Τρίτη 27 Ιουνίου 2017


Καθώς ο Αβραάμ εγάμησε την Σάρα

Στη μεγάλη σκηνή του θεάτρου, που λέγεται ζωή, ο καθένας μας παίζει και από ένα ρόλο, διαφορετικά τί λόγο υπάρξεως θα είχε; Έτσι, έτυχε και εγώ η καϋμένη, στον πολύπαθο και πολυτάραχο βίο μου, να παίξω τον θεάρεστο ρόλο της παπαδιάς.
 
Ή μάλλον, δεν έτυχε καθόλου, αφού η ίδια το διάλεξα από την αρχή, και μάλιστα το ήθελα τόσο πολύ, που δεν έκανα πίσω με τίποτα. Εδώ και τριάντα χρόνια τώρα, όταν ήτανε να παντρευτώ, θα μπορούσα να είχα διαλέξει τον Βαγγέλη τον μπετατζή, που μου έκανε προξενειό η θειά μου η Ουρανία. Μήπως δεν βγάζουν μπερντέ οι μπετατζήδες στις μέρες μας παρακαλώ; Όρεξη για δουλειά νάχουν και τύφλα νάχουν τα τυχερά του παπά – εκτός και αν είναι παπάς σε μεγάλο νεκροταφείο, οπότε αλλάζουν τα πράγματα.
 
Ή, θα μπορούσα να είχα πάρει τον Σταύρο, τον γυρολόγο, που ερχόταν κάθε εβδομάδα στο χωριό μας, την Αρκουδόστανη, με την τρίκυκλη μοτοσυκλέτα του, που μάλιστα την έλεγε «μπατζάτζ», γιατί, λέει, είχε δει κάτι τέτοιες μοτοσυκλέτες στην Ινδονησία, όπου είχε πάει κάποτε σαν ναυτικός, μόνο που τα μπατζάτζ της Ινδονησίας τα χρησιμοποιούσαν για ταξί και όχι για να μεταφέρουν πραμάτειες. Άλλες φορές, πάλι, την έλεγε «ταπαροκωλού», μια ονομασία, που την είχε ακούσει στην Κύπρο.
 
Του Σταύρου το μπατζάτζ – με συγχωρείτε, η μοτοσυκλέτα ήθελα να πω – ήταν πάντα φορτωμένη με κουβέρτες, πετσέτες, κομπιναιζόν, βρακιά, και πολλά άλλα ωραία πράγματα, που μας ξεσήκωναν τη φαντασία στην Αρκουδόστανη. Αφού τέλειωνε τη γύρα του στις γειτονειές του χωριού, ο Σταύρος άραζε έξω από το σπίτι μας και άρχιζε το ψήσιμο στη μάνα μου, για να με δώσει. «Πάρτονε μωρή, καλός και προκομένος είναι», μου έλεγε η καϋμένη – θεοσχωρέστηνε. «Από τότε που ξεμπάρκαρε, άρχισε πρώτα να γυρίζει με γάιδαρο από χωριό σε χωριό, μετά πήρε τη μουσουκλέτα, και, δεν ξέρεις, σιγά-σιγά μπορεί να πάρει και κανένα κινούμενο και να γίνει μεγαλέμπορας. Και δεν θέλει και προικιά...»
 
Αλλά πού ν’ ακούσω εγώ! Τι να τον κάνω τον Σταύρο, σαραντάρη άνθρωπο, με κάτι μάτια σαν κουκουβάγια και μια μύτη σαν γάντζο, άσε και τις κοιλιές του και τα προγούλια του; Κι έπειτα, τι δηλαδή, γυναίκα πραματευτή να γινόμουν; Καλύτερες είναι εκείνες, που καλοπαντρεύονται, που παίρνουν λεβέντες και ευκατάστατους, αποχτάνε σέβος στην κοινωνία και γίνονται και πρώτες κυρίες άμα λάχει;
 
