Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2017


Το αλογάκι [9η συνέχεια]

 
Ο φόβος φυλάει τα  έρμα ....τα λαγκαδάκια…
 
Ήταν μια μουντή χειμωνιάτικη Δευτέρα χωρίς υπότιτλους. Ο ουρανός μολύβι. Φοβέριζε ότι θα βρέξει. Μόλις είχαμε  σχολάσει από το  απογευματινό μάθημα της πρώτης τάξης του Γυμνασίου. Έξω είχε σουρουπώσει για τα καλά. Ο Χειμώνας ήταν μπροστά μας.  Το χωριό μακριά μας, μια ώρα δρόμο με σταθερό, γρήγορο βήμα. Πέντε έξι παιδιά φιλαράκια, συμμαθητές, είχαμε κάνει κολεγιά. Παρέα ανεβοκατεβαίναμε κάθε μέρα στο σχολείο με τις σάκες μας, τις πλάκες μας  και τα χωρατά μας. Η φτώχεια θέλει καλοπέραση.
Μόλις βγήκαμε από το σχολείο, κινήσαμε, πεινασμένα ως συνήθως, για να πάμε  σαπάνω στα σπίτια μας, να βρούμε τη βολή μας. Μακριά από το χωριό μας νιώθαμε ακόμη ξετοπισμένα, ξενέρωτα. Ομφάλιος λώρος γαρ..
Επειδή δεν αισθανόμουν πολύ καλά, είπα στα παιδιά να φύγουν. Εγώ θα πήγαινα να κοιμηθώ στο σπίτι ενός μπάρμπα μου. Ήμουνα βέβαιος ότι θα με φιλοξενούσε για μια βραδιά. Πάει στην ευχή… Αλλιώς τι μπάρμπας θα  ήταν!
Λογάριαζα όμως χωρίς τον ξενοδόχο.
Μπήκα στο σπίτι του και περίμενα να μου πουν να μείνω. Η ώρα περνούσε και κανείς δεν μου έδινε σημασία. Μαράζωσα και έφυγα. Χτυπούσαν λίγο τα μηνίγγια μου. Μάλλον θα  είχα  πυρετό.
Ξυπόλυτα γυρνάγαμε χειμώνα - καλοκαίρι, ίδια γυφτάκια. Το χειμώνα είμαστε συνέχεια πουντιασμένα. Θερμόμετρα είχαν λίγα σπίτια. Για να νοιώσει η μάνα μας τον πυρετό μας  κόλλαγε το μάγουλο της στο κούτελό μας. Παλιά ασφαλής μέθοδος... “Ομπό! κείνο ψήνεται το καψερό... βάλτου βρεγμένα πανιά να μη σκάσει...”
Αποτελεσματική θεραπεία! Ο παιδίατρος βρισκόταν 42 χιλιόμετρα μακριά, αχρείαστος να ήταν...! και ο πυρετός μας έλειωνε.
Ο παππούς μου πήγε στην Αμερική να βρει την τύχη του. Όσο και αν έψαξε δεν την βρήκε τη ρουφιάνα! Φεύγοντας άφησε πίσω του πέντε μικρά παιδιά. Γυρνώντας μετά από 35 χρόνια, βρήκε μόνο δύο. Τα υπόλοιπα πέθαναν. Ήταν και τα παιδιά τότε αναλώσιμα.
Κάπως το λένε αυτό οι ντοτόροι. “Παιδική θνησιμότητα” θαρρώ…
Είδα κι απόειδα, απελπίστηκα και με ένα  σφίξιμο στο στήθος έφυγα από το αφιλόξενο  σπίτι του “παρά λίγο” θείου μου.
Έπρεπε   να πάρω και εγώ αγκαλιά  τ’  ανηφόρι και να βιαστώ μπας και προλάβω τους φίλους μου. Έκανα λάθος και εδώ. Τα παιδιά, γοργοπόδαρα καθώς ήταν, είχαν σκαπετήσει σαπάνω  στο κακοτράχαλο το βουνό. Μπορεί να κοντοζυγώνανε κιόλας  στη μεγάλη αγανιά (στροφή). Εκεί που μας λέγανε πως ήταν  η μεσία (μέση) του δρόμου.
