Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2017


FIAT JUSTITIA ET PEREAT MUNDUS

                  Γεράσιμος Φουρλάνος
 
Διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου της Ουψάλας
 
 
Το «Δίκαιο του Χαμουραμπί»
 
Θα πρέπει να δεχθώ, ότι η χρήση του όρου «Δίκαιο του Χαμουραμπί» στο άρθρο αυτό δεν είναι δόκιμη επιστημονικά. Η χρήση αυτού του όρου εδώ είναι κυρίως μεταφορική και μοιάζει περισσότερο με ορολογία Αγγλοσαξωνικού δικαίου στο ότι είναι σημαντικά ανακριβής και θυμίζει «παρατσούκλι» μάλλον παρά terminus technicus. Όμως, και μια τέτοια ορολογία μπορεί να είναι χρήσιμη παιδαγωγικά, εαν απευθύνεται και σε άλλες περιοχές του εγκεφάλου και όχι μόνον στην αυστηρά λογική/νοητική.
 
Το Δίκαιο του Χαμουραμπί χαρακτηρίζεται ως dura lex, άκαμπτο Δίκαιο. Ιδιαίτερα οι ποινικές του διατάξεις είναι περιπτωσιολογικές και δεν αφήνουν περιθώρια προσαρμογής πάνω στις συγκεκριμένες συνθήκες της τέλεσης μιας (αξιόποινης) πράξης. Οι ποινή και οι έννομες συνέπειες, που περιγράφονται με μεγάλη ακρίβεια, επέρχονται αυτόματα, θα έλεγα ρομποτικά, χωρίς να ληφθούν υπόψη ούτε η mens rea ούτε τα ελαφρυντικά ή τα επιβαρυντικά στοιχεία. Ούτε βέβαια γίνονται ερμηνείες τελεολογικές, συστηματικές, ή ιστορικές, στον βαθμό που ο εφαρμοστής ασχολείται με ερμηνεία δικαίου αρκείται στην γραμματική ερμηνεία.
 
Θεωρείται, λοιπόν, ως ένδειξη ανωτέρου σταδίου πολιτιστικής ανάπτυξης, εν πάση περιπτώσει, ως ανώτερο στάδιο ανάπτυξης του δικαίου, το ότι και τα δύο νομικά συστήματα που κυριαρχούν στον κόσμο σήμερα, το αγγλοσαξωνικό και το ρωμαϊκό/ηπειρωτικό, δίνουν στον εφαρμοστή του δικαίου μεγάλες δυνατότητες προσαρμογής και εξατομίκευσης, ώστε να ελαχιστοποιούνται οι καθαρά ανεπιθύμητες συνέπειες μιας μηχανικής εφαρμογής. Μάλιστα, οι αγγλοσάξωνες δικαστές, ιστορικά, είχαν ακόμη και την ευχέρεια να παραμερίσουν το γράμμα του δικαίου, αν αυτό θα παρήγαγε «άδικα» αποτελέσματα, και να δικάσουν με βάση το Δίκαιο της Επιεικείας (ex aequo et bono - Law of Equity).[1]
 
Το φαινόμενο της μηχανικής εφαρμογής του δικαίου που είναι σε αύξηση στις ημέρες μας αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, μια επιστροφή στο δίκαιο του Χαμουραμπί. Μια αναβίωση του άκαμπτου δικαίου, που εφαρμόζεται χωρίς ερμηνείες και πολλές συζητήσεις, με τρόπο ρομποτικό, σαν να επρόκειτο για μαθηματική επιστήμη.
 
Η μηχανική εφαρμογή του δικαίου
 
Πρόκειται για ένα φαινόμενο σχεδόν παγκόσμιο, που και στην Ελλάδα κάθε άλλο παρά άγνωστο είναι.
 
Ολόκληροι κλάδοι του δικαίου, ιδίως κλάδοι που αναπτύχθηκαν πιο πρόσφατα, όπως το Ασφαλιστικό Διίκαιο ή το Δίκαιο της Τροχαίας Κυκλοφορίας, φαίνονται να «προωθούν» μια εφαρμογή καθαρά μηχανική, «ρομποτική», χωρίς καμιά σοβαρή ανάλυση εις βάθος, χωρίς ιδιαίτερη ενασχόληση με βασικές αρχές του δικαίου ή με ζητήματα καθαρά ερμηνευτικά και μεθοδολογικά. Συχνά, ακόμη και η ιεραρχία των νόμων παραγκωνίζεται, αφού μια εγκύκλιος ενός υπουργείου αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα ακόμη και από το Σύνταγμα. Όπως προανέφερα, μια τέτοια εφαρμογή σπάνια ξεφεύγει από τα όρια της στενής γραμματικής ερμηνείας.
 
