Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2017


Άρρωστοι φυλακισμένοι

 

Το σημείωμα αυτό γράφτηκε με αφορμή το υπ’ αριθ. 465/07.11. 2013 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών, που αποτελεί όαση μέσα στην έρημο της σκληρότητας, που διακρίνει την άσκηση της δικαστικής εξουσίας.
 
Υπέρτατο αγαθό είναι η ανθρώπινη ζωή, σύμφωνα με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Χώρας μας. Υπέρτατο αγαθό αποτελεί και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Κατά μία άποψη, η ανθρώπινη τιμή υπερτερεί σε αξία της ανθρώπινης ζωής.
 
Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η τιμή προϋποθέτουν την ύπαρξη ζωντανού του ανθρώπου.
 
Γι’ αυτό, η ανθρώπινη ζωή και, βέβαια, η υγεία προστατεύονται απόλυτα από τη νομοθεσία.
 
Σε αντίθεση με τη νομοθεσία, όσοι καταδικάζονται σε ποινές στέρησης της ελευθερίας, που δεν μετατρέπονται σε χρηματικές, καθώς και όσοι, κατά κανόνα αυθαίρετα, προφυλακίζονται, με απόφαση του ανακριτή και τη σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα (δικαστικών λειτουργών, που δεν υποβάλλονται, προ του διορισμού τους, σε ειδικές εξετάσεις διαπιστώσεως της νοημοσύνης και της ψυχικής και ηθικής συγκροτήσεως της προσωπικότητός τους, κατά τις διαπιστώσεις τέως προέδρου του Αρείου Πάγου), στοιβάζονται στις ακατάλληλες και υπερκορεσμένες φυλακές.
 
Με αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) καταδικάζεται συνεχώς η Ελλάδα, εξ αιτίας των απαράδεκτων και απάνθρωπων συνθηκών, που επικρατούν στις φυλακές [βλ “Nomika-Epilekta” το άρθρο “Καταδίκες από το ΕΔΔΑ”].
 
Μέσα στις φυλακές στοιβάζονται, μαζί με τους υγιείς, ασθενείς (πολλοί από τους οποίους πάσχουν από βαριά και ανίατα νοσήματα) και ετοιμοθάνατοι.
Εισαγγελείς και δικαστές δεν επηρεάζονται (δεν “συγκινούνται”) από τις ασθένειες προφυλακισμένων και καταδίκων. Για τον λόγο αυτό, πολλοί ασθενείς αποβιώνουν μέσα στις φυλακές, καταδικασμένοι σε αργό και μαρτυρικό θάνατο, ενώ θα έπρεπε να είχαν απελευθερωθεί για να μην βασανίζονται (και για να τύχουν της απαιτούμενης περίθαλψης υπό καθεστώς ελευθερίας). Ταυτόχρονα, μολύνουν με τις ασθένειές τους και τους υγιείς, που δεν μπορούν ν’ αμυνθούν και ν’ αντιδράσουν.
 
Αιτήσεις, προσφυγές, ένδικα μέσα και αναφορές των σωματικά ή και ψυχικά ασθενών κρατουμένων (προφυλακισμένων και καταδικασμένων) δεν αξιολογούνται από τους αρμόδιους, οι οποίοι, με τις πλήρως απορριπτικές τους αποφάσεις απαντούν στερεότυπα (επί των αιτημάτων των ασθενών κρατουμένων και των συνηγόρων τους για άμεση αποφυλάκιση προς θεραπεία), ότι οι ασθενείς μπορούν, δήθεν, να “νοσηλευτούν” και ν’ αντιμετωπίσουν τις ασθένειές τους μέσα στη φυλακή.
 