Έκλεισα πίσω μου την εξώπορτα “του στοργικού και φιλόξενου” θείου μου μου, είπα καληνύχτα και ζάλωσα τη νύχτα στις πλάτες μου. Δεν θυμάμαι να  ξαναπέρασα από το σπίτι του.
Μεγάλος μπελάς οι συγγενείς. Προτιμώ το γειά σου κι αλάργα… Έτσι κι αλλιώς όλοι πιστεύουν πως τα δικά τους παιδιά είναι τα καλλίτερα του κόσμου!
 Δρόμο παίρνω δρόμο αφήνω… τρεχάτε ποδαράκια μου...
Καθώς περπατούσα βαρύς και ασήκωτος, ανάμεσα στις μισοκοιμισμένες ελιές,  ΜΙΑ σκέψη με ζεμάτιζε. Πως θα περάσω από της Στάθως το λαγκάδι, ολομόναχος μες την μαύρη νύχτα, παιδί πράμα. Πως θα προσπεράσω το “κονάκι” του άτυχου παλικαριού. Του λεβέντη που πήγε τζάμπα και βερεσέ, σαν το σκυλί στ’ αμπέλι. Πέθανε από το δολοφονικό χέρι του ίδιου του του “πατέρα”. Το πυροβόλησε το τραυμάτισε και το άφησε αβοήθητο και ξαίμαξε (πέθανε από αιμορραγία), ο κακούργος.
Αναφέρομαι μόνο στα δύο ειδεχθή εγκλήματα  που έχω περιγράψει  στο προηγούμενο “αλογάκι”. Υπήρχαν κι άλλα.
Η αλήθεια είναι ότι οι μεγαλύτεροι είχαν παραγεμίσει το μυαλό μας  με τρομαχτικές ιστορίες φόβου, τρόμου, θαυμάτων και φαντασμάτων. Ο Διάβολος  με την ουρά και τα σουβλερά κέρατα παραμόνευε παντού, μας μαθαίνανε στο κατηχητικό... Από που να φυλαχτείς!
Εδώ σκοτώθηκε ο τάδε, τον άλλον τον μαζέψανε στην κουρελλού. Πέθανε από το πολύ το ξύλο! Τον παράλλο του κόψανε το κεφάλι με το πριόνι! (τύφλα νάχει ο κόμης δράκουλας). Αυτά ακούγαμε... Με αυτά μεγαλώσαμε. Θέλαμε δεν θέλαμε ο φόβος έμπαινε μέσα στο πετσί μας και άντε μετά  να τον βγάλεις! Λένε πως οι φοβισμένοι άνθρωποι είναι πιο εύχρηστοι γενικώς, σαν την πλαστελίνη...
Τις νύχτες του χειμώνα φοβόμαστε να κυκλοφορήσουμε μοναχά μας. Όταν βγαίναμε από το σπίτι κρατούσαμε μια αναμμένη πλάκα δαδί.  Καλό φωτιστιό. Δεν την έσβησε ούτε η δυνατή βροχή.
Ήταν άθλος να περάσουμε νύχτα από το νεκροταφείο. Φοβόμαστε μη σηκωθούν νωρίς οι πεθαμένοι,  πριν τη Μεγάλη Παρουσία για κάνα φρέντο καπουτσίνο! Η αλήθεια είναι οτι είχαν γίνει πάρα  πολλά εγκλήματα. Τα περισσότερα  στα μαύρα χρόνια του εμφύλιου. Η ευρύτερη περιοχή ήταν γεμάτη “σταυροπήγια”. Έτσι λέγανε το μέρος που είχε σκοτωθεί κάποιος. Εκεί βάζανε ένα μικρό πέτρινο σταυρό, ανάβανε το καντήλι και ακολουθούσε το τρισάγιο... και ο Θεός ας τον συγχωρέσει.
Όπως παγώνουν τα πόδια όταν μπαίνεις στην κρύα θάλασσα  τον Θεριστή (Ιούνιο), έτσι και μένα μούδιαζαν σιγά σιγά τα ατζιά μου (γάμπες), όσο ανηφόριζα ολομόναχος στο σκοτάδι που έπεφτε αθόρυβα, όπως το χιόνι
Όταν απλώνεται ολόγυρα το σκοτάδι μαζί με τάλλα κακά  σκεπάζει και το άγνωστο. Το άγνωστο που κακά τα ψέμματα είναι το  κεφαλόβρυσο του φόβου.