Άλλες ήταν για μένα οι βουλές του Κυρίου. Εγώ, η κακομοίρα, ήβλεπα την παπαδιά του χωριού μας, φτωχή κοπέλα που ήταν και αυτή πριν πάρει τον παπά: μα πόσο όμορφη, αξιοπρεπή και άγια ζωή έκανε, κοντά στο Θεό και στην Εκκλησία. Γεμάτο το σπίτι της από πρόσφορα και όλα τα καλούδια. Και πως όλοι έλεγαν με θαυμασμό «να η παπαδιά η σεμνή, η καλή, η θεοσεβούμενη». Σοβαρό πρόσωπο δηλαδή, όχι πραματευτού, μπετατζού και τα τέτοια, ή σαν μιά ξαδέλφη μου στην Αθήνα, που έγινε κυρία εκκενώσεως βόθρων.
 
«Θεούλη μου και Παναγούλα μου», έλεγα μέσα μου κάθε φορά, που άναβα κερί στην εκκλησιά της Σωτήρως, «βόηθα με να πάρω παπά, γιατί έτσι και εγώ θα είμαι πιό κοντά στη Χάρη σου, θα αισθάνομαι την ευωδία από τα άγια Σου μυστήρια σε κάθε στιγμή της ζωής μου και θα σε υμνώ ασταμάτητα».
 
Όχι τίποτις άλλο, αλλά από μικρή ήμουνα πολύ θεούσα και εκκλησιάζουσα. Πάντοτε νήστευα τα τετραδοπαράσκευα, άναβα κεριά και καντήλια, λιβάνιζα τακτικά στο σπίτι, έπινα αγιασμό κάθε πρώτη του μηνού – εξόν από του Φωτώνε, που έπεφτε στις 6 του Γενάρη – δεν έτρωγα ποτές μου κόκκινο σταφύλι την ημέρα του Άη Γιαννιού του Αποκεφαλιστή, δεν έπιανα βελόνι τις Κυριακάδες, και πολλά άλλα τέτοια, θρησκευτικά πράγματα.
 
Για να μην τα πολυλογώ, πάντα πίστευα ότι η Παναγία με είχε ορίσει για συμβία κάποιου Λειτουργού του Υψίστου. Θέλετε πέστε ότι αυτό ήταν το κισμέτι μου ή το κάρμα μου ή οτιδήποτε άλλο τέτοιο, πάντως εγώ δεν μπορούσα ούτε στιγμή να φανταστώ τον εαυτό μου σαν τίποτις άλλο παρά μόνον σαν παπαδιά.
 
«Η πίστη σου σέσωκέ σε», που λέει και το ρητό. Έτσι, μια μέρα είχα πάει με τους δικούς μου στη Γουργουρίτσα, την κοντινή κωμόπολη, για το πανηγύρι του Άη Λιός, όπως κάναμε κάθε χρόνο. Ήμουνα τότενες 24 χρονώνε δαμάλα – συγγνώμη, κοπέλλα ήθελα να πω – και μάλιστα κοπέλα με όλη τη σημασία της λεξης, όχι σαν κάτι άλλες της εποχής μας. Ήμουν αγνή και, φυσικά, σε ηλικία της παντρειάς, και αυτό το ζητούσε όλο μου το είναι, και η ψυχή μου και το σώμα μου, κόντευα να τρελλαθώ! Κατά πως συνηθίζαμε στα μέρη μας, το λοιπόν, πήγαμε πρώτα να επισκεφτούμε κάτι συγγενείς που είχαμε εκεί, που θα μας έκαναν το τραπέζι, και το βράδι θα πηγαίναμε όλοι μαζί στην κεντρική πλατεία, που είχανε κλαρίνα και βιολιά και θα παίζανε ως το πρωί. Και να που στο τραπεζι, τι βλέπω; Είχανε και ένα λεβέντη, ανηψούδι τους λέει, πραγματικό θεότεκνο, που είχε έλθει για διακοπές από μια σκολή, που ήτανε στα Γιάννενα, σκολή εκκλησιαστική περικαλώ, γιατί ο λεγάμενος το είχε τάξει σκοπό της ζωής του να γίνει παπάς! Ναι, παπάς!
 
