Παρασκευή 22 Ιουνίου 2018


ΠΡΟΦΥΛΑΚΙΣΕΩΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

ΠΡΟΦΥΛΑΚΙΣΕΩΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ
 
Με βάση τη νομοθεσία, η προφυλάκιση του κατηγορουμένου αποτελεί και πρέπει ν’ αποτελεί την εξαίρεση, ενώ κανόνας είναι να μην στερείται της ελευθερίας του ο κατηγορούμενος, αλλά να επιβάλλονται εις βάρος του οι λεγόμενοι “περιοριστικοί όροι”, αν συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
 
Περιοριστικοί όροι επιβάλλονται για να εξασφαλιστεί η εμφάνιση του κατηγορουμένου ενώπιον του αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου, αν τελικά παραπεμφθεί σε δίκη, καθώς και για να είναι στη διάθεση του ανακριτή, ώστε, με τη συμμετοχή του, να ολοκληρωθεί η ανακριτική διαδικασία με σκοπό να βεβαιωθεί ή να διαψευστεί η τέλεση εγκλήματος.
 
Συνηθέστεροι περιοριστικοί όροι είναι η εμφάνιση του κατηγορουμένου στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής, όπου βρίσκεται η κατοικία του, σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα (μια ή περισσότερες φορές κάθε μήνα) ή/και η πληρωμή χρηματικής εγγύησης.
 
Στην πράξη, η νομοθεσία, που απαγορεύει κατά κανόνα τη στέρηση της ελευθερίας του κατηγορουμένου χωρίς αυτός να έχει δικαστεί, παραβιάζεται συστηματικά από τους ανακριτές και εισαγγελείς, οι οποίοι ασύδοτοι προφυλακίζουν χωρίς να ελέγχουν κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με την επιμέλεια που επιβάλλει σε αυτούς η ιδιότητα των δικαστικών λειτουργών. Βέβαια, υπάρχουν σπάνιες εξαιρέσεις δικαστικών, που σέβονται και εφαρμόζουν τους ισχύοντες νόμους σχετικά με την απαγόρευση της προφυλάκισης. Αποτελούν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα, με αποτέλεσμα να έχουν γεμίσει οι άθλιες φυλακές από υπόδικους, στην πλειονότητά τους αθώους, κοινωνικά ανίσχυρους, οικονομικά αδύναμους, νέους, άρρωστους και άσχετους, που ταλαιπωρούνται εξ αιτίας της ανικανότητας του συστήματος και της κακής στελέχωσής του.
 
Για να τονίσει ο νομοθέτης, ότι η προφυλάκιση, που προβλέπεται ειδικά στο Σύνταγμα (προκειμένου ν’ αποτελεί την εξαίρεση και να διαρκεί για περιορισμένο χρόνο, σύμφωνα με το άρθρο 6 Σ), δεν αποτελεί, στην ουσία ποινή, αντικατέστησε τη λέξη «προφυλάκιση» με τον όρο «προσωρινή κράτηση». Η αντικατάσταση αυτή δεν συνέβαλε στον περιορισμό των προφυλακίσεων. Αντίθετα, προκύπτει, ότι οι αρμόδιοι λειτουργοί θεωρούν πως ασκούν δήθεν καθήκον με τις αθρόες και άδικες προφυλακίσεις, που περιλαμβάνουν όχι μόνο κατηγορούμενους για σοβαρά εγκλήματα, δηλαδή για κακουργήματα, με προβλεπόμενη ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης (μέχρι είκοσι ετών) ή ισόβιας κάθειρξης, αλλά και για κατηγορούμενους για μικρότερης βαρύτητας αδικήματα. Επίσης, προφυλακίζονται, παράνομα, νεαροί κατηγορούμενοι, προσφυγοποιημένοι αλλοδαποί και μετανάστες, ανίατα ασθενείς, με παθήσεις που απαγορεύουν την προφυλάκιση, καθώς και υπερήλικες, που είναι ασθενείς και από μόνη τη μεγάλη τους ηλικία. Οι προφυλακίσεις δεν αποτρέπονται ούτε από τη συνταγματική κατοχύρωση της λεγόμενης αξίας ή αξιοπρέπειας του Ανθρώπου, που προβλέπεται στο άρθρο 2§1 Σ, ούτε από άλλη διάταξη καθώς και από τις διεθνείς Συνθήκες, τις οποίες έχει αναγνωρίσει η χώρα μας.
 
