Τρίτη 3 Ιουλίου 2018


Συγκρότηση Δικαστηρίων

Σύμφωνα με το άρθρο 97 § 1 του Συντάγματος, “τα κακουργήματα και τα πολιτικά εγκλήματα δικάζονται από μικτά ορκωτά δικαστήρια που συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές και ενόρκους, όπως νόμος ορίζει. Οι αποφάσεις των δικαστηρίων αυτών υπόκεινται στα ένδικα μέσα που ορίζει ο νόμος” (τα ένδικα μέσα έχουν περιοριστεί, με πρόσχημα την επιτάχυνση του προσδιορισμού και της διάρκειας των ποινικών δικών, που διεξάγονται κατά “κανόνα” με συνοπτικές διαδικασίες).
 
Συνεπώς, ο Συνταγματικός Νομοθέτης όρισε πως δεν επιτρέπεται να δικάζονται τα σοβαρά αδικήματα, δηλαδή τα κακουργήματα, από άλλα δικαστήρια εκτός από αυτά που ορίζει η πρώτη παράγραφος του παραπάνω άρθρου.
Στην επόμενη παράγραφο του ίδιου άρθρου, το Σύνταγμα επιτρέπει να δικάζονται τα κακουργήματα (και τα πολιτικά εγκλήματα) και από άλλα δικαστήρια, αν μέχρι την ψήφιση του Συντάγματος είχαν υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά.
 
Αναφέρει η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 97 Σ, ότι “κακουργήματα και πολιτικά εγκλήματα, που με συντακτικές πράξεις, ψηφίσματα και ειδικούς νόμους έχουν υπαχθεί έως την ισχύ του Συντάγματος στη δικαιοδοσία των εφετείων, εξακολουθούν να δικάζονται από αυτά, εφόσον δεν υπαχθούν με νόμο στην αρμοδιότητα των μικτών ορκωτών δικαστηρίων. Με νόμο μπορεί να υπαχθούν στη δικαιοδοσία των ίδιων εφετείων και άλλα κακουργήματα”.
Από τα παραπάνω προκύπτει με σαφήνεια, ότι το Σύνταγμα προκρίνει και εμπιστεύεται τα μικτά ορκωτά δικαστήρια για την εκδίκαση των κακουργημάτων, στη σύνθεση των οποίων, σύμφωνα με τον νόμο, μετέχουν κατά πλειοψηφία λαϊκοί δικαστές (δηλαδή πολίτες), μαζί με τους τακτικούς - επαγγελματίες δικαστές (που είναι ουσιαστικά “έμμισθοι ένορκοι” σε αντίθεση με τους άμισθους λαϊκούς δικαστές).
 
Από αυτήν τη συνταγματική πρόβλεψη προκύπτει πως (κατά τον συνταγματικό Νομοθέτη) οι λαϊκοί δικαστές απονέμουν ουσιαστική Δικαιοσύνη σε σύγκριση με τους επαγγελματίες δικαστές, που πρέπει να διαθέτουν άρτια νομική κατάρτιση, εμπειρία, κοινωνικότητα, άριστη ψυχική και σωματική υγεία και ξεχωριστές ικανότητες ώστε να μην επηρεάζονται από το επάγγελμά τους (λειτούργημα) για να μπορούν να κρίνουν με τον απαιτούμενο βαθμό αντικειμενικότητας ή τουλάχιστον με την ίδια αντικειμενικότητα και απροσωποληψία, με τις οποίες πρέπει να κρίνουν τους κατηγορουμένους οι πολίτες - λαϊκοί δικαστές. Σκοπός της συνταγματικής διάταξης είναι να μην καταδικάζονται αθώοι αλλά μόνο οι πραγματικά ένοχοι, με ποινές ανάλογες του βαθμού της ποινικής τους ευθύνης.
 
Σε αντίθεση με τη ρητή συνταγματική πρόβλεψη, οι εκάστοτε κομματικοί υπουργοί δικαιοσύνης εισηγούνται την ψήφιση από τη Βουλή νόμων, με τους οποίους το σύνολο των σοβαρών αδικημάτων (των κακουργημάτων, με λίγες εξαιρέσεις) υπάγεται σε δικαστήρια, που αποτελούνται αποκλειστικά από επαγγελματίες (τακτικούς) δικαστές. Πρόκειται για τα τριμελή (σε πρώτο βαθμό) και τα πενταμελή (σε δεύτερο βαθμό) εφετεία.
 
Η τάση ν’ αποκλείονται τα ορισμένα από το Σύνταγμα μικτά ορκωτά δικαστήρια για την εκδίκαση των κακουργημάτων και των πολιτικών εγκλημάτων, ν’ αποκλείονται δηλαδή οι λαϊκοί δικαστές, αποδίδεται στην επίδραση που ασκούν στους υπουργούς δικαιοσύνης οι σύμβουλοί τους (συνήθως συνταξιούχοι δικαστές και εισαγγελείς). Οι σύμβουλοι των υπουργών δεν τρέφουν καμιά εκτίμηση στους λαϊκούς δικαστές και το λαϊκό εν γένει στοιχείο, αλλά διεκδικούν για τους συναδέλφους τους την αποκλειστική αρμοδιότητα και ικανότητα να εκδικάζουν τα κακουργήματα και τα πολιτικά εγκλήματα, άσχετα αν παραβιάζεται κατάφωρα το Σύνταγμα και η λαϊκή βούληση.
 