Μόλις τον είδα, κόντεψα να πάθω συγκοπή. Τί σεμνός νέος, αλλά και τι παληκάρι! Γεροδεμένος, ψηλός, με μεγάλη μελιτζανωτή μύτη, με μαύρα και προβατίσια μάτια, με παχιά, καραμανλίσια φρύδια, με τσιγκελωτή μουστακάρα... Πώ-πώ, και να τον φανταστείς αυτόν παπά, είπα με το νου μου, και μπροστά μου ξετυλίχτηκε αμέσως σαν όραμα η εικόνα του μορφονιού με μια σγουρή μακριά γενειάδα, με την επιβλητική του μύτη (γιατί τί είναι ένας παπάς χωρίς μεγάλη μύτη; Αν και σήμερα αυτό το προσόν έχει πια αντικατασταθεί από τη μεγάλη κοιλιά...), με τα έντονα σκοτεινά μάτια, με το γεμάτο ευσέβεια ύφος που είχα δει σε πολλούς νέους παπάδες, να περπατάει στο δρόμο του χωριού, τα μακρυμάνικα μαύρα ράσα του να ανεμίζουν σαν πανιά ιστιοφόρου, το καλυμαύκι του όρθιο (και όχι στραβά, ή γερμένο προς τα πίσω, που το βάζουν μερικοί άτσαλοι, δυστυχώς), και τα μικρά παιδιά να φωνάζουν: «Παιδιά, τρέξτε να φιλήσουμε το χέρι του Παπαθωμά!»
 
Γιατί τον λεγάμενο τον έλεγαν Θωμά, περικαλώ. Όνομα άγιο, αποστολικό, όχι σαν εκείνα τα αρχαιοελληνικά, δήθεν, που επιμένουν να χρησιμοποιούν ορισμένοι εχθροί της Εκκλησίας μας, σήμερα ακόμη, δυο χιλιάδες χρόνια μετά το θάνατο της ειδωλολατρείας. Αίσχος! Η πολιτεία θα έπρεπε, στο όνομα της Αγίας Τριάδως, να τα απαγορεύσει εκείνα τα απαίσια εθνικά ονόματα και να επιτρέπει μόνον όσα παραλάβαμε από τον περιούσιο λαό του Κυρίου, τον Ισραήλ. Αλλά που κράτος τώρα...
 
Αλλά, τί τα θέλω εγώ τα πολιτικά καϋμένε, είναι σαν να αφήνουμε το γάμο και να τρέχουμε για πουρνάρια. Γάμο είπα; Α, ναι, βεβαίως! Ο λεγάμενος ο Θωμάς! Καλέ τί ταραχή ήταν αυτή που μ’ έπιασε; Έτρεμα σύγκορμη, η φωνή μου χάθηκε, σαν να βρέθηκα σε τρανς ξαφνικά! Μια γλυκειά θέρμη άρχισε σιγά-σιγά να ανεβαίνει από την κοιλιά μου και να προχωρεί προς την καρδιά, αφού πρώτα έκανε μια αντανάκλαση και στον κώλο μου. Δεν ήξερα τί να κάνω, το μόνο που θα μ’ έσωζε ήταν ένα μπουγέλο νερό, ή να άνοιγε η γης να με κατάπινε!..
 
«Αυτός είναι, Παναγία μου», άκουσα ξαφνικά τα μεγάλα χείλη μου να ψυθιρίζουν. «Ο Παπαθωμάς, και εγώ, να δώσεις Παναγούλα μου, να γίνω η παπαδιά του, η Παπαθωμού!»
 
