Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2017


Το αλογάκι [8η συνέχεια]

 

 
Κάποτε εκεί κοντά στα 12 μου χρόνια, τέλειωσα το δημοτικό σχολείο του χωριού μου. Μετά ακολουθούσε το Γυμνάσιο. Άγνωστος κόσμος η συνέχεια, για μας τα χωριατόπουλα, τα ξεπεταρούδια. Ήρθε η ώρα ν’ αφήσουμε τη φωλιά μας και να αναζητήσουμε τη γνώση. Ν’ αφήσουμε πίσω το χωριό και να  πιάσουμε τη ζωή από τα κέρατα. Ήρθε η ώρα για το πέταγμα του γλάρου... Τα μεγαλύτερα παιδιά που είχανε πάει στο Γυμνάσιο μας λέγανε ότι εκεί στην Πόλη, είχε μεγάλους δρόμους, ψηλά σπίτια και πολλά αυτοκίνητα. Αυτό όμως που συδαύλιζε τη φαντασία μας ήταν ότι στην πόλη μπορούσες να νοικιάσεις ποδήλατο με ένα φράγκο την ώρα. Το ποδήλατο είχε σέλα, φρένα και κουδούνι. Όταν μάθαινες να το καβαλάς, γύριζες ολόκληρη την πόλη  στο πι και φι, με μιά δραχμή!
 
Όλοι θέλανε τα παιδιά τους να μάθουν «γράμματα σπουδάγματα του Θεού τα πράματα», για να φύγουν από το χωριό, τις λάσπες και τη φτώχεια. Ν’ αφήσουν τ’ αλέτρι και να πάνε να ζήσουν στην πόλη, με κουστούμι και γραβάτα. Να γίνουν δάσκαλοι, να πιάσουν μια θέση στο Δημόσιο και να μην τους κουνάει κανείς!  Κατακαημένη Αράχοβα, η μονιμότητα! Αλλά τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. Δεν υπήρχε οικονομική δυνατότητα. Ακόμη και τον καφέ στο καφενείο τον έπιναν βερεσέ. Όπως έχω ξαναγράψει, στο χωριό είχε αναπτυχθεί, αυτόματα, ανταλλακτική οικονομία. Μέσο πληρωμής και υπολογισμού της αξίας των αγαθών και των υπηρεσιών ήταν το λάδι. Ήταν γνωστή η φράση «θα σε πληρώσω στα νέα λάδια!» Επαναλαμβάνω ότι και στον παπά την Πρωτάγιαση, παραμονή των Θεοφανείων, λάδι του δίνανε για ν’ αγιάσει με την αγιαστούρα!
 
Το πλήρες γυμνάσιο λειτουργούσε στην πρωτεύουσα του νομού. Καμιά σαρανταριά χιλιόμετρα μακριά  από το χωριό. Φανταστική απόσταση για μας τα παιδιά που τριγυρνάγαμε γύρα γύρω από το Χωριό, σαν τις μέλισσες γύρω από την κυψέλη!
 
Παλιότερα οι συγχωριανοί μου πηγαίνανε εκεί  με τα πόδια. Έξι ώρες δρόμο να πας και έξι να γυρίσεις. Φορτωμένοι σαν τα ζώα. Πούλαγαν λάδι και αγόραζαν τα χρειώδη. Καφέ, ζάχαρη, ρύζι, κανένα φύλλο μπακαλάο παστό, μπορεί και καμιά  πήλινη βίκα (στάμνα) που τις καλοκαιρινές νύκτες δρόσιζε το νερό. Ταξίδι να το χαρείς. Τύφλα νάχουν τα καραβάνια!
 
Όσοι είχαν μουλάρια, είχαν άλλη άνεση, άλλον αέρα. Χωρίς να πληρώνουν τέλη κυκλοφορίας και ασφάλιστρα (!) μπορούσαν να μεταφέρουν πολλά και βαριά πράγματα. Άσε που φόρτωναν το μουλάρι και πανοσάμαρα! Μεγάλη ευκολία το ζωντανό για εκείνη την εποχή, ανεξαρτήτως κυβισμού! Δικαίως είχε επικρατήσει η άποψη, η γυναίκα, το ντουφέκι και κυρίως το μουλάρι δεν δανείζονται. Οι λόγοι είναι ευνόητοι.
 
