτοι.
 
Χαρακτηριστικά, επισημαίνει ο τέως Πρόεδρος (απαντώντας, όπως προκύπτει, σε άρθρο καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου, του κ. Σταύρου Τσακυράκη, που δημοσιεύτηκε την 29.06.2014), ότι “αντί να ενθαρρύνονται οι δικαστές στην εκτέλεση του καθήκοντος, δέχονται δριμύτατη κριτική από κάποιους καθηγητές του συνταγματικού δικαίου, οι οποίοι τους εκλαμβάνουν ως δημοσίους υπαλλήλους και ζητούν να μην προάγονται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, αλλά από άλλο εκλεκτορικό Σώμα έχον την ευχέρεια να διορίσει σε θέσεις αρεοπαγιτών και εφετών επιφανείς νομικούς! (το θαυμαστικό έθεσε ο τέως Πρόεδρος). Ο αιώνιος καϋμός ορισμένων  πανεπιστημιακών, να ποδηγετούν την δικαιοσύνη, δια των εκλεκτόρων και να αποκτούν την ιδιότητα του δικαστή. Στο μόνο που έχουν δίκαιο οι επικριτές των δικαστών είναι η καθυστέρηση στη λειτουργία της δικαιοσύνης” [άρθρο της 05.07.2014].
 
Σύμφωνα με την άποψη του εν λόγω τέως δικαστικού, δεν επιτρέπεται  “δριμύτατη κριτική”, ούτε καν κριτική, στους εν ενεργεία συναδέλφους του, που δεν είναι “δημόσιοι υπάλληλοι”, αλλά κάτι πέραν, πάνω και εκτός από αυτούς, που δεν προσδιορίζει. Καταφανώς, βάσει αυτής της άποψης, όλα βαίνουν καλώς στον χώρο της Δικαιοσύνης, δεν αδικούνται οι πολίτες, απονέμεται πλήρης σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα και εκδίδονται δικαστικές αποφάσεις εναρμονισμένες με τον Νόμο, την Ηθική και το Δίκαιο, με στήριγμα μοναδικό τις νόμιμες αποδείξεις. Δεν προφυλακίζονται αθρόως οι πάντες, κυρίως οι κοινωνικά αδύνατοι, ούτε στοιβάζονται στις άθλιες υπερκορεσμένες φυλακές – στάβλους άνθρωποι σαν ζώα. Πέρα από αυτά, δεν ευθύνεται ο τρόπος λειτουργίας των δικαστηρίων για τις απίστευτες ποινές, που επιβάλλονται, με συνοπτικές διαδικασίες (μερικές φορές λίγων λεπτών), κυρίως στους αδυνάτους, τους άρρωστους και ενδεείς εν γένει, ούτε έχει ακούσει ο αρθρογράφος πως ελλείπει πλήρως ο σεβασμός προς τους συνηγόρους των κατηγορουμένων, τους οποίους και ο ίδιος επιπλήττει σε κάθε περίσταση και απαξιώνει, επειδή προσπαθούν ν’ αντιμετωπίσουν τις συντριπτικές κατηγορίες, που κατασκευάζονται με μονομέρεια και πείσμα κατά πάντων και πασών, άσχετα από την ύπαρξη αποδείξεων ή ακόμα και απλών ενδείξεων ενοχής και, συχνά, σε αντίθεση με τις αποδείξεις.
 
Σε άλλο σημείωμα, θα γίνει πληρέστερος σχολιασμός των ανύπαρκτων σχέσεων σεβασμού, εκτίμησης, συνεργασίας και σύμπνοιας μεταξύ δικαστικών λειτουργών και δικηγόρων – συνηγόρων καθώς και του τρόπου, κατά τον οποίο εκπαιδεύονται οι υποψήφιοι δικαστικοί λειτουργοί, ώστε να περιφρονούν, ν’ απαξιώνουν, να θίγουν και, εν τέλει, ν’ αγνοούν και να εξουδετερώνουν το δύσκολο έργο των συνηγόρων υπεράσπισης, δηλαδή των υπεράριθμων δικηγόρων, που μοχθούν, άθλια αμειβόμενοι, υπό τις ίδιες και χειρότερες αντίξοες συνθήκες απονομής “δικαιοσύνης” (που δεν έχει καμιά σχέση με την αληθινή Δικαιοσύνη).
 