 Ένα ασυνήθιστο μούδιασμα απλωνόταν στο κορμί μου που μεταλλασσόταν σε ιδρώτα. Νόμιζα πως είχα βάλει αντηλιακό! Η εφίδρωση εμφανίζεται λόγω της αυξημένης ροής του αίματος, λένε οι επαΐοντες μελετητές του φόβου.
Στην παιδική μου φαντασία φτερούγιζαν κράζοντας σκηνές από τα αποτρόπαια εγκλήματα. Τις είχα ακούσει άπειρες φορές  και  με πάρα  πολλές λεπτομέρειες. Ας όψονται οι αφηγήσεις και οι εξοντωτικές περιγραφές που μας σέρβιραν καλά καθούμενα  οι μεγαλύτεροι, έτσι για να μας ψαρώσουν… Όλοι ψάχνουν θετικά ή αρνητικά την επιβεβαίωση. Τρομάρα τους και συμφορά μας.
 Καθώς κοντοζύγωνα στις πηγές του ανεξήγητου φόβου νόμιζα  πως άκουγα τα βογγητά του λαβωμένου νέου. Κοντά σιμά και οι κραυγές της σφαγμένης κοπέλας, ιδια ξυράφια. “Έβλεπα” την απόλυτη απελπισία στο πρόσωπο της άτυχης γυναίκας  που είχε γίνει μαύρη μάσκα τρόμου. Ζήταγε από τον φονίσκαρη (φονιά), τον αδελφό της, έλεος και συγχώρεση για τα αμαρτήματά της (;)
 Αυτή η νέα γυναίκα σφαγιάστηκε από τον “αδελφό” της τον Κάιν, για λόγους τιμής! Έκανε το λάθος να ερωτευθεί χωρίς να εγκρίνει και να ευλογήσει την πράξη της ο μουλάς-ιερέας της εποχής! Η τιμή τιμή δεν έχει... .και ο φόβος υπερέχει..
Καλά της έκανε, ν’ αγιάσουν τα χέρια του, την παλιοπουτάνα! Έψαλλε ισοτονικά ο χορός των μαυροφορεμένων γυναικών,  που “συνωμοτούσε} πέρα δώθε στις ρούγες και τα σκοτεινά καντούνια. Το κρίμα πάνω τους. Αλλιώς η αναμάρτητη πρώτη τον λίθο βαλέτω...
Όσο πλησίαζα εκεί που είχαν γίνει τα αποτρόπαια εγκλήματα, λες κι απορρυθμίστηκε ο θερμοστάτης του μυαλού μου. Ανεστάλησαν προσωρινά οι ζωτικές λειτουργίες του οργανισμού μου γιατί
-Φοβόμουνα πως κάτι κακό  θα με βρει κείνο το  κουφό βράδυ.
- Φοβόμουνα πως τα αδικοχαμένα  θύματα ήταν στοιχειωμένα και κάτι θα ήθελαν να πουν τα βράδια στους περαστικούς για το πάθημά τους. Επιζητούσαν τη  δικαίωση.
Φοβόμουνα πως κάπου εκεί γύρω τριγύριζαν τα κακά  πνεύματα των αδίστακτων δολοφόνων.
Φοβόμουν τη νύχτα το άγνωστο και τις παραφυάδες αυτού...
Φοβόμουνα και τρόμαζα με κάθε θόρυβο, ακόμα και φυσιολογικό.
Φοβόμουν γιατί πίστευα γενικά πως κινδύνευα από επερχόμενο άμεσο και επικείμενο κίνδυνο, άγνωστης προέλευσης και κοπής.
Αυτά άκουγα και στα παραμύθια. Αυτά σκεφτόμουν. Αυτά φοβόμουν! Με τέτοιες τρομακτικές ιστορίες πόνου και τρόμου είχε επιτευχθεί η διάθλαση της ασφάλειας που παράγει η απλή λογική.
 Επιτάχυνα το βήμα μου και από στιγμιαία αντίδραση το έριξα στο τραγούδι. Και τι τραγούδι. Επαναστατικό. Ο Γοργοπόταμος στην Αλαμάνα στέλνει περήφανο χαιρετισμό μιας νέας ανάστασης χτυπάει η καμπάνα... Τραγούδαγα δυνατά και η φωνή μου σκέπασε προς στιγμήν τα βογγητά του νέου.