  Στο παρακάτω παραθαλάσσιο χωριό, μια ώρα δρόμο με τα πόδια, λειτουργούσε  παράρτημα του εξαταξίου Γυμνασίου και σταθμός χωροφυλακής που αγρυπνούσε για την τήρηση της τάξεως. Αλίμονο εάν για οποιοδήποτε λόγο έπεφτες στα χέρια του «πολλά βαρύ» χωροφύλακα. Μπορούσε να σε κάνει να ξεράσεις της μάνας σου το γάλα, διότι δεν συνεμμορφώθεις προς τας υποδείξεις! Οι γεροντότεροι βέβαια είχαν πάγια άποψη για τους χωροφυλάκους, τα λυκόσκυλα της εξουσίας. “Πουτ δε κοτ ντάουν”, θυμίζω τη γνωστή πετυχημένη διαφήμιση! Στο συγκεκριμένο χωριό συνεδρίαζε σε τακτά διαστήματα και το μεταβατικό Ειρηνοδικείο. Τίποτα δεν γίνεται χωρίς δικαστές, νόμους και αστυνόμους
 
Το παραθαλάσσιο χωριό διέθετε ένα κεντρικό εμπορικό δρόμο, ας τον  πούμε  αγορά. Εκεί είδαμε για πρώτη φορά λεωφορείο. Το πλησιάσαμε με πολλή περιέργεια  και ζαλιστήκαμε από τη μυρωδιά του πετρελαίου που έβγαζε η εξάτμιση. Πρώτη επαφή με το καυσαέριο και τη θανατηφόρα ρύπανση. Είμαστε βλέπεις αγνοί και παρθένοι οργανισμοί και μυρίζαμε θυμάρι και χαμομήλι.
 
Όταν αργότερα ταξιδέψαμε με το λεωφορείο για την πρωτεύουσα του νομού,  μία διαδρομή 40 χιλιομέτρων, ξερνούσαμε σαν τα κοτόπουλα! Εισπράκτορα ...σακούλα ! Απερίγραπτο θέαμα. Με τον εισπράκτορα να μας λέει ζωντόβολα και εμείς να θέλουμε να κατέβουμε από το Λεωφορείο, εδώ και τώρα! Υπήρχε και μουσική υπόκρουση. Τα κακαρίσματα που έβγαζαν οι κότες από τα τελευταία καθίσματα.  Ποτέ δεν έμαθα αν τις κότες τις  νόχλαγαν οι στροφές του δρόμου ή το  πετρέλαιο!
 
Στην αγορά είδαμε για πρώτη φορά μαγαζιά, όπως το εμπορορραφείον τον φούρνο, το μπακάλικο, που έγραφε εδώδιμα και αποικιακά. Αμάν αυτή η μυρωδιά του ψημένου ψωμιού. Τα μεσημέρια που περνούσαμε δίπλα από το φούρνο, για να γυρίσουμε στο χωριό μας, η ευωδία του ψημένου ψωμιού μας  έσπαζε τις μύτες και τα νεύρα, γιατί δεν είχαμε λεφτά ν’ αγοράσουμε μια ζεστή φρατζόλα. Ώσπου να απομακρυνθούμε τα στομάχια μας παίζανε ταμπούρλο. Ηρεμούσαμε όταν πέφταμε σαν τις ακρίδες σε καμιά αγριαπιδιά και τρώγαμε ασκούλες. Ετσι λέγονταν τα παραγινωμένα άγρια αχλάδια.
 