Αυτό συμβαίνει, επειδή οι απορρίπτοντες τις αιτήσεις αποφυλάκισης των ασθενών κρατουμένων (που έχουν άμεση ανάγκη ιατρικής περίθαλψης και όχι “σωφρονισμού”),
(α΄) δεν έχουν καμιά γνώση των απάνθρωπων συνθηκών στις υπερκορεσμένες φυλακές, ούτε γνώση του λεγόμενου “σωφρονιστικού δικαίου” (που, όπως εφαρμόζεται, δεν σωφρονίζει, αλλά κατορθώνει το εντελώς αντίθετο),
(β΄) δεν ενδιαφέρονται για την υγεία και τη ζωή των κρατουμένων, εξ αιτίας της εκ του επαγγέλματος πώρωσης, που θεωρεί αβασάνιστα κάθε αίτημα φυλακισμένου και κάθε επιχείρημα του συνηγόρου του σαν πρόσχημα, τέχνασμα και ψευδολογία,
(γ΄) δεν υφίσταται συνεργασία μεταξύ δικαστικών λειτουργών και συνηγόρων, αλλά τριτοκοσμική αντιπαλότητα, με συνέπεια να βασανίζονται ανεπίτρεπτα οι φυλακισμένοι (χαρακτηριστικά ο τέως πρόεδρος του Αρείου Πάγου σημειώνει, ότι “ένθερμοι κρυφοπολέμιοι των δικαστικών λειτουργών είναι οι περισσότεροι καθηγητές των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και κάποιοι μεγαλοδικηγόροι. Οι δύο τελευταίες κατηγορίες που θα έπρεπε να είναι εκ φύσεως υπερασπιστές των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών είναι φανατικοί επικριτές τους και καταλαμβάνονται από αλλεργία με τη σκέψη ότι το Σύνταγμα θεωρεί αυτούς άμεσα όργανα απονομής του δικαίου και επομένως εκφραστές της τρίτης κρατικής λειτουργίας”. Τέτοιες δηλώσεις επιβεβαιώνουν τη διαπίστωση, ότι δεν ανήκουμε ακόμα στην Ευρωπαϊκή Οικογένεια, αλλά κατατάσσεται η Χώρα μας στα κράτη του λεγόμενου “τρίτου κόσμου”), και
(δ΄) δεν αντιμετωπίζουν καμιά κύρωση στις συχνές περιπτώσεις θανάτου ή απώλειας της υγείας κάποιου, τον οποίο φυλάκισαν, ούτε έχει συνέπειες γι’ αυτούς η άδικη και παράλογη στέρηση της ελευθερίας του κατηγορουμένου, ακόμα και στην περίπτωση αθώωσής του. Αντίθετα, αν επιδείξουν ανθρωπιά και επιείκεια, φοβούνται πως θα διατρέξουν τον “κίνδυνο” να κατηγορηθούν, πρώτα από συναδέλφους τους και ύστερα από τους οπαδούς της φυλάκισης, ακόμη και για τα “ελαφρά” πλημμελήματα (οι τελευταίοι επιδιώκουν την κατάργηση της μετατροπής των ποινών σε χρηματικές και την εξακολούθηση του στοιβάγματος σαν ζώων των υποδίκων και καταδίκων).
 
Για την απάνθρωπη μεταχείριση των ασθενών φυλακισμένων, ακόμα και των ανίατα και βαριά άρρωστων, συνηγορούν αρκετοί οπαδοί των τελικών λύσεων και του αυταρχισμού της Εξουσίας.
 
Χαρακτηριστικά, κάποιος τονίζει πως, δήθεν, “η νομοθετική μηχανή έχει ιδιαίτερες προτιμήσεις στους θύτες και όχι στα θύματα”, λησμονώντας, ότι αυτή η “μηχανή” επηρεάζεται απόλυτα από ορισμένους τέως και εν ενεργεία δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι δεν διακρίνονται για τα δημοκρατικά τους φρονήματα.
 