Στους νεώτερους αυτούς κλάδους του δικαίου, στους οποίους θα πρέπει να προστεθεί και η μεγάλη αύξηση του αριθμού των πταισμάτων στο σημερινό Ποινικό Δίκαιο, υπάρχει μεγάλη συχνότητα «επαφής» με την καθημερινότητα του μέσου πολίτη, φαίνεται δε να έχει επικρατήσει η κάθε άλλο παρά νομική άποψη, κατά την οποία μια έννομη συνέπεια επέρχεται αυτόματα μετά την διαπίστωση ωρισμένων πραγματικών περιστατικών. Πρόκειται για μια σχεδόν μαθηματική σκέψη, όπου το Δίκαιο καλείται να δίνει απλές, σύντομες και «επακριβείς» λύσεις του τύπου άσπρο ή μαύρο και όχι να αναλίσκεται σε άκαρπες αναλύσεις, που εκλαμβάνονται ως απεραντολογίες.
 
Μια τέτοια «μαθηματικοποίηση» του δικαίου πάντα εμφανιζόταν στην ιστορία του από διάφορους ρομαντικούς, μεταρρυθμιστές και χαρισματικούς πολιτικούς ηγέτες, που επαναστατούσαν εναντίον ενός αναποτελεσματικού νομικού συστήματος και ονειρεύονταν ένα Δίκαιο που θα αντιδρά χωρίς καθυστέρηση και θα δίνει λύσεις.[2]
 
Κλασσικό παράδειγμα τέτοιου, «ρομποτικού» δικαίου είναι ο τρόπος που επέρχεται η λύση του γάμου στο Ισλαμικό Δίκαιο, ιδίως στις χώρες των Σιιτών. Αρκεί η εκφορά της τελετουργικής φράσης «ταλάτ»[3] τρεις φορές. Η έννομη συνέπεια επέρχεται αυτόματα και δεν εξετάζεται το κατά πόσον η «δήλωση της βούλησης» ήταν γνήσια, προϊόν πλάνης, απάτης ή απειλής, απλός αστεϊσμός, παραλήρημα, λογοπαίγνιο ή οτιδήποτε άλλο. Ακόμη και κατά λάθος να εκφώνισε τρεις φορές ο σύζυγος τη λέξη «ταλάτ», ακόμη και αν το έκανε εν βρασμώ ψυχής ή σε κατάσταση μέθης, ο γάμος θεωρείται λυμένος.
 
Μπορεί το παράδειγμα αυτό να είναι ακραίο, πάντως δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις καθαρά μηχανικής εφαρμογής του δικαίου σήμερα, που ανήκουν, ουσιαστικά, στην ίδια κατηγορία με το «ταλάτ».
 
Η έξαρση του αριθμού των πταισμάτων: το σύγχρονο «Δρακόντειο Δίκαιο»
 
Στη σημερινή κοινωνία αποκτά ιδιαίτερη σημασία η υπακοή στους κανόνες της καθημερινής τάξης και πειθαρχίας[4]. Παρατηρείται, με αυτόν τον τρόπο, μια θεαματική ανάπτυξη ενός «μικρο-δικαίου» που κυρίως παράγει όλο και περισσότερες ιδιώνυμες μικροπαραβάσεις και μικροπταίσματα, στα οποία όμως η αντίδραση της κοινωνίας γίνεται όλο και πιο αυστηρή, άκαμπτη και δρακόντεια.
 
