Κυριακή 30 Απριλίου 2017


Η αξία της ανθρώπινης ζωης και η δικαστική αποτίμησή της

Η ανθρώπινη ζωή είναι ανεκτίμητη καθώς και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια ή, κατά το Σύνταγμα, η αξία του ανθρώπου (άρθρο 2 Σ).
 
Μεγαλύτερη από την αξία της ζωής, είναι η αξία της ανθρώπινης τιμής. Για λόγους τιμής διαπράττονται και φόνοι.
 
Η τιμή μπορεί ίσως να αποκατασταθεί, ενώ αν χάσει ο άνθρωπος τη ζωή του, δεν νοείται αποκατάσταση ή επανόρθωση. Γι’ αυτό, οι στενοί συγγενείς του αποθανόντος δικαιούνται να ζητήσουν αποζημίωση από τον υπαίτιο. Αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης (pretiumdoloris).
 
Τα Ελληνικά Δικαστήρια επιδικάζουν κατ’ εξαίρεση αξιόλογα χρηματικά ποσά για αποζημίωση σωματικών βλαβών, όπως για τραυματισμούς από τροχαία ατυχήματα.
 
Αποζημίωση επιδικάζεται στους συγγενείς αυτών που πέθαναν από ατύχημα ή από δόλια ενέργεια. Την αποζημίωση πληρώνει αντίστοιχα ο υπαίτιος του ατυχήματος ή ο δολοφόνος.
 
Αν η βλάβη της υγείας ή ο θάνατος οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη δημοσίου υπαλλήλου, η υποχρέωση αποζημίωσης επιβαρύνει το Δημόσιο.
 
Με την υπ’ αριθ. 5431/08.10.2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών κρίθηκε το ζήτημα αποζημίωσης από το Δημόσιο των γονέων και του αδελφού μιας εικοσιδυάχρονης, που πέθανε μέσα στη φυλακή από ενέργειες (πράξεις και παραλείψεις) δημόσιων υπαλλήλων (των δεσμοφυλάκων ή σωφρονιστικών υπαλλήλων). Το Εφετείο μεταρρύθμισε την υπ’ αριθ. 1881/2011 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και έκρινε πως η ζωή της θανούσης αξίζει πενήντα χιλιάδες ευρώ (50.000 € για κάθε γονέα και για τον αδελφό 20.000 €).
 
Συνεπώς, στη Χώρα μας, η ανθρώπινη ζωή αποτιμάται σε 20.000 € έως 50.000 €. Για το Δημόσιο η ζωή δεν έχει μεγαλύτερη αξία από τα ποσά αυτά, με τα οποία αποζημιώνονται οι στενοί συγγενείς του θανόντος (οι γονείς και οι αδελφοί).
 
Παρακάτω σημειώνουμε απόσπασμα από το σκεπτικό της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
 
Το θύμα των οργάνων του Δημοσίου ήταν τοξικομανής. Ο Ανακριτής Λάρισας, όταν προσήχθη ενώπιόν του η 22χρονη άρρωστη, διέταξε, με ένταλμα προσωρινής κράτησης, τον εγκλεισμό της στη φυλακή, με την κατηγορία της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, δηλαδή της παράβασης του νόμου περί ναρκωτικών [τώρα ισχύει ο νόμος 4139/2013. Ψηφίστηκε όταν Υπουργός Δικαιοσύνης ήταν ο επιλεγμένος από το κόμμα της Ανανεωτικής Αριστεράς και προβλέπει, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, την καταδίκη σε ισόβια κάθειρξη ακόμα και του άρρωστου τοξικομανούς, σε αντίθεση με τις νομοθεσίες των Κρατών – Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης].
 
Σε εκτέλεση του Εντάλματος Προσωρινής Κράτησης, η ασθενής εγκλείσθηκε στις Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού. Εκεί, όπως βεβαιώθηκε μετά τον θάνατό της, οι δεσμοφύλακες επέτρεπαν τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών μέσα στη φυλακή, προκειμένου να παραμένουν ήρεμες οι σωφρονιζόμενες.
 
Ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς 2002, όταν οι δεσμοφύλακες άκουσαν από ένα κελί τέσσερις από τις κρατούμενες, όλες ασθενείς από ναρκωτικά, να καλούν σε βοήθεια. Κάποια από αυτές, με τη βοήθεια της μητέρας της, είχε πετύχει την εισαγωγή ηρωίνης στις φυλακές, χρήση της οποίας έκαναν οι τοξικομανείς, με αποτέλεσμα να δηλητηριαστούν.
 
Οι δεσμοφύλακες, δεν μετέφεραν τις φυλακισμένες στο Νοσοκομείο. Μεταφέρουν τη μια από αυτές, ενώ τις υπόλοιπες τις κλείδωσαν πάλι στο κελί. Αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας ήταν, το πρωί της επόμενης ημέρας, την Πρωτοχρονιά, να βρεθούν τρεις από τις άρρωστες νεκρές, ενώ η τέταρτη χαροπάλευε.
 