Η διαδρομή από το χωριό μέχρι το παράρτημα του γυμνασίου ήταν υπέροχη, μοναδική, όλες τις εποχές του χρόνου. Περπατούσαμε ξυπόλυτοι ανάμεσα σε αγκάθια ραχούλες και λαγκαδάκια. Πατούσαμε στα ίδια σχεδόν λιθάρια, με κλειστά μάτια. Όταν ένα δρόμο τον περπατήσεις ατέλειωτες φορές γίνεται προέκταση του κορμιού σου και το πόδι σου βρίσκει μόνο του  την σωστή πέτρα, τη ριζιμιά
 
Κινούσαμε μπονόρα από το χωριό γυρεύοντας τη γνώση και την αλλαγή. Αφήναμε πίσω μας προσωρινά τη γκρίζα βεβαιότητα του αρσενικού βουνού και πηγαίναμε  σακάτω χαμηλά να ανταμώσουμε τη γαλάζια ιαματική γαλήνη της απέραντης θάλασσας.
 
Μεγαλώνοντας έμαθα πως  τα ίδια μονοπάτια τις ίδιες γιδόστρατες πάτησαν και ο πρόγονοι μας όταν αποφάσισαν να πάνε στο ιστορικό ραντεβού μεν τον ξιπασμένο μακελάρη τον Αιγύπτιο Ιμπραήμ, που κυριολεκτικά ερήμωσε τον τόπο... Πήγαν ταγμένοι για να του μάθουν τι θα πει βερίκοκο! Ο προ προ πάππος μου οδήγησε 500 ζόρικους οπλισμένους Μανιάτες, ορίντζιναλ της Θύρας 13! Στον αγωνιστικό χώρο! Έσμιξαν με τους Μαυρομιχαλαίους, και πήγαν με το κεφάλι ψηλά και στήθηκαν πίσω από μια χαμηλή μάνδρα στη Βέργα του Αλμυρού. Ήταν χαμηλή για να μπορούν να σημαδεύουν  το ύπουλο εχθρό ίσια, κατακέφαλα. Πήγαν με λυμένο το ζουνάρι για να καθαρίσουν, να χαλάσουν τους μισθοφόρους του κάλπικου στρατηλάτη, του άθλιου Ιμπραήμ. Αυτούς, που με διαταγή του, σκότωναν τα ζώα και έκοβαν τα δέντρα για να ερημώσουν τον τόπο. Το έκαναν με σχέδιο για να αναγκάσουν τους κατοίκους να εγκαταλείψουν τα άγια χώματα  και να πάνε δούλοι στην Αίγυπτο.
 
Δεν πετσόκοψαν μόνο το επίλεκτο ιππικό του αδίστακτου κατακτητή, αλλά του έμαθαν καλά ότι οι φημισμένοι πολεμιστές του ήταν μωσαντέ πολεμιστές, που έπρεπε ν’ αγωνίζονται με πληρωμένο διαιτητή στην Δ ερασιτεχνική κατηγορία! Είναι γνωστό ότι οι γυναίκες, τα παιδιά και οι παπάδες στη Μέσα Μάνη αφαλόκοψαν τους μεμέτηδες και τους πέταξαν στη θάλασσα. Μετά οι γυναίκες βουτούσαν στο νερό για να τος πάρουν τα καριοφίλια και ν’ αντικαταστήσου με αυτά τα δρεπάνια!
 
   Το παράρτημα είχε δύο τάξεις του τότε εξαταξίου γυμνασίου, την Πρώτη και τη Δευτέρα. Τρείς  οι καθηγητές, έναν Θεολόγο (Διευθυντή που δίδασκε και Άλγεβρα (!) και δύο νέες γυναίκες  φιλόλογους... για να μας μάθουν την Ελληνική Γλώσσα.
 
Στα μέσα Ιουνίου μετά τη σχολική γιορτή που λέγαμε τα ποιήματα πάνω στη  σκηνή, που ήταν στολισμένη με αλογάκι, έπρεπε να προετοιμαστούμε για τις εξετάσεις. Εννοώ τις εισαγωγικές εξετάσεις του Γυμνασίου.
 
Αν θυμάμαι καλά, ο δάσκαλος μας βοηθούσε και μας έλεγε τι πρέπει να ξέρουμε. Πάντως όλοι σχεδόν περνούσαμε τη «δοκιμασία» και γινόμαστε μαθητές του γυμνασίου καμαρωτοί – καμαρωτοί. Για να σε κόψουνε έπρεπε νάσαι πολύ στόκος!
 