Η έξαρση αυτή των πταισμάτων φαίνεται να απειλεί σοβαρά την αρχή της αναλογίας, στην οποία βασίζεται κάθε πολιτισμένο Δίκαιο, αλλά και να αλλοιώνει το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» πολλών λαών. Έτσι, ο καθημερινός άνθρωπος σε πολλές βορειοευρωπαϊκές χώρες φαίνεται ήδη να θεωρεί ότι το κράτος δικαίου είναι εκείνο, όπου τηρούνται θρησκευτικά οι κανόνες περί καπνίσματος, στάθμευσης αυτοκινήτων, κατοικιδίων ζώων, ψησίματος σε βεράντες, κουρέματος του γρασιδιού κ.α., ενώ σοβαρές παραβατικές συμπεριφορές, ακόμη και κακουργηματικές πράξεις, αντιμετωπίζονται μάλλον σαν δευτερεύοντα ζητήματα.
 
Σε έναν χώρο στάθμευσης, στις χώρες αυτές, δύο ειδών αξιόποινες πράξεις μπορούν να τελεστούν: 1) η παράνομη στάθμευση, και 2) η φθορά ή η κλοπή ενός αυτοκινήτου. Αν και θεωρητικά η απαξία της δεύτερης πράξης παραμένει μεγαλύτερη από την πρώτη, πράγμα που – προς το παρόν – αντικατοπτρίζεται και στην ποινή, οι αρχές και η κοινωνία κατά κανόνα αντιδρούν πιο αποφασιστικά και πιο δρακόντεια στης περίπτωση της παράνομης στάθμευσης. Κάτι τέτοιο θέτει σοβαρούς κινδύνους αλλοίωσης του δικαίου από εργαλείο πολιτισμού σε εργαλείο καταπίεσης, αφού αντί να είναι στο στόχαστρο των διωκτικών αρχών οι δράστες επικινδύνων εγκλημάτων διώκεται ο συνηθισμένος άνθρωπος, ο μέσος πολίτης...
 
Αν προσθέσουμε και την τάση που παρατηρείται, για πρακτικούς βέβαια λόγους, να επιβάλλονται οι ποινές για τέτοιου είδους πταίσματα με συνοπτικές διαδικασίες, συχνά χωρίς ανάμειξη της δικαστικής εξουσίας, ή και ο (μάλλον πλασματικός) αποχαρακτηρισμός της ποινής και η μετονομασία της σε διοικητικό μέτρο, καταλήγουμε σε μια βαθιά αλλοίωση του δικαίου, και σε μια καθαρά ανεπιθύμητη έκπτωση πάνω στην ασφάλεια δικαίου, που μέχρι πρό τινος την θεωρούσαμε πρωταρχικό γνώρισμα του νομικού πολιτισμού μας.
 
Βέβαια, στις σύγχρονες κοινωνίες η πειθαρχία στη στάθμευση των αυτοκινήτων και σε παρόμοια θέματα έχει αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη σημασία από ότι πριν μισό αιώνα, διότι έχουν αλλάξει οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της ζωής. Όμως, είτε πρόκειται για αλλαγή της κατάστασης και των δεδομένων, είτε είναι θέμα αλλαγής στον τρόπο ζωής ή, απλά, μόδας, χρειάζεται να επαγρυπνήσουμε όσο γίνεται, ώστε το νομικό μας σύστημα να μην χάσει τον νομικό του χαρακτήρα, το δίκαιό μας να μην χάσει τις βασικές του αρχές και αξίες. Κυρίως πρέπει να επαγρυπνούμε ώστε θέματα που θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται με την κοινή λογική και την εκπαίδευση, όπως π.χ. το κάπνισμα, να μην απασχολούν τις δικαστικές και διωκτικές υπηρεσίες.
 
Για τις αρχές, βέβαια, είναι και θέμα καθαρά εισπρακτικό το να δίνουν προτεραιότητα στην καταδίωξη τέτοιου είδους μικροπταισμάτων – και να παραμελούν, ταυτόχρονα, την καταδίωξη αξιοποίνων πράξεων πολύ μεγαλύτερης απαξίας. Θα τολμούσα ακόμη να πω, ότι σε μια εποχή εκδημοκρατισμού σε όλα τα επίπεδα, όπου η εξουσία αμφισβητείται, η αμείλικτη καταδίωξη μικροπαραβάσεων που σχετίζονται με την «civility» χρησιμεύουν στο να επισφραγίζουν την ψυχολογική ανάγκη των αρχών να αισθάνονται ότι ακόμη «εξουσιάζουν», τουλάχιστον ασκούν τον έλεγχο...
 