Προκειμένου ν’ αποφύγουν τυχόν κριτική ή τον (ούτως ή άλλως χλιαρό) έλεγχο του Επιθεωρητή, με τη μομφή της απελευθέρωσης εγκληματιών με σημαντική εγκληματική δράση, διατάσσονται προφυλακίσεις, αδιακρίτως. Αποτέλεσμα είναι, πέραν της συσσώρευσης υποδίκων στις ήδη υπερκορεσμένες φυλακές, να δημιουργείται στους άδικα στερούμενους της ελευθερίας τους τάσεις και επιθυμίες εκδίκησης όχι κατά των υπαίτιων των άδικων και αδικαιολόγητων προφυλακίσεων, αλλά εναντίον ολόκληρης της κοινωνίας, που είναι ο τελικός αποδέκτης των συνεπειών των εγκλημάτων και του αβυσσαλέου μίσους των άδικα στερούμενων του πολυτιμότερου αγαθού, της ελευθερίας.
 
Βασικό μέλημα των υπουργών δικαιοσύνης δεν είναι η βελτίωση των συνθηκών απονομής δικαίου καθώς και η βελτίωση του πανάθλιου σωφρονιστικού συστήματος (που δεν σωφρονίζει αλλά προάγει την εγκληματικότητα), αλλά η διατήρηση προφυλακισμένων των υποδίκων, υπέρ των οποίων θα έπρεπε να ισχύει και στην παράξενη χώρα μας το τεκμήριο της αθωότητας. Δηλαδή, το τεκμήριο, σύμφωνα με το οποίο ο υπόδικος και κάθε κατηγορούμενος θεωρείται ως αθώος μέχρι να δικαστεί και να καταδικαστεί αμετάκλητα : να έχει εξαντλήσει όλα τα ένδικα μέσα και η ενοχή του να έχει βεβαιωθεί όχι μόνο σε δεύτερο βαθμό αλλά και σε επίπεδο νομικού ελέγχου της οριστικής καταδίκης, από τον Άρειο Πάγο.
 
Αποτέλεσμα της επιθυμίας να στερούνται οι υπόδικοι της ελευθερίας τους, χωρίς δίκη, σε αντίθεση με τη νομοθεσία αλλά και με το άρθρο  48 § 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (σύμφωνα με το οποίο “κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο”), είναι, πέραν των άλλων, και η «είδηση», ότι είχε χτυπήσει …συναγερμός στο Υπουργείο Δικαιοσύνης από τα τελευταία «κρούσματα» αποφυλάκισης κατηγορουμένων λόγω παρέλευσης του ανώτατου 18μηνου ορίου προσωρινής κράτησης. Για τον λόγο αυτό, ο τέως υπουργός δικαιοσύνης θέλησε ν’ αναλάβει πρωτοβουλία, με νομοθετικά μέτρα, προκειμένου να εξαλειφθούν τα φαινόμενα αποφυλάκισης κατηγορουμένων.
Σύμφωνα με πληροφορίες, κατά τη διάρκεια της θητείας του προηγούμενου υπουργού της ήπιας Αριστεράς, στα νομοθετικά μέτρα που καταρτίζονταν θα προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι οι προθεσμίες που ισχύουν στο νόμο περί διαφθοράς πολιτικών προσώπων (4022/2011) θα επεκταθούν και σε υποθέσεις «που αφορούν κακουργηματικές υποθέσεις μεγάλου κοινωνικού ενδιαφέροντος και μείζονος δημοσίου συμφέροντος, καθώς και κακουργήματα που ενέχουν το στοιχείο της μεγάλης ηθικής και κοινωνικής απαξίας και έχουν συνταράξει την κοινή γνώμη».
Σύμφωνα με τον τέως αριστερόστροφο υπουργό, οι αποφάσεις γι’ αυτές «θα εκδίδονται πριν από τη συμπλήρωση του 18μήνου των προσωρινά κρατουμένων κατηγορουμένων στις εν λόγω υποθέσεις». Οι υποθέσεις αυτές αφορούν σε βαριά αδικήματα που προβλέπεται ακόμα και ισόβια κάθειρξη (εγκληματική οργάνωση, ανθρωποκτονίες, υποθέσεις τρομοκρατίας κλπ). Σημειωτέον, ότι για ν’ αποκτήσουν «βαρύτητα» τα εγκλήματα φροντίζουν οι ως προς τούτο έμπειρες αστυνομικές διευθύνσεις, οι οποίες συχνά μετατρέπουν απλά πλημμελήματα σε βαρύτατα κακουργήματα, με εμφανή και, πολλές φορές άτεχνη αλλοίωση των αποδείξεων και των στοιχείων, που συγκεντρώνονται χωρίς την απαιτούμενη προς τον νόμο προσήλωση και υποταγή. Για τον λόγο αυτό, πληροφορούμαστε, ότι επίκειται η νομοθετική καθιέρωση ως επιτρεπτών και των αποδεικτικών μέσων, που έχουν αποκτηθεί με παράνομες και εγκληματικές πράξεις, με νέα παραβίαση του Συντάγματος!
 
Σε αρμονία με αυτές της υπέρ της στέρησης της ελευθερίας των κατηγορουμένων εξαγγελίες ενός από τους θεωρούμενος σαν “προοδευτικούς” πολιτικούς, δικηγόρου του ίδιου (και μάλιστα εργατολόγου), λήφθηκε σειρά αντισυνταγματικών μέτρων, εξ αιτίας των οποίων η κατάσταση στον χώρο απονομής της λεγόμενης Δικαιοσύνης χειροτέρευσε.
 
