Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017


ΤΥΠΟΛΑΤΡΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΡΟΜΕΣ ΣΤΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

Με απόφαση του Αρείου Πάγου, κρίθηκε, ότι η έλλειψη του αριθμού της δικαστικής απόφασης, που προσβάλλεται με αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου, στο χορηγηθέν από τον αναιρεσείοντα στον δικηγόρο πληρεξούσιο, δεν θίγει το κύρος του πληρεξουσίου, εφ’ όσον τα λοιπά στοιχεία, σε αυτό, είναι σωστά. Ειδικότερα, με την απόφαση ΑΠ 206/2014, του Ζ΄ Τμήματος του Αρείου Πάγου, έγινε δεκτό, κατά πλειοψηφία, ότι : αν από το πληρεξούσιο προκύπτει σαφώς η πράξη, την οποία αφορά το ένδικο μέσο, με την αναφορά όχι μόνο των γενικών της χαρακτηριστικών, αλλά και της ποινής που επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, η, από παραδρομή, μη αναφορά του αριθμού της αποφάσεως δεν ασκεί επιρροή και δη δεν μπορεί να οδηγήσει στην απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου, δεδομένου και του ότι ο αριθμός είναι δυνατόν και να μην υφίσταται, γιατί επί δημοσίων εγγράφων, όπως είναι και οι δικαστικές αποφάσεις, η ύπαρξη του αφορά την εσωτερική μνήμη την υπηρεσίας και η έλλειψη του δεν επιδρά στο κύρος τους.
 
Με την ίδια απόφαση, ο Άρειος Πάγος, επίσης κατά πλειοψηφία, δέχτηκε, ότι οι αντιφάσεις, που διαπιστώνονται στο σκεπτικό της απόφασης, που προσβάλλεται με την αναίρεση, δεν θεμελιώνουν (δεν ιδρύουν) λόγο αναίρεσης, όταν αυτές οφείλονται σε παραδρομή.
Η απόφαση παρατίθεται ολόκληρη εν συνεχεία.
 
Απόφαση 206 / 2014    Αρείου Πάγου
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Κ. Τ. του Δ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδάκη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 95/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1166/2013.
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 465 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, "ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του, προσαρτάται στη σχετική έκθεση...". Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 42 παρ. 2 και 96 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει με σαφήνεια ότι, στο πληρεξούσιο έγγραφο που επισυνάπτεται υποχρεωτικά στην έκθεση για το ένδικο μέσο, όταν αυτό ασκείται δια πληρεξουσίου, πρέπει να προσδιορίζεται η αξιόποινη πράξη, έστω και κατά τα γενικά χαρακτηριστικά της ή κατά τη γενική, σύμφωνα με το ποινικό νόμο ορολογία της, την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα και να αναφέρεται η απόφαση, κατά της οποίας παρέχεται η πληρεξουσιότητα για την άσκηση του ενδίκου μέσου. Όμως, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, αν από το πληρεξούσιο προκύπτει σαφώς η πράξη, την οποία αφορά το ένδικο μέσο, με την αναφορά όχι μόνο των γενικών της χαρακτηριστικών, αλλά και της ποινής που επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, η, από παραδρομή, μη αναφορά του αριθμού της αποφάσεως δεν ασκεί επιρροή και δη δεν μπορεί να οδηγήσει στην απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου, δεδομένου και του ότι ο αριθμός είναι δυνατόν και να μην υφίσταται, γιατί επί δημοσίων εγγράφων, όπως είναι και οι δικαστικές αποφάσεις, η ύπαρξη του αφορά την εσωτερική μνήμη την υπηρεσίας και η έλλειψη του δεν επιδρά στο κύρος τους. Αντίθετη άποψη, ότι, δηλαδή, μόνη η μη αναφορά στο πληρεξούσιο του αριθμού της προσβαλλόμενης αποφάσεως επισύρει την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου, θα αποτελούσε τυπολατρία και θα προσέκρουε ευθέως στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ.
 