Οι κίνδυνοι για το Δίκαιο
 
Οι κίνδυνοι αυτοί συνοψίζονται στο γεγονός ότι σε παραβατικότητα πταισματικού χαρακτήρα απλοποιείται στο ελάχιστο η ανάλυση της αξιόποινης πράξης και σχεδόν εξαφανίζεται κάθε αναφορά στο animus ως στοιχείου κάθε ποινικού αδικήματος. Ο παραβάτης «πέρασε με κόκινο» και αυτό αρκεί για να τιμωρηθεί, θα ήταν καθαρή πολυτέλεια να αναλυθεί η υπαιτιότητα, οπότε απλά επιμετρείται η ποινή με τρόπο ρομποτικό. Εθίζεται, έτσι, ο μηχανισμός απονομής του δικαίου σε μια τέτοια μεθοδολογία, με αποτέλεσμα η ίδια μεθοδολογία να εξαπλώνεται ακόμη και σε κακουργήματα, πολλές φορές.
 
Αξίζει να αναφέρουμε μια υπόθεση ποινικού δικαίου στη Σουηδία, που συγκλόνισε την κοινωνία και απασχόλησε τα ΜΜΕ της χώρας το 1995. Επρόκειτο για έναν υπότροπο βιαστή ανηλίκου κοριτσιού, ο οποίος καταδικάστηκε σε πολύ ελαφρότερη ποινή από τον πατέρα του κοριτσιού, ο οποίος, με τη σειρά του, κατηγορήθηκε για απόπειρα ανθρωποκτονίας εναντίον του βιαστή. Ο λόγος ήταν, το ότι ο πατέρας του ανηλίκου κοριτσιού επιτέθηκε εναντίον του δράστη, αμέσως μετά την ανακάλυψη του βιασμού, και κατά τη διάρκεια της επίθεσης φώναζε «θα σε σκοτώσω». Κατά την αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, «αυτό δεν μπορεί να ερμηνευτεί διαφορετικά παρά σαν πρόθεση τέλεσης ανθρωποκτονίας»! Εκτός του ότι δεν συζητείται καθόλου η ύπαρξη ελαφρυντικών ή η τέλεση της πράξης εν βρασμώ ψυχής, το κεφαλαιώδες εν προκειμένω ζήτημα του δόλου, αντί να αναλυθεί σοβαρά, αναφέρεται μόνον ακροθιγώς, ουσιαστικά προσπερνιέται, ή μάλλον κρίνεται τυπικά, και το συμπέρασμα βγαίνει μηχανικά και ρομποτικά... Η απόφαση προκάλεσε βέβαια κατακραυγή και ανετράπη από το εφετείο της Στοκχόλμης.
 
Τέτοιου είδους αποφάσεις, τέτοιου είδους σκεπτικά παρατηρούνται όλο και πιό συχνά – και όχι μόνον στη Σουηδία. Ο κίνδυνος για το δίκαιο είναι προφανής.
 
Το υποκειμενικό στοιχείο στο δίκαιο
 
Το δίκαιο δημιουργεί έννομες συνέπειες από ωρισμένα πραγματικά περιστατικά. Όταν τα περιστατικά αυτά είναι ανθρώπινες πράξεις, τότε είναι κεφαλαιώδους σημασίας το να μην απομονώνονται οι πράξεις αυτές από το υποκείμενό των και να μην εκλαμβάνονται σαν απλά φυσικά ή μηχανικά φαινόμενα.
 