Μεγάλη η Χάρις του Κυρίου, τα πάντα εν σοφία εποίησε. Γιατί εγώ η κακομοίρα, άβγαλτη όπως ήμουν, ούτε που θα μπορούσα να το διανοηθώ να πω σε κανέναν το τι ήθελα. Έλα, όμως, που ο Θωμάς μου, επειδή επρόκειτο να χειροτονηθεί σύντομα, έψαχνε για γυναίκα και είχε επιστρατεύσει όλες του τις θείες και τις γειτόνισες, να έχουν το νου τους, μήπως και βρεθεί κανένα κορίτσι της παντρειάς. Και αυτές, βέβαια, άλλο που δεν ήθελαν, τα προξενειά ήταν το αγαπημένο τους χόμπυ, αλλά δεν ήταν και τόσο εύκολο... Δυστυχώς, στις μέρες μας, οι περισσότερες έχουν το νου τους στα γλέντια και στις κραιπάλες και το θεωρούν αδιανόητο να παντρευτούν παπά. «Τί λες καλέ, δεν πάω ν’ αυτοκτονήσω καλύτερα παρά να πάω να κλειστώ μέσα στις εκκλησίες και στις ψαλμωδίες;» σου λέει η κάθε σουσουράδα – και δεν ντρέπεται.
 
Τόσο το καλύτερο για μένα, βέβαια.
 
Το τραπέζι δεν είχε καλά-καλά τελειώσει, όταν το χαρμόσυνο μήνυμα έφτασε! Μια θειά του λεγάμενου είχε πλευρώσει τη μάνα μου και ψου-ψου-ψου, όλο και κάτι της έλεγε στα ψιλοκρυφά. Εμένα, βέβαια, ούτε που πήγε ο νους μου, καθότι ελαφρώς βόδι περί τα τοιαύτα, αλλά, επειδή ο συνωμοτικός τόνος μου κίνησε τη γυναικεία μου περιέργεια, στο τέλος δεν άντεξα και ρώτησα με τρόπο τη μάνα μου:
 
-       Τι σου λέει τόση ώρα αυτή η γυναίκα, μάνα;
-       Άστα παιδί μου, μ’ έχει φέρει σε δύσκολη θέση. Δεν ξέρω πως να σου το πω.
-       Πέσμου το μάνα, ότι και νάναι, και μη φοβάσαι!
-       Μου λέει αν θέλω να σε παντρέψω με το Θωμά. Δεν λέω, καλό παιδί φαίνεται, αλλά, ξέρεις, πάει για παπάς. Μια κόρη σ’ έχω η καϋμένη, δεν θα το ήθελα να σου φορτώσω αυτόν τον σταυρό...
-       Για ποιό σταυρό μιλάς μάνα;
-       Ε, παιδί μου, δεν είναι εύκολο πράμα για μια γυναίκα σήμερα να είναι παπαδιά. Να μη μπορείς να πας κάπου σαν άνθρωπος, σ’ ενα πανηγύρι λόγου χάρη, να μη μπορείς να χορέψεις... Είναι βαρύς ο ζυγός κόρη μου και δεν θα ήθελα να σου τον φορτώσω. Αυτά τα πράματα απαιτούν κλήση, διαφορετικά δεν το βλέπω, κι απ’ ότι ξέρω εσύ δεν είσαι ο τύπος για τέτοια.
-       Μα πως βγάζεις αυτό το συμπέρασμα καλέ μάνα;
 
Αυτό το είπα εντελώς αυθόρμητα, πριν προλάβω να κρύψω το συγκλονιστικό σκίρτημα που ένοιωσε η ψυχή μου. Τότε, το βλέμα της γριάς σοβάρεψε απότομα και καρφώθηκε ακίνητο επάνω μου.
 
-       Για στάσου Λισάβω, μου φαίνεται πως εδώ αλλάζουν τα πράγματα.
-       Τί θέλεις να πεις;
-       Έλα τώρα, άστα αυτά και μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις. Μίλα σταράτα: δέχεσαι να γίνεις παπαδιά ή όχι; Αν δέχεσαι να μου το πεις, για να καμω κουβέντα. Διαφορετικά να τους κόψω το βήχα. Λοιπόν;
-       Δέχομαι μάνα, κάμε κουβέντα! (Καθώς το είπα αυτό έγινα κατακόκκινη από τη ντροπή μου, καθότι εντελώς πρωτόπειρη περί τα τοιαύτα...)
 