Τα Διοικητικά Δικαστήρια κλήθηκαν να επιδικάσουν αποζημίωση στους γονείς και τον αδελφό μιας από τις θανούσες, της 22χρονης. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο έκρινε πως έπρεπε έκαστος από τους γενείς να αποζημιωθεί με 180.000 € και ο αδελφός με 80.000 €.
 
Το Δημόσιο άσκησε έφεση κατά της απόφασης του Πρωτοδικείου. Επί της έφεσης εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 5431/2013 απόφαση, η οποία έκρινε ότι
 
(α΄) η θανούσα, εξ αιτίας της ασθένειάς της, δεν μπορούσε να σκεφτεί λογικά, όμως
 
(β΄) ευθυνόταν και η ίδια η άρρωστη για την απώλεια της ζωής της και
(γ΄) έπρεπε να καταβληθούν 50.000 € σε κάθε γονέα και 20.000 € στον αδελφό της νεαρής, ως ψυχική οδύνη, επειδή κρίθηκε συνυπαίτια η θανούσα και θύμα για την πρόκληση του θανάτου της.
 
Σύμφωνα με την εφετειακή απόφαση, “ενόψει των διατάξεων που αναφέρθηκαν, δεν μπορεί ν’ αποδοθεί, κατ’ αρχάς, στην θανούσα συνυπαιτιότητα από το ότι ενέδωσε στην έξη της προς τα ναρκωτικά και έκανε χρήση ηρωίνης, διότι, η απώλεια της ζωής της, καθ’ ο μέρος αφορά τη χρήση αυτή, επήλθε υπό το καθεστώς της συνομολογούμενης παραδοχής, ότι εστερείτο των αναγκαίων προς αποτροπή ψυχικών δυνάμεων. Αυτό προκύπτει από το ότι η θανούσα είχε γίνει δεκτή από συμβουλευτικό πρόγραμμα κρατουμένων του Κέντρου Πολλαπλής Παρέμβασης του ΚΕ.ΘΕ.Α., ως τοξικομανής, δηλαδή άτομο ουσιοεξαρτώμενο, που απέκτησε την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορούσε να την αποβάλλει με τις δικές της δυνάμεις. Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται, ούτε το εκκαλούν Δημόσιο επικαλείται τέτοιο στοιχείο, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της χρήσης είχε επιτευχθεί οποιουδήποτε επιπέδου ή βαθμού απεξάρτησή της. Τουναντίον, στην προαναφερθείσα βεβαίωση του ΚΕ.ΘΕ.Α. ο υπεύθυνος του Κέντρου, που υπογράφει τη βεβαίωση αυτή, επισημαίνει, ότι η «παρούσα βεβαίωση έχει θέση απλής επιβεβαίωσης παρουσιών και όχι την ισχύ ολοκλήρωσης θεραπευτικού προγράμματος (ν. 2331/1995)». Ούτε άλλωστε αρκεί, κατά την κοινή πείρα, ένα μόνο τρίμηνο παρακολούθησης τέτοιου προγράμματος για τη σωματική απεξάρτηση, ενώ προκειμένου να γίνει λόγος για πλήρη επαναφορά του ατόμου, απαλλαγμένου από τον κίνδυνο της υποτροπής, απαιτείται και η ψυχική του απεξάρτηση και ως ένδειξη επίτευξης αυτών των δύο και την επανένταξή του στο κοινωνικό σύνολο. Αντιθέτως, συντρέχει συνυπαιτιότητά της, κατά την έννοια του άρθρου 300 του Αστικού Κώδικα, από το ότι μαζί με την ηρωίνη ανάλωσε και το ψυχοτρόπο φάρμακο Melleril, στον βαθμό που αυτό συνέργησε, κατά την προεκτεθείσα άποψη του ιατροδικαστή στο αποτέλεσμα του θανάτου, δεδομένου, ότι, μετά βεβαιότητας, η θανούσα, ούσα χρήστης επί αρκετό διάστημα, γνώριζε, ότι δεν ήταν επιτρεπτή η από κοινού λήψη ηρωίνης και ψυχοτρόπων φαρμάκων, με αυτήν δε την έννοια πρέπει να της αποδοθεί συνυπαιτιότητα κατά ποσοστό 20%, κατά τον μερικώς βάσιμο λόγο της έφεσης του εκκαλούντος Δημοσίου” [σελ. 22η και 23η της εφετειακής απόφασης].
 
Η δικαστική αυτή διάγνωση ας προβληματίσει όσους ενδιαφέρει η ποιότητα των δικαστικών αποφάσεων. Ειδικά,  ας προβληματίσει η κρίση του Εφετείου, ότι ευθύνεται και η ανίκανη ασθενής για την πρόκληση του δικού της θανάτου, ενώ βρισκόταν υπό την απόλυτη εξουσία των δεσμοφυλάκων, κλεισμένη στη φυλακή, αντί να βρίσκεται σε Νοσοκομείο για θεραπεία.
 
Και σε αυτήν την περίπτωση οι αθρόες προφυλακίσεις, τις οποίες διατάσσουν, τα όργανα της Δικαστικής Εξουσίας, αποτελούν, σε πολλές περιπτώσεις, υπογραφή θανατικής καταδίκης.
 
Ε. Παπαδάκης
Your rating: None Average: 5 (34 votes)