Πράγματι, οι ανθρώπινες πράξεις είναι ανθρώπινες πράξεις μόνον όταν παράγονται από τον ανθρώπινο νου. Συνεπώς, είναι απαραίτητο το συστατικό στοιχείο του animus. Στο ποινικό δίκαιο μιλάμε συνήθως για την mens rea, στο ιδιωτικό μιλάμε για δήλωση βουλήσεως. Έτσι, όταν ο νόμος καθορίζει ότι ένα ζώο που εκδηλώνει επιθετικότητα και επικινδυνότητα πρέπει να περιορίζεται σε κλειστό χώρο ή να προσδένεται, τότε η έννομη συνέπεια της υποχρέωσης του κατόχου του ζώου ή των αρμοδίων αρχών να θέσουν το ζώο υπό έλεγχο επέρχεται μόλις το ζώο αυτό εκδηλώσει επιθετική συμπεριφορά. Δεν απαιτείται η συμπεριφορά αυτή να είναι ηθελημένη, γνήσια ή «προμελετημένη». Στην αντίστοιχη, όμως, περίπτωση, όπου ο νόμος ορίζει ότι ένας άνθρωπος που επιτίθεται σε συνάνθρωπό του θα πρέπει να υποστεί στέρηση της ελευθερίας του, η έννομη αυτή συνέπεια δεν επέρχεται αυτομάτως, αλλά θα πρέπει ο εφαρμοστής του δικαίου να εξετάσει το ψυχολογικό στίγμα, το λεγόμενο «state of mind» μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Έτσι, άλλη είναι η έννομη συνέπεια στην περίπτωση που ο δράστης επιτίθεται κατά λάθος, από κάποια παρανόηση, άλλη όταν επιτίθεται εν βρασμώ ψυχής, και πολύ διαφορετική όταν η επίθεση είναι προμελετημένη.
 
Το πνεύμα του δικαίου
 
Επί πλέον, ο εφαρμοστής του δικαίου, κατά τον καθορισμό της έννομης συνέπειας, θα λάβει υπ’ όψη του και άλλους παράγοντες, πέρα και έξω από την υποκειμενική υπόσταση μιας πράξης, πέρα από την οποιαδήποτε δήλωση βουλήσεως. Θα χρειαστεί , πάνω απ’ όλα, να εστιάσει πάνω στο πραγματικό νόημα της διάταξης νόμου, που καλείται να εφαρμόσει.
 
Στις πιό πολλές περιπτώσεις, όμως, ένα δικαίωμα ή μια νομική έννοια ορίζεται στον νόμο με τρόπο που χρήζει ερμηνείας. Ακόμη και αν το νόημα μιας διάταξης εκ πρώτης όψεως φαίνεται σαφές, και πάλι ανακύπτουν διάφορες αμφιβολίες όταν η διάταξη αυτή πρόκειται να εφαρμοστεί πάνω σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά.
 
Δηλαδή, τόσο η έννοια του νόμου όσο και τα πραγματικά περιστατικά είναι συχνά θέμα ερμηνείας. Για να θυμηθούμε τον Nietsche, «es gibt keine Tatsachen, es gibt nur Interpretationen» («δεν υπάρχουν πραγματικά περιστατικά, υπάρχουν μόνον ερμηνείες»). Αφού αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο με βάση τις αισθήσεις μας, δεν μπορεί παρά να είναι θέμα αντίληψης και ερμηνείας το κάθε τι που προτείνεται ως λόγος που επισύρει έννομες συνέπειες.
 
Εδώ ακριβώς έγκειται και η πεμπτουσία της νομικής σκέψης, η οποία έχει αναπτύξει μεγάλο πλούτο ερμηνευτικών μεθοδολογιών, ώστε να επιτυγχάνεται η καλύτερη δυνατή κατανόηση και εφαρμογή του δικαίου.
 
Ένα παράδειγμα είναι ο τρόπος που ορίζεται η κατ’ επάγγελμα τέλεση μιας σειράς αξιοποίνων πράξεων, κατά το άρθρο 23 του κώδικα νόμων για τα ναρκωτικά του 2006 (που παραπέμπει στα άρθρα 20, 21 και 22 για την απαρίθμηση των εν λόγω πράξεων). Πότε όμως έχουμε κατ’ επάγγελμα εμπορία; Είναι προφανές ότι χρειαζόμαστε ερμηνεία και ανάλυση, και ότι μια απλή γραμματική και ρηχή ερμηνεία ή μια μηχανική εφαρμογή του δικαίου δεν θα μας οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα.
 
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει και από την πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου ως προς το αληθές νόημα της «κατ’ επάγγελμα» τέλεσης των πράξεων που απαριθμούνται στα ανωτέρω άρθρα, «δεν αρκεί η εξακολουθητικότητα ή η επανάληψη της πράξης για τη συνδρομή της κατ’ επάγγελμα τέλεσης της πράξης, αλλ’ απαιτείται να προκύπτει ο σκοπός για πορισμό εισοδήματος ως αποτέλεσμα της επανειλημμένης τέλεσης της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης».[5] Αυτό είναι, βέβαια, ένα πολύ ενθαρρυντικό δείγμα μιας εφαρμογής του δικαίου που ακολουθεί το «σαβουάρ βιβρ» της νομικής σκέψης.
 