Το Φθινόπωρο, αρχές Σεπτέμβρη, άρχιζαν τα πρωτοβρόχια και  τα μαθήματα. Εμείς είμαστε φοβισμένα τα καημένα γιατί πρώτη φορά θα βρισκόμαστε μακριά από το χωριό μας, που το ξέραμε σπιθαμή προς σπιθαμή και αισθανόμαστε απόλυτα ασφαλείς. Μακριά από τους κατοίκους που τους ξέραμε όλους καλά, με τα παρατσούκλια τους, ο Φουρτούνας, ο Τσίφτης, ο Ζούης, ο Χρήστακας. Για να παρακολουθήσουμε τα μαθήματα σηκωνόμαστε από του Θεού τη νύχτα, από το ασύνταχο, και κατεβαίναμε, με τα πόδια βέβαια, στο Σχολείο... Ο δρόμος ήταν στο μεγαλύτερο μέρος του καλντερίμι. Σχημάτιζε μεγάλες αγανιές (στροφές). Περπατούσαμε χωρίς παπούτσια, τα οποία δένοντας τα κορδόνια τα κρεμάγαμε στον ώμο, για να μην λιώσουν οι σόλες. Τα  φορούσαμε λίγο πριν φτάσουμε στο σχολείο. Συνήθως φορούσαμε πάνινα παπούτσια (ελβιέλες).  Θυμάμαι μια καθηγήτρια  είχε πει στη μάνα μου να μην βγαίνω στην αγορά ξυπόλητος ...Ντροπής πράμα! Δεν είναι εύκολο να μεταφέρω σε μια σύντομη αφήγηση τις συνθήκες εκείνης της εποχής. Για μας, τα παιδιά, το να κυκλοφορούμε ξυπόλυτα ήταν δεδομένο και αυτονόητο. Άσε που γλυτώναμε κορδόνια και βερνίκι! Ξέχασα να πω ότι το πρωί παίρναμε πλούσιο πρωινό σε θερμίδες, δηλαδή φεύγαμε νηστικοί! Οι γονείς μας είχαν φύγει νωρίτερα για τα κτήματα. Κρεμούσαμε στον ώμο μια πάνινη σάκα και δώστου πιλαλίκι για να προλάβουμε. Κάποιο νταΐνι (ξερό ψωμί) που βρίσκαμε το μαλακώναμε στη μοναδική βρύση που υπήρχε στη διαδρομή και το τρώγαμε. Ασθμαίνοντας φτάναμε στο σχολείο. Το σχολείο ήταν ένα μεγάλο δίπατο σπίτι. Τα δύο επάνω δωμάτια είχαν μετατραπεί σε σχολικές αίθουσες, ενώ στο ισόγειο ήταν το γραφείο των καθηγητών. Απλά πράματα  κατανοητά καθημερινά.
 
Κάθε Δευτέρα, ο Καθηγητής ερχόταν απόγευμα κι εμείς αναγκαζόμαστε, μετά το μάθημα, είχε ήδη σκοτεινιάσει, ν’ ανεβαίνουμε τρέχοντας σχεδόν τις αγανιές για να γυρίσουμε στα σπίτια μας. Τον δρόμο τον ξέραμε με κλειστά μάτια. Πηγαίναμε όλοι μαζί κι έτσι δεν φοβόμαστε τη νύχτα στο δρόμο. Τα σημεία που τρομάζαμε ήταν εκεί που είχαν γίνει διάφορα εγκλήματα, π.χ. ένα λαγκάδι «το Λαγκάδι της Στάθως» το προσπερνούσαμε με πολύ φόβο. Εκεί είχε σκοτώσει κάποιος την αδελφή του για λόγους τιμής. Λίγο πιο πίσω, ένας άλλος εγκληματίας  είχε σκοτώσει τον γιο του, το καλύτερο παιδί του χωριού...
 
 
 
Φώτης Ανδρέου
 
 
-Συνεχίζεται-

 

 

 

 
Your rating: None Average: 5 (6 votes)