Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2017


Προφυλακίσεις, φυλακίσεις και Σύνταγμα

Σε άλλα σημειώματα θίξαμε το υψίστης σπουδαιότητας ζήτημα των αθρόων προφυλακίσεων [Νομικά Επίλεκτα: Περί προφυλακίσεων και φυλακών] & [Νομικά επίλεκτα: Προφυλακίσεων συνέχεια] , τις οποίες, “ελαφρά τη καρδία”, διατάσσουν οι ανακριτές, με τη σύμφωνη γνώμη των εισαγγελέων.

 
Με τις προφυλακίσεις ασχολήθηκε ο Νομοθέτης και, με σειρά νόμων, προσπάθησε να περιορίσει τη χωρίς δίκη στέρηση της ελευθερίας των κατηγορουμένων. Περιόρισε σε ελάχιστες τις περιπτώσεις, στις οποίες έχει τη δυνατότητα, με απόφασή του (που λέγεται “διάταξη”), ο ανακριτής (επαγγελματίας δικαστής), μετά από σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, να στερήσει την ελευθερία του κατηγορουμένου, χωρίς δίκη (“δίκαιη δίκη”).
 
Σύμφωνα με τον νόμο, που κατ’ επανάληψη τροποποιήθηκε, δεν επιτρέπεται η προφυλάκιση, η λεγόμενη προσωρινή κράτηση, του κατηγορουμένου, εκτός αν πρόκειται για ιδιαίτερα σοβαρά κακουργήματα (όπως είναι η ανθρωποκτονία και ο βιασμός) [το Σύνταγμα, στο άρθρο 19 § 1, εδάφιο β΄, χρησιμοποιεί τον όρο “ιδιαίτερα σοβαρά εγκλήματα”].
 
Αλλά και σε αυτές ακόμα τις περιπτώσεις η προφυλάκιση δεν είναι υποχρεωτική, αλλά δυνητική (πρέπει ν’ αποτελεί πάντοτε την εξαίρεση). Εάν, δηλαδή, μπορεί να διασφαλιστεί, με άλλα μέτρα (κυρίως με πληρωμή χρηματικής εγγύησης, απαγόρευση εξόδου του υπόδικου από τη χώρα ή με την εμφάνισή του σε συγκεκριμένες ημέρες στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής, όπου βρίσκεται η κατοικία του), ότι ο κατηγορούμενος θα εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου για να δικαστεί, εφ’ όσον τελικά θα παραπεμφθεί σε δίκη, και δεν θα διαπράξει άλλα αδικήματα (αν και δεν έχει κριθεί με δίκη η ευθύνη του για τα αδικήματα, για τα οποία κατηγορείται), δεν επιτρέπεται να του στερήσει ο ανακριτής και ο εισαγγελέας την ελευθερία του. Όμως, δεν ελέγχονται και δεν τιμωρούνται οι αυθαίρετες προφυλακίσεις, τις οποίες επιμένουν να επιβάλλουν, παρά τον νόμο (και σε βάρος κυρίως των αδυνάτων, στους οποίους περιλαμβάνονται ψυχικά και σωματικά άρρωστοι) οι αρμόδιοι ν’ ανακρίνουν και ν’ αποφασίζουν για την τύχη των κατηγορουμένων (των υποδίκων).
 
Λόγω της μεγάλης σημασίας που έχει για τον άνθρωπο και την προσωπικότητά του η ελευθερία, που αποτελεί ένα από τα θεμελιωδέστερα και πλέον στοιχειώδη ατομικά δικαιώματα, το Σύνταγμα προβλέπει ειδικά τις προϋποθέσεις αλλά και τη διάρκεια της προφυλάκισης (επίσης, η πρώτη παράγραφος του άρθρου 6 του Συντάγματος προβλέπει, ότι “κανένας δεν συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται χωρίς αιτιολογημένο δικαστικό ένταλμα, που πρέπει να επιδοθεί της στιγμή που γίνεται η σύλληψη ή η προφυλάκιση. Εξαιρούνται τα αυτόφωρα εγκλήματα”).
 
Σε αντίθεση, όμως, με τον νόμο και το Σύνταγμα, οι ανακριτές και οι εισαγγελείς προσπαθούν, ακόμα και με “τεχνάσματα”, να προφυλακίζουν τους κατηγορούμενους. Για παράδειγμα, πολύ συχνά, χαρακτηρίζουν μια ασήμαντη κλοπή (την οποία διαπράττουν όχι κακοποιοί αλλά ενδεείς) σαν κακούργημα (χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου) για να δικαιολογούν την αυθαίρετη προφυλάκιση. Γι’ αυτές τις αυθαιρεσίες, που αποτελούν, ταυτόχρονα, βάναυση παραβίαση των ατομικών δικαιωμάτων, του Συντάγματος και των Διεθνών Συνθηκών, δεν υπάρχει καμιά συνέπεια.
 