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Κ. Τ. του Δ. κατά της 95/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία κηρύχθηκε αυτός ένοχος για παράβαση του άρθρου 55 παρ. 1 α του ν. 2910/2001 κατά συρροή, με το ελαφρυντικό ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης σαράντα έξι (46) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική, ασκήθηκε δια της πληρεξούσιας του δικηγόρου Αθηνών Βασιλικής Καμηλάρη, σύμφωνα με την επισυναπτόμενη στην αίτηση από 31.1.2013 εξουσιοδότηση του κατηγορουμένου προς αυτήν. Στην εξουσιοδότηση όμως αυτή αναφέρεται σαφώς τόσο η αξιόποινη πράξη την οποία αφορά, όσο και η ποινή, η οποία επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο. Αναφέρεται, ακόμη, ότι, με την αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης που εκδόθηκε το έτος 2013, χωρίς να γίνεται μνεία και του αριθμού της αποφάσεως αυτής, ούτε και η απόφαση κατά της οποίας παρέχεται η πληρεξουσιότητα για την άσκηση αναίρεσης. Η έλλειψη, όμως αυτή, οφειλόμενη σε φανερή παραδρομή, και με δεδομένο ότι η πράξη, την οποία αφορά η απόφαση, προσδιορίζεται σαφώς, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη και κατά την πλειοψηφούσα άποψη, δεν επάγεται απαράδεκτο της αιτήσεως.
 
Κατά τη γνώμη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου, του Αρεοπαγίτη Βασιλείου Καπελούζου κατά τη διάταξη του άρθρου 465 παρ. 1 του ΚΠοινΔ. ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1. με πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφο του προσαρτάται στη σχετική αίτηση. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 42 παρ.2 και 96 παρ.2 του ίδιου κώδικα προκύπτει με σαφήνεια ότι στο πληρεξούσιο έγγραφο που επισυνάπτεται υποχρεωτικά στην αίτηση για το ένδικο μέσο, όταν αυτό ασκείται δια πληρεξουσίου, πρέπει να προσδιορίζεται η αξιόποινη πράξη, έστω και κατά τα γενικά χαρακτηριστικά της ή κατά τη γενική, σύμφωνα με τον ποινικό νόμο, ορολογία της, στην οποία αφορά η πληρεξουσιότητα και να αναφέρεται η απόφαση, κατά της οποίας παρέχεται η πληρεξουσιότητα για την άσκηση του ενδίκου μέσου, χωρίς να αρκεί η γενική και αόριστη εντολή, διότι ο νομοθέτης θέλησε να καθορισθεί ειδικώς στην εντολή η δικαστική απόφαση που προσβάλλεται, ώστε να μην απομένει αμφιβολία περί της βουλήσεως του εντολέως, εξαιτίας των σοβαρών συνεπειών εκ της ενέργειας του αντιπροσώπου τέτοιων πράξεων, οι οποίες μπορεί να εκθέσουν τον εντολέα σε έξοδα [Α.Π.912/2011, 693/2011, 737/2010, 474/2010]. Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι αν το ένδικο μέσο (και η αναίρεση) ασκηθεί (μεταξύ άλλων περιπτώσεων) χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκηση του, κηρύσσεται απαράδεκτο από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο σε συμβούλιο. Στη προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Τ. Κ. κατά της με αριθμό 95/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, ασκήθηκε δια της φερομένης ως πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλικής Καμηλάρη, σύμφωνα με την από 31-1-2013 επισυναπτόμενη στην αίτηση [και νόμιμα θεωρημένη για το γνήσιο της υπογραφής] εξουσιοδότηση του αναιρεσείοντος προς αυτήν. Στην εξουσιοδότηση όμως αυτή δεν αναφέρεται [εκτός της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος και της ποινής που επιβλήθηκε σ' αυτόν] και η απόφαση κατά της οποίας παρέχεται για την άσκηση αναιρέσεως, αλλ' όπως αναφέρεται "να ασκήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. /2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης..". Έτσι, όμως, η κρινόμενη αναίρεση ασκήθηκε χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκηση της και ως εκ τούτου έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 56 παρ. 1 α του ν. 2910/2001, ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης αξιόποινης πράξεως (πριν, δηλ., από την έκδοση του ν. 3386/23.8.2005), "πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου, που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθηση τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο".
 