Ας εισέρθουμε τώρα στο κύριο θέμα, στο πρώτο μέρος σύντομης περιγραφής της ποινικής δίκης, όπως αυτή διεξάγεται, κατά κανόνα, στα ποινικά Δικαστήρια.
 
Ενώ οι δίκες ενώπιον των Πολυμελών Δικαστηρίων, που δικάζουν τις λεγόμενες αστικές ή πολιτικές υποθέσεις, μαγνητοφωνούνται, τηρούνται δηλαδή μαγνητοφωνημένα πρακτικά ολόκληρης της διαδικασίας, στα Ποινικά Δικαστήρια, άσχετα από βαθμό, δεν γίνεται μαγνητοφώνηση της δίκης, με συνέπεια (α΄) στη μεν περίπτωση των Αστικών (ή Πολιτικών) Δικών να έχει βελτιωθεί εν μέρει η συμπεριφορά των παραγόντων της Δίκης, δικαστών και δικηγόρων, ενώ (β΄) στην περίπτωση των Ποινικών Δικών επικρατεί το καθεστώς της πλήρους κυριαρχίας του Προέδρου ή του Προεδρεύοντος Δικαστή ή, μερικές φορές, του “δυναμικού” Εισαγγελέα, ο οποίος επικρατεί επισκιάζοντας τη θέση του Προέδρου του Δικαστηρίου (εξουδετερώνοντας τις διευθυντικές αρμοδιότητες και τα καθήκοντά του).
 
Η ποινική δίκη, όταν καταστεί δυνατή η εκδίκαση της δεδομένης ποινικής υπόθεσης (μετά από σειρά αναβολών και κωλυμάτων), αρχίζει με την εκφώνηση των ονομάτων του κατηγορουμένου (ή των περισσότερων κατηγορουμένων), ο οποίος εμφανίζεται ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου ο ίδιος ή, εάν είναι προφυλακισμένος (κατά κανόνα χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις), συνοδευόμενος από αστυνομικούς – δεσμοφύλακες.
 
Στη συνέχεια εκφωνούνται τα ονοματεπώνυμα των μαρτύρων, που έχουν κλητευθεί από τον Εισαγγελέα (των μαρτύρων κατηγορίας) καθώς και τα ονοματεπώνυμα των τυχόν μαρτύρων υπεράσπισης, για τη γνωστοποίηση των οποίων φροντίζει ο κατηγορούμενος, εκτός από τις σπάνιες περιπτώσεις, στις οποίες μπορεί να κλητευθεί ένας μάρτυρας (εάν πρόκειται για πλημμέλημα) ή μέχρι δύο μάρτυρες (αν πρόκειται για κακούργημα), επιλογής του κατηγορουμένου, μέσω της Εισαγγελίας. Γι’ αυτό χρειάζεται μια απλή διαδικασία, με την υποβολή εμπρόθεσμης αίτησης από τον συνήγορο του κατηγορουμένου στον αρμόδιο Εισαγγελέα, εναπόκειται, όμως, στην κρίση του Εισαγγελέα εάν θα κλητευθεί ή όχι ο μάρτυρας, τον οποίο γνωστοποιεί ο κατηγορούμενος. Πολλές φορές απορρίπτεται από τον εισαγγελέα η νόμιμη και αιτιολογημένη αίτηση για την κλήτευση μαρτύρων, επειδή πρόκειται για εισαγγελική κρίση και απόφαση, που δεν υπόκειται σε έλεγχο. Πάντως ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να εμφανίσει ενώπιον του Δικαστηρίου και να γνωστοποιήσει (με δικές του δαπάνες, όπως προβλέπει ο νόμος) τους μάρτυρες εκείνους, που θα καταθέσουν υπέρ τούτου.
 