Ανεξήγητο για ποιο λόγο, μετά το τραγούδι, άρχισα απνευστί να ψέλνω.
Άλαλα τα χείλη των ασεβών των μη προσκυνούντων την εικόνα σου την σεπτήν...
Πλήρης και ικανοποιητική η αμυντική γραμμή του ένστικτου της αυτοσυντήρησής μου
Τα κατάφερα σκέφθηκα. Δεν έπαθα τίποτα. Όλα στο μυαλό μου ήταν. Τέτοιες ώρες η λογική καθεύδει.
 Και εκεί που είπα “δόξα σοι ο Θεός” ξαναγύρισα στο Παναγία μου βόηθα...
Στο βάθος μπροστά μου, μισό τσιγάρο δρόμο, μέσα σ’ ένα σκοτεινό κλειστό λαγγαδάκι, ίδια σπηλιά, θα “συναντούσα” την άμοιρη τη Στάθω που ποτέ δεν τη  γνώρισα.
Όμως η φιγούρα της τριγύρναγε στη σκέψη  μου. Ψυχανεμιζόμουνα πως κάπου την είχα ξαναδεί. Οι αλεπάλληλες αφηγήσεις για τον  άδικο χαμό της, την είχαν ζωγραφίσει στον καμβά της παιδικής μου φαντασίας.
Εκείνη τη στιγμή ανακάλεσα στη σκέψη μου μια ψιλόλιγνη, μελαχρινή κοπέλα. Μια δροσερή κοπέλα με μαύρη πλεξίδα, μαύρα μάτια και ροδοκόκκινα μάγουλα. Το σώμα της σκιρτούσε μέσα σε ένα εμπριμέ φουστάνι από φθηνό  τσίτι. Περιέφερε την ομορφιά της στις ρούγες και τόκιζε το χαμόγελό της! Αυτά ζήλεψε ο ψυχασθενής “αδελφός” της.
Ήταν σαν τα κρύα τα νερά... Έτσι τη φαντάστηκα.
Εδώ τα πράγματα ήταν πολύ πιο δύσκολα.. .Έπρεπε να κατέβω υποχρεωτικά κάτω χαμηλά στο θεοσκότεινο λαγκαδάκι που το σκέπαζαν αειθαλή άγρια δένδρα. Να πατήσω εκεί που βρήκαν μαχαιρωμένη τη Στάθω. Μέσα στο πυκνό σκοτάδι να μαντέψω  τα πατήματα, να περάσω απέναντι και να βγω στο ξέφωτο. Στο βάθος της στροφής, στο χαμηλότερο σημείο του ρέματος, επικρατούσε το απόλυτο σκοτάδι. Εξυπακούεται ότι οι κινήσεις μου ήταν ενστικτώδεις. Ούτε μια για  στιγμή δεν μου πέρασε από το νού  να περιμένω. Κάθε αναμονή ήταν εν δυνάμει εχθρός μου. Μια λύση υπήρχε, η λύση του εδώ και τώρα.  Βουτάς στο σκοτάδι, πατάς εκεί που ξεψύχησε η  Στάθω και και μετά  λαγοπατώντας με φαντασία, χωρίς να σέρνεις τα πόδια σου, “πιάνεις στεριά”.
Παραδέχομαι πως είχε στεγνώσει ο λαιμός μου και η φωνή μου είχε  χαθεί.
Εάν εκείνη την κρίσιμη  στιγμή άκουγα οποιοδήποτε θόρυβο, θα λιποθυμούσα μετά βεβαιότητας!
Βρίσκομαι ήδη  στου λαγκαδιού την “πόρτα” αποφασισμένος για όλα. Πατάω γερά και σταθερά με τις αισθήσεις μου σε υπερένταση. Η καρδιά μου έπαιζε ταμπούρλο. Περπατάω προς τα δεξιά για σιγουριά και αυτόματα σταμάτησα να σκέφτομαι και να θυμάμαι οτιδήποτε.