Ειδικότερα, σοβαρά αδικήματα, σε επίπεδο κακουργήματος, ανατέθηκαν, σε αντίθεση με τις συνταγματικές προβλέψεις (άρθρου 97 §1 Σ), σε …μονομελή εφετεία. Σε δικαστήρια που συγκροτούνται από ένα δικαστή με τον βαθμό του εφέτη, με αποτέλεσμα να αυξηθούν οι υπερβολικές, δυσανάλογες, παράνομες, αυθαίρετες και άδικες καταδίκες με την ταυτόχρονη αύξηση του αριθμού των φυλακισμένων.
 
Για να παραμείνουν μέσα στις φυλακές οι κατηγορούμενοι και οι υπόδικοι, τα παρά το Σύνταγμα συγκροτούμενα ποινικά δικαστήρια εφαρμόζουν μεθόδους παλιών στρατοδικείων, που συνεδρίαζαν υπό έκτακτες ή και ανώμαλες περιστάσεις. Συγκεκριμένα, κατά κανόνα, οι πρόεδροι των ποινικών δικαστηρίων αφαιρούν αδικαιολόγητα τον λόγο από τους συνηγόρους υπεράσπισης των κατηγορουμένων, τους προτρέπουν να συντομεύουν κατά την ανάπτυξη της υπεράσπισης, διορίζουν συνηγόρους με δική τους πρωτοβουλία, αν τυχόν ο συγκεκριμένος και επιλεγμένος από τον κατηγορούμενο συνήγορος έχει κάποιο κώλυμα. Με λίγα λόγια, κάνουν ό τι νόμιμο ή παράνομο κρίνουν προκειμένου να ολοκληρωθεί η ποινική διαδικασία μέσα σε ασφυκτικά χρονικά όρια, με την τελική, κατά κανόνα, καταδίκη του κατηγορουμένου –του αποδέκτη αυτής της ανεπίτρεπτης μεθόδευσης- σε ποινές δεκάδων ετών κάθειρξης ή, σε πλείστες περιπτώσεις, ακόμη και εκατοντάδων ετών στέρηση της ελευθερίας. Μοναδικός σκοπός πλείστων δικών δεν είναι η απονομή δικαιοσύνης και καταδίκης του ενόχου, αλλά τήρησης με θρησκευτική προσήλωση και απερίγραπτο άγχος των ορίων της προφυλάκισης και μη απελευθέρωσης του καταδίκου, με την πρωτότυπη για τα κρατούντα στη χώρα μας σκέψη, ότι, αν είναι πραγματικά αθώος ο κατηγορούμενος, αυτό θα κριθεί σωστά από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Θεωρείται, δηλαδή, ο πρώτος βαθμός δικαιοδοσίας, κατά κανόνα, σαν στάδιο καταδίκης και διατήρησης του προφυλακισμένου εντός της φυλακής και όχι ως στάδιο δίκαιης και νόμιμης κρίσης.
 
Τα παραδείγματα της περιγραφόμενης παραπάνω κατάστασης είναι αμέτρητα, όπως η άδικη και αδικαιολόγητη προφυλάκιση ενός χειραγωγούμενου, χωρίς δυνατότητα να μετακινείται, ανάπηρου, βαρύτατα ασθενούς, καθώς και η αδικαιολόγητη καταδίκη σε ποινή δεκαετούς κάθειρξης ενός ανίατα πάσχοντος τοξικομανούς, επειδή τον συνέλαβαν να κατέχει μισό γραμμάριο ναρκωτικής ουσίας.
 
Για την απαράδεκτη για πολιτισμένη χώρα αυτή κατάσταση ευθύνονται συλλήβδην, μαζί με τους ανίκανους πολιτικούς, οι δικηγόροι, που έχουν απολέσει το κύρος του λειτουργήματός τους, και οι δικαστικοί λειτουργοί που ενδιαφέρονται για την οικονομική υπεροχή και για προνόμια, διατηρώντας την εσφαλμένη αντίληψη ότι ειδικά γι’ αυτούς δεν ισχύουν οι νόμοι.
 
Ας ελπίσουμε πως κάποιος με φιλότιμο, διαθέτοντας κοινό νου αλλά και κατάρτιση, αρετές, τα απαιτούμενα προσόντα και κυρίως δύναμη θ’ απαλλάξει την κοινωνία από τις νοσηρές αυτές καταστάσεις και από την αδικία πριν ξεσπάσει εξέγερση και αληθινή επανάσταση του πλήθους των αδικούμενων και καταπιεσμένων, ημεδαπών αλλά και αλλοδαπών.
 
Ε. Παπαδάκης
 

  

Your rating: None Average: 5 (8 votes)