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
 
Στην προκειμένη περίπτωση, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα εξής: Στο 63° χιλιόμετρο της Ε. Ο. Αλεξανδρούπολης - Ορεστιάδος, την 20η Αυγούστου 2005, ενεργώντας κατ' επάγγελμα, διευκόλυνε την προώθηση των παρακάτω αναφερόμενων αλλοδαπών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στη Χώρα. Συγκεκριμένα, ο ανωτέρω κατηγορούμενος, κάτοικος ..., διευκόλυνε την προώθηση των παρακάτω αναφερόμενων αλλοδαπών τους οποίους διεκπεραίωσαν μέσω του ποταμού 'Εβρου σε παρέβρια περιοχή δύο Τούρκοι υπήκοοι, α.λ.σ. όπου τους ανέμενε ο κατηγορούμενος ο οποίος τους παρέλαβε και τους οδήγησε πεζή στο ανωτέρω σημείο σύλληψης των, διευκολύνοντας με αυτόν τον τρόπο την προώθηση αυτών (λαθρομεταναστών) στο εσωτερικό της χώρας. Αποδείχθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που προαναφέρθηκε για πρώτη φορά, συμπτωματικά και εντελώς πρόχειρα. Οι κατά τα παραπάνω αναφερόμενοι αλλοδαποί είναι: ... Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ... Πρέπει συνεπώς κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της πράξης που αποδόθηκε σε αυτόν να κηρυχθεί ένοχος του άρθρου 55 παρ. 1 α Ν. 2190 (ενν. 2910)/2001 ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου 55 παρ. 1 α του ν. 2910/2001 κατά συρροή, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ανωτέρω ουσιαστική ποινική διάταξη, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το Δικαστήριο της ουσίας μετέτρεψε την κατηγορία από αυτή του άρθρου 55 παρ. 1 β του ν. 2910/2001 σε αυτή του άρθρου 55 παρ. 1 α, απάλειψε, δηλαδή, την επιβαρυντική περίσταση της "κατ' επάγγελμα" τελέσεως. Η μετατροπή, πέραν της ρητής αναφοράς στο σκεπτικό, προκύπτει και από το ότι στην απόφαση του επί της ποινής που έπρεπε να επιβληθεί μνημονεύει την περ. α της παρ. 1 του άρθρου 55 και όχι την περ. β αυτής. Η μη διαγραφή από το διατακτικό και από το σκεπτικό της φράσεως του κατηγορητηρίου "ενεργώντας κατ’ επάγγελμα" οφείλεται σε φανερή παραδρομή και δεν ασκεί έννομη επιρροή, β) Κατόπιν της μετατροπής της κατηγορίας, το σκεπτικό δεν αποτελεί επανάληψη του διατακτικού, ενώ, για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται από ποια σημεία των μαρτυρικών καταθέσεων προέκυπτε η ενοχή του αναιρεσείοντος. γ) Σαφώς αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων παρέλαβε τους λαθρομετανάστες, τους οποίους διεκπεραίωσαν στο ελληνικό έδαφος δύο Τούρκοι, και τους οδήγησε πεζή στο εσωτερικό της Χώρας μέχρι το σημείο όπου συνελλήφθησαν. Η συμπεριφορά του δε αυτή στοιχειοθετεί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε, και δεν απαιτείτο να προσδιορίζεται και ο τόπος, όπου είχε σκοπό να μεταφέρει τους αλλοδαπούς. Επομένως, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, είναι αβάσιμος.
 