Μετά από αυτά, γίνεται η λεγόμενη “νομιμοποίηση” του συνηγόρου ή των περισσότερων (μέχρι τριών για κάθε κατηγορούμενο) συνηγόρων. Δηλαδή πληροφορείται το Ποινικό Δικαστήριο ποιος πρόκειται να είναι ο συνήγορος εκάστου κατηγορουμένου (ένας μέχρι τρεις). Στο πλαίσιο της νομιμοποίησης, ο συνήγορος του κατηγορουμένου, δικηγόρος, δηλώνει την παράστασή του με την ιδιότητα του υπερασπιστή και καταθέτει τα κατάλληλα για τη φορολόγησή του έγγραφα, επειδή το Ποινικό Δικαστήριο λειτουργεί και ως φρουρός της φορολογικής συνέπειας του συνηγόρου, ο οποίος δεν μπορεί να εκπληρώσει τα καθήκοντά του, εάν δεν καταθέσει προηγουμένων, στην έναρξη της διαδικασίας, το έντυπο από το οποίο προκύπτει, ότι βεβαιώθηκε αρμοδίως η είσπραξη της αμοιβής του (μέσω του οικείου δικηγορικού συλλόγου).
 
Ακολούθως, ο Πρόεδρος του Ποινικού Δικαστηρίου, χωρίς ν’ απευθυνθεί συνήθως προς τον κατηγορούμενο ή στον συνήγορό του, εκφωνεί τα ονόματα των μαρτύρων κατηγορίας καθώς και των μαρτύρων υπεράσπισης του κατηγορουμένου.
 
Σε ελάχιστες περιπτώσεις, εάν απουσιάζουν οι λεγόμενοι ουσιώδεις μάρτυρες, αναβάλλεται η εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης σε άλλη ημερομηνία (σε άλλη δικάσιμο), προκειμένου να κλητευθούν πάλι οι απόντες μάρτυρες, με την επιβολή σε βάρος τους συμβολικών ποινών λιπομαρτυρίας και την έκδοση απόφασης (παρεμπίπτουσα απόφαση) για τη  “βίαιη προσαγωγή” τους, που σπάνια πραγματοποιείται.
 
Εάν οι μάρτυρες κατηγορίας είναι παρόντες, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου, στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, διατάζει, εκτός από τον πρώτο, να εξέλθουν από την αίθουσα του δικαστηρίου οι μάρτυρες και να προσέρχονται για να εξεταστούν με τη σειρά, κατά την οποία θα τους καλεί.
 
Πριν από την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων κατηγορίας (και υπεράσπισης, αν έχουν γνωστοποιηθεί) μπορεί ο συνήγορος του κατηγορουμένου (ή ο συνήγορος κάθε κατηγορουμένου, εάν πρόκειται για περισσότερους κατηγορουμένους) να υποβάλλει και ν’ αναπτύξει προφορικά τις λεγόμενες “ενστάσεις”, “αντιρρήσεις” ή “δηλώσεις” εν γένει, που έχουν σχέση με τη νομιμότητα της διαδικασίας, δηλαδή με τη νομιμότητα έναρξης της δίκης.
 
Εάν ο συνήγορος του κατηγορουμένου, διατυπώσει αντιρρήσεις σχετικά με τη νομιμότητα έναρξης της δίκης, για παράδειγμα προσβάλλοντας το κατηγορητήριο (κλητήριο θέσπισμα) ως αόριστο, ελλιπές και παράνομο, αντιμετωπίζει, συνήθως, τη δυσφορία (κάποτε και την ειρωνεία) εκ μέρους του Προέδρου, ο οποίος πιέζεται (μαζί με ολόκληρο το δικαστήριο) εξ αιτίας του πλήθους των εκκρεμών υποθέσεων, που έχουν προσδιοριστεί να εκδικαστούν από το δεδομένο δικαστήριο. Αλλά και εξ αιτίας της έλλειψης σεβασμού και εκτίμησης στο λειτούργημα του δικηγόρου και, ειδικότερα, του συνηγόρου, που θεωρείται από τους περισσότερους δικαστικούς λειτουργούς τουλάχιστον ως περιττό και άχρηστο. Αυτή η τάση έχει αρχίσει να αποτυπώνεται και στους νόμους, σε αντίθεση με τις διεθνείς συμβάσεις και το Σύνταγμα. Για παράδειγμα, με τροποποίηση του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠοινΔ), σε αντίθεση με το παρελθόν, μπορεί το ποινικό δικαστήριο να εκδικάσει υπόθεση κακουργήματος χωρίς τον διορισμό συνηγόρου στον κατηγορούμενο [άρθρο 340 § 1, εδάφιο ε΄, ΚΠοινΔ].
 