Σε εκπομπή του, κάποιος δημοσιογράφος χαρακτήρισε την προφυλάκιση των υποδίκων σαν καταδίκη τους σε θάνατο, εξ αιτίας του υπερκορεσμού των φυλακών και τη στοίβαξη σε αυτές υγιών και βαρέως ασθενών. Χαρακτηριστικά, τόνισε, ότι “τους στέλνουν μέσα να αποκτήσουν ηπατίτιδα. Μιλούμε για κανιβάλους”.
 
Άσχετα από την οξύτητα της έκφρασης, είναι γεγονός, ότι οι δικαστικοί (δικαστές - εισαγγελείς), στην πλειοψηφία τους, δεν προβληματίζονται, ούτε διστάζουν να εξαποστείλουν τον κατηγορούμενο στη φυλακή, επιβάλλοντας άδικες και παράνομες προφυλακίσεις σε περιπτώσεις που αυτές δεν δικαιολογούνται, παραμερίζοντας την επιβολή άλλων περιοριστικών όρων, τους οποίους προβλέπει και προκρίνει ο νόμος.
 
Επειδή οι περισσότερες από τις επιβαλλόμενες προφυλακίσεις είναι παράνομες και άδικες, οι ανακριτές δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τα λεγόμενα “εντάλματα προσωρινής κράτησης”, τα περισσότερα από τα οποία αποτελούν αληθινά μνημεία δικαστικής (και εισαγγελικής) αυθαιρεσίας.
 
Ενώ ο ανακριτής οφείλει να δικαιολογήσει (να αιτιολογήσει) την απόφασή του για τη στέρηση της ελευθερίας του κατηγορουμένου (με ελάχιστες εξαιρέσεις), δεν κατορθώνει να αιτιολογήσει το από αυτόν εκδιδόμενο ένταλμα (σύλληψης ή προσωρινής κράτησης). Έτσι, παρά τον νόμο, τα εντάλματα, με τα οποία προφυλακίζονται οι κατηγορούμενοι, είναι αόριστα, αθεμελίωτα, επιγραμματικά και δεν πείθουν για την ορθότητα της απόφασης να εγκλειστεί ο υπόδικος στη φυλακή.
 
Προξενεί εντύπωση η επιμονή πολλών νομικών να υπερασπίζονται με ζέση τη στέρηση της ελευθερίας των υποδίκων (παραβιάζοντας το Σύνταγμα) αλλά και όσων καταδικάζονται ακόμα και σε ελαφρές πλημμεληματικές ποινές, ενώ γνωρίζουν, ότι η φυλάκιση δεν αποτελεί μέτρο σωφρονισμού, αλλά βασανισμού του καταδικασμένου και, πολύ περισσότερο, του υποδίκου, ο οποίος φυλακίζεται και μπορεί να περιμένει τον προσδιορισμό της δίκης του έγκλειστος επί μήνες ή και σχεδόν επί δύο χρόνια (δέκα οκτώ μήνες ή, στις λιγότερο σοβαρές περιπτώσεις, επί έξι έως δώδεκα μήνες).
 
Πολλοί δικαστές και εισαγγελείς (δεν διατίθεται στατιστική έρευνα και μελέτη) διατυπώνουν την αγανάκτηση και την οργή τους, επειδή, σύμφωνα με ευεργετικές διατάξεις ορισμένων νομοθετημάτων, αποφυλακίζονται συγκεκριμένοι κατάδικοι.
Οι υπέρμαχοι των φυλακίσεων και, πολύ περισσότερο, των προφυλακίσεων (που θα έπρεπε να είχαν σχεδόν πλήρως αντικατασταθεί από τους άλλους περιοριστικούς όρους) υποστηρίζουν, ότι, με αυτούς τους ευεργετικούς για τους καταδίκους νόμους,
ουσιαστικά καταλύεται ο Σωφρονιστικός Κώδικας (που στολίζεται επίσης από πολλές αστοχίες) και η κρίση επί της ουσίας των Δικαστηρίων, καθώς αποφυλακίζονται καταδικασμένοι χωρίς να έχει ολοκληρωθεί ο σωφρονισμός τους και παρά τη Δικαστική απόφαση που τους επέβαλε την αρχική ποινή φυλάκισης. Καθημερινά οι Δικαστές αγανακτούμε που είμαστε υποχρεωμένοι να υπακούσουμε σε τέτοια νομοθετήματα και να βγάλουμε έξω ανθρώπους επικίνδυνους. Επικοινωνούμε μετά την υπηρεσία μεταξύ μας για να διοχετεύσουμε κάπου την οργή μας για την κατάσταση αυτή. Και από την άλλη, ακούμε διαφόρους να φωνάζουν ότι «οι Δικαστές τους αφήνουν ελεύθερους»”.
 