 
Είναι αλήθεια πως συχνά καταδικάζονται σε βαριές ποινές αθώοι, που δεν διαθέτουν τα χρήματα για να χρηματοδοτήσουν την υπεράσπισή τους, ούτε τα μέσα για να διαπιστωθεί η αθωότητά τους. Γι’ αυτό, αντιμετωπίζοντας την προκατάληψη των διωκτικών και δικαστικών Αρχών, καταδικάζονται, με τις γνωστές συνοπτικές διαδικασίες των ελληνικών δικαστηρίων, χωρίς ν’ αξιολογείται η ηλικία, η κοινωνική τους τάξη καθώς και, κυρίως, η κατάσταση της υγείας τους. Έτσι, καταλήγουν στις φυλακές βαρύτατα ασθενείς, ο εγκλεισμός των οποίων συνεπάγεται τη λήξη της ζωής τους, μέσα στις ίδιες φυλακές.
 
Αυτές οι επισημάνσεις, που λίγο – πολύ είναι γνωστές ευρύτερα, έγιναν με σκοπό να εξαρθεί η αξία ενός προσφάτου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών (υπ’ αριθ. 465/07.11.2013), που ξεφεύγει από τα συνηθισμένα και αναιρεί όσα σημειώθηκαν σχετικά με τις απόψεις για την καταλληλότητα των δικαστικών λειτουργών από τον τέως πρόεδρο του Αρείου Πάγου.
 
Με το βούλευμα αυτό, διατάχθηκε η διενέργεια ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης για να κριθεί, εάν ο καταδικασμένος σε ποινή ισόβιας κάθειρξης, βαρύτατα ασθενής, έχει το δικαίωμα να υπολογίσει τον χρόνο κράτησής του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 105§7 του Ποινικού Κώδικα (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 67 § 1 του νόμου 4139/20.03.2013, με τον οποίο έγινε προσπάθεια να εκσυγχρονιστεί η σχετικά με τα ναρκωτικά Νομοθεσία), ανατρέχοντας σε προγενέστερο της τροποποίησης του άρθρου τούτου χρονικό διάστημα.
 
Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, “κάθε ημέρα παραμονής σε σωφρονιστικό κατάστημα (δηλαδή στη φυλακή) κρατουμένων”, που πάσχουν από συγκεκριμένες, ειδικά προβλεπόμενες βαριές ασθένειες, “υπολογίζεται ευεργετικά ως δύο ημέρες εκτιόμενης ποινής”, εφ’ όσον έχει διαπιστωθεί ποσοστό αναπηρίας 65% και άνω.
 
Σύμφωνα με το διατακτικό του βουλεύματος, ανατέθηκε στον πραγματογνώμονα “να γνωμοδοτήσει με αιτιολογημένη έκθεσή του”
(α΄) για το ποια είναι η τωρινή κατάσταση της υγείας του αιτούντος ασθενούς καταδικασμένου και αν αυτή επάγεται αναπηρία στο ποσοστό, που προβλέπει ο νόμος,
(β΄) αν βάσει της κατάστασης της υγείας του αιτούντος ήδη κατά την έναρξη της κράτησής του (κατά το 2003), μπορούσε αυτός να κριθεί ανάπηρος κατά το νόμιμο ποσοστό και άνω καθώς και
(γ΄) να προσδιοριστούν από τον πραγματογνώμονα - ιατροδικαστή, βάσει του ιατρικού ιστορικού του αιτούντος, τα χρονικά διαστήματα από την έναρξη της κράτησής του και επέκεινα, κατά τα οποία ο ανωτέρω μπορούσε να κριθεί ανάπηρος κατά το νόμιμο ποσοστό αναπηρίας και άνω.
Το βούλευμα αυτό, όπως τονίστηκε στην εισαγωγή του παρόντος σημειώματος, αποτελεί μια πραγματική όαση μέσα στην έρημο της αδικίας, της έλλειψης επιείκειας και της σκληρότητας των δικαζόντων προς τους δικαζόμενους, των δυνατών προς τους αδύνατους.
 
Καλή Χρονιά.
 
Ε. Παπαδάκης
 
Your rating: None Average: 4.7 (21 votes)