Η έλλειψη σεβασμού και εκτίμησης στους δικηγόρους (για τους κατηγορουμένους και τους μάρτυρες, με εξαίρεση τους αστυνομικούς υπαλλήλους, η συμπεριφορά είναι χειρότερη) αποτελεί μόνιμη και πρακτικά ανίατη κατάσταση, για την οποία πρόκειται να γίνει, προσεχώς, εκτενής παρουσίαση και περιγραφή.
 
Οι εκκρεμείς υποθέσεις είναι αναγεγραμμένες σε έγγραφο, το “πινάκιο”, που βρίσκεται κολλημένο στην είσοδο της δικαστικής αίθουσας. Συνήθως προσδιορίζονται είκοσι πέντε με τριάντα υποθέσεις σε κάθε δικάσιμο, εάν πρόκειται για κακουργήματα, ή περισσότερες, εάν πρόκειται για πλημμελήματα, οι περισσότερες από τις οποίες αναβάλλονται αορίστως ή για άλλη δικάσιμο.
 
Με την έναρξη της ποινικής διαδικασίας, καλείται από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου ο πρώτος μάρτυρας  (από κατάλογο μαρτύρων, που έχει προηγουμένως γνωστοποιηθεί, με επίδοση στον κατηγορούμενο, μαζί με το κατηγορητήριο), ο οποίος εξετάζεται, αφού, προηγουμένως, ορκιστεί, με θρησκευτικό ή “πολιτικό” όρκο, τον οποίο επιλέγει ο ίδιος ο μάρτυρας.
 
Πρώτος θέτει ερωτήσεις στον μάρτυρα ο Πρόεδρος, μετά ο λόγος δίδεται στον Εισαγγελέα και, εάν πρόκειται για πολυμελές δικαστήριο (τριμελές πλημμελειοδικείο, τριμελές ή πενταμελές εφετείο), στους άλλους δικαστές. Στο τέλος, έχει δικαίωμα ν’ απευθύνει στον μάρτυρα ερωτήσεις ο συνήγορος του κατηγορουμένου ή και ο ίδιος ο κατηγορούμενος.
 
Όταν έρθει η σειρά του συνηγόρου, ο Πρόεδρος δυσανασχετεί εμφανώς για τις τιθέμενες ερωτήσεις από τον δικηγόρο και εξακολουθητικά τον διακόπτει με το πρόσχημα άλλοτε ότι έχει απαντηθεί ήδη η ερώτηση και άλλοτε ότι η ερώτηση είναι άσχετη ή μη νόμιμη. Μη νόμιμη είναι η ερώτηση προς τον μάρτυρα, όταν ζητείται από αυτόν να διατυπώσει προσωπικές, υποκειμενικές του κρίσεις, απόψεις και εκτιμήσεις, τις οποίες, όμως, δεν αποφεύγει ο ίδιος ο Πρόεδρος, που απαγορεύει ή διακόπτει τις ερωτήσεις του συνηγόρου. Σύμφωνα με την επικρατούσα στα ποινικά δικαστήρια “συνήθεια”, ο συνήγορος του κατηγορουμένου επιπλήττεται, χωρίς λόγο, από τον πρόεδρο (καμιά φορά αναρμοδίως και από άλλο δικαστή ή και από τον εισαγγελέα) και η δυσφορία του δικαστηρίου (για την ενεργό συμμετοχή του συνηγόρου στην ποινική διαδικασία) εξωτερικεύεται με την ιδιαίτερα εκνευριστική προτροπή – παραίνεση και απαίτηση του προέδρου: “συντομεύεται”!
 
Η προς τον συνήγορο συμπεριφορά των ποινικών δικαστών και, ιδιαίτερα του προέδρου ή προεδρεύοντος, χωρίς να εξαιρείται ο εισαγγελέας, είναι, τις περισσότερες φορές, ακραία αγενής, απαξιωτική, υποτιμητική, συχνά ειρωνική, προσβλητική και επιθετική. Εκ μέρους του δικαστηρίου καθώς και του εισαγγελέα γίνεται κάθε τι που θα δυσκολέψει το έργο της υπεράσπισης και θα εξουδετερώσει τον υπερασπιστικό ρόλο και το λειτούργημα του συνηγόρου. Αυτή η συμπεριφορά αποτελεί ιδιαίτερο αντικείμενο διδασκαλίας στη Σχολή Δικαστών, χωρίς καμιά αντίδραση. Διδάσκεται, δηλαδή, ο τρόπος, οι πρακτικές και η μέθοδοι κατά τους οποίους ο δικαστής θα “εξουδετερώνει” και θ’ απαξιώνει τον συνήγορο του κατηγορουμένου.
 