Κατάληξη
 
Το Δίκαιο δεν χρησιμοποιεί απεριόριστες ή αόριστες έννοιες, αλλά μόνον έννοιες που ορίζονται. Ο νόμος έχει τα όριά του, όπως και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από τον νόμο (άμεσα ή έμμεσα) έχουν τα όριά τους. Στο άρθρο αυτό ασχοληθήκαμε με τα όρια που τίθενται από την ίδια την νομική μεθοδολογία και σκέψη.
 
Δώσαμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα ρομποτικής εφαρμογής του δικαίου, που αποτελεί στην πραγματικότητα μια απάρνηση της νομικής σκέψης, ελπίζοντας να πυροδοτήσουμε το ενδιαφέρον για παραπέρα συζήτηση και επικέντρωση στο θέμα, ώστε να αποσοβηθούν οι κίνδυνοι μιας στρέβλωσης και απογύμνωσης του δικαίου.
 
Ακόμη και αν η διοίκηση, αλλά και ολόκληρη η κοινωνία ρέπει προς τις εύκολες λύσεις του φορμαλισμού και της τυπολατρείας, οι λειτουργοί του δικαίου δεν θα πρέπει ποτέ να απομακρυνθούν από από τη νομική επιστήμη και τις βασικές της αρχές. Αν άλλοι αποφεύγουν τη σκέψη και την ανάλυση, η δικαστική εξουσία θα πρέπει να παραμείνει πιστή στην ορθολογική και επιστημονική μεθοδολογία και στην αξίες πολιτισμού, που στηρίζουν το νομικό μας σύστημα. Διαφορετικά θα καταλήξουμε σε μια κατάσταση, που καλύτερα μπορεί να περιγραφεί από το ρωμαϊκό ρητό summum ius summa iniuria, διότι η επακριβής αλλά καθαρά ρομποτική εφαρμογή του δικαίου χωρεί κυρίως στο μικρο-δίκαιο των παραβάσεων εκείνων, που ίσως δεν θα έπρεπε καν να απασχολούν το νομικό μας σύστημα. Πρόκειται για μια εφαρμογή του δικαίου χωρίς σοφία. Είναι δε η σοφία η ποιοτική εκείνη διάσταση της γνώσης, που εμπεριέχεται στο δίκαιο και θα ήταν άκρως ανεπιθύμητη η απώλειά της.
 

 

[1] Θα ήταν, από την άλλη πλευρά, παρεξήγηση το να θεωρηθεί το παρόν άρθρο σαν μια δήλωση προτίμησης του Αγγλοσαξωνικού δικαίου συνολικά. Υπάρχουν περιπτώσεις, όπου και το Αγγλοσαξωνικό Δίκαιο χάνεται πίσω από “technicalities”, ιδιαίτερα σε θέματα Αποδεικτικού δικαίου, και να ξεχνιέται με αυτόν τον τρόπο η ουσία...

[2] Πρβλ. την γνωστή αγγλοσαξωνική ρήση “Justice delayed is Justice denied” («η καθυστερημένη απόδοση δικαιοσύνης ισοδυναμεί με άρνηση απόδοσης δικαιοσύνης»).

[3] Ταλάτ = σε χωρίζω

[4] «Civility», όπως αποκαλείται στις αγγλοσαξωνικές κοινωνίες.

[5] ΑΠ 5/2005, Ποινικός Λόγος 2005, 66, ΑΠ 1620/2004, Ποινικός Λόγος 2004, 2119, ΑΠ 157/2002, Ποινικός Λόγος 2002, 122 – πρβλ. και Νικ. Παρασκευοπούλου / Κωνστ. Κοσμάτου, Ναρκωτικά, Κατ’ άρθρο Ερμηνεία κ.ν. 3459/2006, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα/Θεσσαλονίκη, 2006, σελ. 109, καθώς και Αθ. Κονταξή, Ποινικό Δίκαιο και Ναρκωτικά, Δίκαιο και Οικονομία, Αθήνα, 1998, σελ. 109, με παραπομπή και στην ΑΠ 208/1995. 

Your rating: None Average: 4.9 (12 votes)