Από αυτό το απόσπασμα (από δημόσιες δηλώσεις δικαστικού λειτουργού) προκύπτει σαφώς η νοοτροπία πολλών δικαστικών, οι οποίοι, σύμφωνα με τις γνώμες πεπειραμένων συναδέλφων τους, “ δεν υποβάλλονται σε ειδικές εξετάσεις διαπιστώσεως της νοημοσύνης και της ψυχικής και ηθικής συγκροτήσεως της προσωπικότητός των”, προκειμένου να κριθούν κατάλληλοι για ν’ ασκήσουν επιτυχώς το δικαστικό λειτούργημα.
 
Χωρίς τον επιβαλλόμενο έλεγχο, εισέρχονται στο δικαστικό Σώμα πλείστοι ακατάλληλοι και ανίκανοι. Γι’ αυτόν τον λόγο γίνονται ορισμένοι υπέρμαχοι της φυλάκισης και, όταν τους δοθεί η ευκαιρία, επιβάλλουν γιγαντιαίες ποινές στέρησης της ελευθερίας (και, κυρίως, κάθειρξης, που κυμαίνεται μεταξύ πέντε και είκοσι ετών καθώς και ισόβιας κάθειρξης, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να διαθέτει την “πρωτιά” και στους καταδικασμένους σε ισόβια κάθειρξη, με 1.200 ή, κατ’ άλλους, με 1.500 ισοβίτες, ενώ σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση οι καταδικασμένοι σε ισόβια κάθειρξη δεν υπερβαίνουν τους πεντακόσιους!).
 
Οι τασσόμενοι υπέρ της στέρησης της ελευθερίας των υποδίκων και καταδίκων (στην τελευταία περίπτωση χωρίς αναστολή ή διακοπή της εκτιόμενης ποινής) ανεπίτρεπτα αγνοούν, ότι μέσα στις φυλακές και με την έκτιση ποινών πολυετών καθείρξεων, δεν σωφρονίζεται ο καταδικασμένος (πολύ περισσότερο δεν σωφρονίζεται ο μη έχων ανάγκη σωφρονισμού υπόδικος, υπέρ του οποίου ισχύει το συστηματικά παραβιαζόμενο τεκμήριο αθωότητας).
 
Αντίθετα. Ο για πολλά έτη (δέκα, δεκαέξι και περισσότερα) εγκλεισμένος στη φυλακή μεταβάλλεται, κατά κανόνα, σε σκληρό εγκληματία, σε θηρίο που διψά για εκδίκηση, η οποία σαφώς στρέφεται κατά της Κοινωνίας, σε κάθε παρουσιαζόμενη ευκαιρία εγκληματικής δράσης.
 
Είναι κοινή γνώση πως η φυλάκιση δεν σωφρονίζει, δεν διορθώνει και δεν νουθετεί, αλλά, αντίθετα, αλλοιώνει τον χαρακτήρα του καταδίκου προς το πολύ χειρότερο. Στην καλύτερη περίπτωση τον ιδρυματοποιεί, δηλαδή τον καθιστά ανίκανο να ζήσει μέσα στην Κοινωνία, ελεύθερος και υγιής, ψυχικά και σωματικά.
 
Είναι σαφές πως δεν επιτρέπεται ο δικαστικός λειτουργός να οργίζεται, όταν ο καταδικασμένος και, πολύ περισσότερο, ο υπόδικος ανακτά την ελευθερία του. Επίσης, δεν επιτρέπεται να επηρεάζεται από τις εξωθεσμικές (extrainstitutional) παρεμβάσεις (όπως οι πρόσφατες του Προέδρου της Δημοκρατίας και του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και οι παλιότερες του Πρωθυπουργού). Οφείλει, μαζί με τους άλλους ανεπηρέαστους ανθρώπους, να χαίρεται για κάθε απελευθέρωση φυλακισμένου γιατί μόνο η ελευθερία μπορεί να ωφελήσει τον παραβάτη, μαζί με την επιείκεια, το ενδιαφέρον και τη μέριμνα της Κοινωνίας γι’ αυτόν.
 
Πρέπει στον καταδικασμένο να παρέχονται δυνατότητες και ευκαιρίες διόρθωσης, αληθινού σωφρονισμού, ανάνηψης και απομάκρυνσής του από το έγκλημα και την παρανομία. Αληθινός σωφρονισμός χωρίς ελευθερία δεν μπορεί να νοηθεί. Ελευθερία μαζί με λήψη άλλων σύγχρονων και επιστημονικά ελεγμένων και εξελιγμένων μέτρων κοινωνικής ένταξης και ομαλής ζωής (επανένταξης).
 
Επί του τόσο σοβαρού τούτου κοινωνικού ζητήματος θα επανέλθουμε, με κριτική της παράνομης “μεθόδου”, την οποία χρησιμοποιούν ανακριτές (και εισαγγελείς) άσκησης πίεσης κατά των υποδίκων, με την απειλή της στέρησης της ελευθερίας των ίδιων ή μελών της οικογένειάς τους, προκειμένου να τους αποσπάσουν πληροφορίες, που κρίνουν πως είναι χρήσιμες στην ανάκριση.
 
 
Ε. Παπαδάκης
Your rating: None Average: 4.9 (20 votes)