Στο πλαίσιο της ποινικής δίκης, συχνές είναι οι δηλώσεις προέδρου προς συνήγορο σχετικά με τη σχέση, που διέπει τον τελευταίο με τον εντολέα του – κατηγορούμενο, την οποία ιδιαίτερα τονίζουν οι ποινικοί δικαστές, λέγοντας υποτιμητικά προς τον δικηγόρο (που προσπαθεί να στηρίξει την υπεράσπιση και να εξουδετερώσει κυρίως τις άδικες και αναπόδεικτες κατηγορίες), ώστε να εκτίθεται ενώπιον του εντολέα ή των εντολέων του – κατηγορουμένων: “συνεννοηθείτε με τον πελάτη σας”, “αυτά που λέτε βλάπτουν τον πελάτη σας”, “μην μας απασχολείτε” και παρόμοιες, ανεπίτρεπτες δηλώσεις, που προσβάλλουν (πέρα από το πρόσωπο και την τιμή του δικηγόρου) τον θεσμό του συνηγόρου και απαξιώνουν συνολικά την υπεράσπιση, που δικαιούται κάθε κατηγορούμενος.
 
Επίσης συχνά, οι δικαστές από την έδρα εκφράζουν τις προσωπικές υποκειμενικές τους απόψεις, αποδεικνύοντας, ότι είναι προκατειλημμένοι σε βάρος του κατηγορουμένου και αυτήν την προκατάληψη επεκτείνουν και προς τον συνήγορό του, που θεωρούν πως τους “ενοχλεί” και καθυστερεί την άμεση έκδοση απόφασης, εκ των ενόντων.
 
Αντίστοιχα, η συμπεριφορά των συνηγόρων προς τους δικαστικούς λειτουργούς, με κάποιες εξαιρέσεις (τις οποίες μπορεί να διαπιστώσουμε και σε ελάχιστους δικαστικούς λειτουργούς), είναι κάθε άλλο παρά η προσήκουσα. Κατά κανόνα, κυρίως οι θεωρούμενοι προβεβλημένοι δικηγόροι – υπερασπιστές, γνωστοί μέσω των ΜΜΕ, επαινούν και καθ’ υπερβολή κολακεύουν τους ποινικούς δικαστές, με απίθανες δηλώσεις προς αυτούς γλοιώδους υποταγής και συμμόρφωσης προς τις υποτιθέμενες ή και τις πραγματικές τους ικανότητες, δεξιότητες και γνώσεις.
 
Με αυτόν τον τρόπο συμπεριφοράς δεν υπηρετείται η Δικαιοσύνη, ούτε προστατεύεται ο αθώος κατηγορούμενος από την άδικη καταδίκη, που με βεβαιότητα υφίσταται, με όλες τις δυσμενείς συνέπειες για τον ίδιο, την Κοινωνία και, κυρίως, τον τρόπο απονομής Δικαιοσύνης.
 
Στο επόμενο σημείωμα θ’ αναφερθούν συγκεκριμένα παραδείγματα όσων ανωτέρω επισημαίνονται, που ανταποκρίνονται στην αληθινή κατάσταση, εξ αιτίας της οποίας κινδυνεύει ο μέσος πολίτης και, κυρίως, ο αδύνατος, μη προνομιούχος, ασθενής και περιθωριοποιημένος κατηγορούμενος να υποστεί άδικες καταδίκες, χωρίς την τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων υπεράσπισής του, τα οποία από πολλές πλευρές βάλλονται, απαξιώνονται και, εν πολλοίς, καταργούνται. Αυτά συμβαίνουν στη χώρα μας χωρίς αντίδραση, χωρίς αντίσταση, χωρίς δράση εκ μέρους των αρμόδιων, όπως είναι οι δικηγορικοί σύλλογοι, τους οποίους απασχολεί η υπηρέτηση κομμάτων και όχι της Δικαιοσύνης και των Θεσμών της.
 
Ε. Παπαδάκης

  

Your rating: None Average: 5 (19 votes)