Αποτέλεσμα αυτού του επηρεασμού και της πλήρους προς το Σύνταγμα ασέβειας είναι μια νέα νομοθετική παρέμβαση, μέσω της οποίας καθορίστηκαν ως αρμόδια για την εκδίκαση πολλών σοβαρών αδικημάτων (βαρύτατων κακουργημάτων), όχι τα πολυμελή δικαστήρια (τα τριμελή εφετεία ή τα επταμελή μικτά ορκωτά δικαστήρια), σε πρώτο βαθμό, αλλά τα ιδρυθέντα …μονομελή εφετεία. Πρόκειται για δικαστήρια που αποτελούνται όχι από περισσότερους (τουλάχιστον τρεις) αλλ’ από ένα δικαστή! Αποτέλεσμα αυτού του νεωτερισμού είναι να επικρατεί εν πολλοίς η αυθαιρεσία, δοθέντος ότι ένας και μόνο δικαστής δεν είναι σε θέση ν’ αποφύγει το σφάλμα και να κρίνει σωστά, χωρίς τη σύμπραξη και άλλων δικαστών (λαϊκών ή επαγγελματιών). Αυτό οφείλεται στην αδυναμία ενός τακτικού δικαστή ν’ αναλάβει την ευθύνη της απαλλαγής του αθώου κατηγορουμένου.
 
Με αυτή τη νομοθέτηση, η παράβαση του Συντάγματος μεγιστοποιήθηκε. Μαζί με αυτήν, έπαψε ν’ απονέμεται ο προς το Σύνταγμα σεβασμός των υπουργών (και των συμβούλων τους), την τήρηση του οποίου μεθ’ όρκου υποσχέθηκαν.
 
Εξ αιτίας της εκδίκασης κακουργημάτων από μονομελή εφετεία, ο ήδη υπεραυξημένος πληθυσμός των υπερκορεσμένων φυλακών γιγαντώθηκε επικίνδυνα, επειδή τα μονομελή εφετεία κακουργημάτων καταδικάζουν με υπέρμετρες και απίστευτα άδικες ποινές ένοχους και αθώους και “μεριμνούν”, χωρίς δισταγμό, ώστε ν’ αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο ο αριθμός των φυλακισμένων. Το φαινόμενο αποδίδεται από τους γνώστες της κατάστασης που επικρατεί στον χώρο της Δικαιοσύνης στον φόβο των εφετών, που στελεχώνουν τα μονομελή εφετεία κακουργημάτων, μήπως κατηγορηθούν και ελεγχθούν σε περίπτωση έκδοσης απαλλακτικής απόφασης, επειδή από τους επιθεωρητές δεν κρίνονται αρνητικά οι τακτικοί δικαστές που εκδίδουν ακραίες, αναιτιολόγητες και άδικες καταδικαστικές αποφάσεις, αλλά εκείνοι που, με τις αποφάσεις τους, καταλήγουν σε αθωωτική κρίση.
 
Ένα άλλο φαινόμενο της γενικευμένης κρίσης που ταλανίζει, μαζί με ολόκληρη την Κοινωνία, τον χώρο απονομής Δικαιοσύνης, είναι η στελέχωση των μονομελών και των πολυμελών εφετείων (τριμελών και πενταμελών), που δικάζουν κακουργήματα (και πολιτικά εγκλήματα), αποκλειστικά από γυναίκες – εφέτες. Οι γυναίκες επαγγελματίες δικαστές διακρίνονται, στην πλειοψηφία τους, για τις άτεγκτες, ακραία αυστηρές και άδικες καταδικαστικές τους αποφάσεις, που εναρμονίζονται με τις εξίσου άτεγκτες, αυστηρές και άδικες εισαγγελικές προτάσεις γυναικών εισαγγελέων για καταδίκη των κατηγορουμένων, στους οποίους σπάνια αναγνωρίζουν ελαφρυντικά και σπάνια η κρίση τους διακρίνεται για επιείκεια και σεβασμό των γενικών αρχών του Δικαίου (με την εφαρμογή των οποίων απονέμεται ουσιαστικά και όχι κατ’ επίφαση Δίκαιο).
 
Εξ αιτίας της εξακολουθητικής και ανεπίτρεπτης παράβασης του ανωτέρω άρθρου 97 § 1 του Συντάγματος, η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο. Γι’ αυτό πρέπει ν’ αναληφθεί πρωτοβουλία από κάθε αρμόδιο (και κάθε πολίτη) για την αποκατάσταση της Συνταγματικής Νομιμότητας, με κάθε νόμιμο μέσο, με την επίκληση του άρθρου 120 §§ 2 και 4 του Συντάγματος.
 
Ειδικότερα, πρέπει αμέσως να υπαχθούν όλα τα κακουργήματα (και τα πολιτικά εγκλήματα) στα κατά το Σύνταγμα αρμόδια μικτά ορκωτά δικαστήρια για να επιστρέψει η εξουσία εκδίκασης αυτών των αδικημάτων στον Λαό, από τον οποίο παράνομα αποσπάσθηκε.
 
Θεόδωρος Σκίρας (νομικός)
  

Your rating: None Average: 5 (16 votes)