Κατά τη γνώμη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου, του Αρεοπαγίτη Βασιλείου Καπελούζου, έπρεπε να γίνει δεκτός ο κατ' άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚΠοινΔ. λόγος αναιρέσεως ως κατ' ουσία βάσιμος, διότι στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως υπάρχουν ασάφειες και αντιφάσεις. Ειδικότερα, το δικαστήριο στο σκεπτικό της αποφάσεως δέχεται [αρχικά] ότι αποδείχθηκε πως ο κατηγορούμενος ενεργώντας κατ' επάγγελμα... [στη συνέχεια] ότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την προαναφερθείσα πράξη για πρώτη φορά συμπτωματικά και εντελώς πρόχειρα... [και στο τέλος] ότι κατ’ ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της πράξεως πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος του άρθρου 55 παρ. 1 α Ν. 2190/2001 ...στο διατακτικό κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο ότι ενεργώντας κατ' επάγγελμα διευκόλυνε .... ενώ στη συνέχεια δέχεται ότι η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος προβλέπεται και τιμωρείται [μεταξύ των άλλων] και από το άρθρο 55 παρ. α΄ Ν.2901/ 2001. Επισημαίνεται ότι ο ως άνω νόμος εσφαλμένα αναφέρεται αρχικά ως 2190 και στη συνέχεια ως 2901 [αντί του ορθού 2910/2001].
 

Από τη διάταξη του άρθρου 365 του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως προκαλείται όταν παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον Εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη για τους λόγους που ενδεικτικά αναφέρονται σ' αυτή τη διάταξη. Όμως δεν δημιουργείται καμιά ακυρότητα όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση αναγνώσει κατάθεση μάρτυρα της προδικασίας στο ακροατήριο και αν ακόμη δεν βεβαίωσε ότι η εμφάνισή του στο ακροατήριο ήταν αδύνατη, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν αντέλεξε σε τούτο. Εξ άλλου, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο αναγνωσθείσης καταθέσεως μάρτυρα που έχει ληφθεί στην προδικασία παραβιάζει υπερασπιστικό δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο, από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. δ της ΕΣΔΑ, να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες, μόνο εφόσον έγινε παρά την εναντίωση αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως [και ειδικότερα στις σελίδες 6 και 7 αυτής], προκύπτει ότι το δικαστήριο ανέγνωσε δύο ένορκες προανακριτικές καταθέσεις των αλλοδαπών R. A. και A. H., η ανάγνωση δε έγινε χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από τον κατηγορούμενο ή την παριστάμενη συνήγορο του.
 
Επομένως, δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο από την ανάγνωση των δύο προανακριτικών καταθέσεων, αφού δεν υπήρξε σχετική εναντίωση του κατηγορουμένου, αδιαφόρως του ότι δε βεβαιώθηκε στο αιτιολογικό συνδρομή λόγου ανέφικτου εμφανίσεως των άνω μαρτύρων στο ακροατήριο. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι 1] οι ως άνω προανακριτικές καταθέσεις λήφθηκαν με διερμηνέα, [εκτός σχετικού καταλόγου], συνοριοφύλακα, 2] το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου αναγνώσθηκε από το δικαστήριο πριν την απαγγελία επί της ενοχής αυτού, είναι απορριπτέες η μεν πρώτη διότι υπήρξε εξαιρετικά επείγουσα περίπτωση λήψεως καταθέσεων από τους δυο ως άνω συλληφθέντες στα σύνορα λαθρομετανάστες [που δικαιολογεί τον, εκτός καταλόγου διερμηνέων, διορισμό του ως άνω συνοριοφύλακα], ανεξάρτητα του ότι η αναφερόμενη ακυρότητα διορισμού αναφέρεται σε πράξη της προδικασίας και μπορεί να προταθεί μέχρις ότου η παραπομπή στο ακροατήριο γίνει αμετάκλητη, η δε δεύτερη, διότι, όπως προκύπτει από την 13η σελίδα των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως “μετά την απαγγελία της αποφάσεως ο Πρόεδρος αποσφράγισε τον φάκελο του ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου…”. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
 
Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα [άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 του ΚΠοινΔ].
 
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
 
Απορρίπτει την από 18/9/2013 αίτηση του Τ. Κ. του Δ., για αναίρεση της με αριθμό 95/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2014.
 
 
Θεόδωρος Σκίρας
 
 
 

  

Your rating: None Average: 5 (12 votes)