 Πίσω μου κλείνει ανέγγιχτο το βαθύ σκοτάδι που πήγε να με καταπιεί. Μόλις άρχισα να βγαίνω απο τις φυλλωσιές, άσπρισε αμυδρά μπροστά μου το καλντερίμι. Δηλαδή βρήκα πάλι τον δρόμο.  Δεν θα κοίταζα πίσω μου για κανένα λόγο.
Τα κατάφερα και βγήκα. Επιτάχυνα το βήμα μου... Είχα την αίσθηση πως κάποιος, αόρατος,  με παρακολουθούσε από μακριά. Ίσως νάτανε το πνεύμα του εκτελεστή αδελφού που δεν μπορούσε να χωνέψει πως πήρα το μέρος της Στάθως. Ίσως!
Φόβος είναι αυτός, δεν είναι παίξε γέλασε… Ότι θέλει σε κάνει όπου θέλει σε πάει. Δεν κάνει διάλογο και κοντράτα.
Όσο απομακρυνόμουν από την ψυχοφθόρα  εστία του φόβου  αισθανόμουν πάλι ασφαλής. Διαπίστωσα πως τώρα άκουγα   τα τριζόνια.
Ο γκιώνης απόμακρος, μονότονος, απίθωνε στης νύχτας την ποδιά τα βάσανά του. Κελαηδούσε αργά, ρυθμικά με το δικό του στυλ. Ξεφύλλιζε έναν - έναν τους καημούς του, μέχρι να ξημερώσει. Αν ξέχναγε κανέναν  τον τραγούδαγε την επόμενη νύχτα. Έτσι κι αλλιώς οι νύχτες του χειμώνα είναι ατέλειωτες...
Η ακοή μου σιγά –σιγά ξαναγύριζε. Τώρα μπορούσα  να ακούσω και τις παιδικές χορωδίες των τσακαλιών που παίζουν τα βράδυα, χωρίς πρόβες και μαέστρο, στις πίστες που διαλέγουν στα ριζά του βουνού.
Η νύχτα εκείνη μου “έκατσε” στραβά, μου  βγήκε ζόρικη. Δεν είχε φεγγάρι. Δεν σήκωνε κουβέντα. Δεν... Δεν... Σκάσε και περπάτα!
Τέτοιες νύχτες τις ξορκίζεις όταν καθίσεις δίπλα στη φωτογωνιά με τα αναμμένα κούτσουρα...
Εκεί βιαζόμουνα να φθάσω. Κάτι θα χε μαγειρέψει η μάνα μου! Μούφτανε  και καρβουνιστό ψωμί με λάδι. Εάν μου έδιναν και κάνα σβολί (κομμάτι)  τυρί τότε θα μιλάγαμε για παννυχίδα!
Οταν μάλωναν και λυσσομανούσαν τα στοιχειά της φύσης ο πατέρας σύννους μου έλεγε, “απόψε είναι γιά φίλου σπίτι, νάχει ο φίλος πόρεψη (αγαθά) και συ νάχεις όρεξη!”
 Η νύχτα έχει κατακάτσει πιά και κυριαρχούσε απολύτως.
Κοντοζύγωνα στο χωριό.  Στο πρώτο σπίτι με πήρε μυρουδιά από τσιγαριστό κρεμμύδι. Τότε διαπίστωσα πως το στομάχι μου ξύπναγε. Καλό δείγμα. Με την πείνα να υποκαθιστά τον φόβο, μπήκα στα καντούνια του χωριού. Γειά σου μπάρμπα Κώστα. Καλησπέρα παιδί μου... πως πήγε το σχολείο; Συνάντησα και τον πρώτο άνθρωπο. Η ολική επαναφορά ήταν γεγονός...
Κάπου διάβασα ότι ο φόβος είναι ένα  βασικό συναίσθημα του ανθρώπου που προκαλείται  από τη συνειδητοποίηση ενός πραγματικού ή πλασματικού κινδύνου ή απειλής. Είναι ένας μηχανισμός προστατευτικού χαρακτήρα, μια φυσιολογική αμυντική αντίδραση του οργανισμού, χωρίς ν’ απαιτείται συνειδητή σκέψη. Ορισμός είναι αυτός! Στην πράξη τα πράγματα διαφέρουν κατά τι..
Αυτά.
 
 
Φώτης Ανδρέου
 
-Συνεχίζεται-
 
 
Your rating: None Average: 5 (12 votes)