Να μη σας τα πολυλογώ, η κουβέντα έγινε, όλα κανονιστήκανε λεπτομερώς με τη μάνα μου, καθορίστηκαν ημερομηνίες για αρραβώνες και γάμο, και ήλθε επιτέλους και η στιγμή να γνωριστώ και με το Θωμά.
 
Θα μου πείτε, όπως μου τσαμπούναγε κα μια «μοντέρνα» φιλη που είχα τότες, ότι αυτά είναι μεσαιωνικά πράγματα, ότι πρώτα πρέπει ο άντρας και η γυναίκα να γνωρίζονται καλά και ύστερα να μιλάνε για γάμο. Σαχλαμάρες! Αυτά τα λένε οι άθεοι και οι έκφυλοι, που έχουν το νου τους αλλού. Όποιος πιστεύει στην Χριστοπαναγία και στους Αγίους δεν φοβάται τίποτε, αντίθετα, είναι σίγουρος πως όλα θα πάνε καλά.
 
Και γιατί να μην πάνε, δηλαδής; Ούτε κουτσοί, ούτε στραβοί είμαστε, ούτε κορεσμένοι (κάθε άλλο!) ή πωρωμένοι, που να μην ξέρουμε τι ζητάμε. Και αυτοί που λύσαξαν να απελευθερώσουν το σεξ τώρα ψάχνουν να βρουν τρόπους να το καταπιέσουν πάλι, γιατί τότε είναι πιο συνταρακτικό. Ενώ τώρα, χωρίς βιάγκρα δεν γίνεται τίποτε...
 
Εμένα πάντως, από τότε που κατάλαβα τον εαυτό μου έλυωνα με την ιδέα, πως κάποια μέρα θα βρεθώ μόνη σε ένα δωμάτιο με έναν άντρα, που μόνον από μακριά να τον είχα δει, κι ας μην ήξερα τίποτε γιαυτόν. Θα τα ανακάλυπτα και θα τα μάθαινα όλα σιγά-σιγά, ένα-ένα, μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο, λίγο-λίγο και να βγαίνει το πέπλο του μυστηρίου, λίγο-λίγο και να λιγοστεύει η απόσταση, ν’ ανοίγουν οι ορίζοντες, σαν τους βαθμούς της Μασωνίας – Θεός φυλάξοι, δηλαδή. Και για να τα πω τα πράγματα κατά πως τα βλέπω τώρα, ύστερα από τρεις δεκαετίες πείρας, η απόσταση χρειάζεται, γιατί αλλοιώς σταματάει και ο σεβντάς.
 
Πάντα, λοιπόν, αγαπητοί μου αδελφοί, κρατάτε μπόλικη απόσταση οι άνδρες από τις γυναίκες σας, γιατί αλλοιώς δεν έχει γούστο – θέλω να πω, ότι αν πάψετε να έχετε το νου σας και σε άλλα θεάρεστα πράγματα στη ζωή, και βυθιστείτε στον ζοφερό ύπνο της σωματικής συνομιλίας, θα σας κυριεύσει ο Σατανάς, ο γάμος σας θα δηλητηριαστεί, η οικογένειά σας θα διαλυθεί, και άλλο που δεν θέλει ο Εωσφόρος δηλαδή...
 
***
 
Ήλθε, λοιπόν, η ώρα να σε γνωρίσω, Θωμά μου. Αχ, τί αναμνήσεις, τι βιώματα! Μέγας ει Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου, τα πάντα εν Σοφία εποίησας, που λέει και η Παράκληση.
 
Και να πως έγινε η κατάσταση: Ένα μήνα προτού μας αρραβωνιάσουν, ήλθε ο λεγάμενος στην Αρκουδόστανη, για να μας κάνει την πρώτη του επίσκεψη. Μόνος, παρακαλώ – για την ακρίβεια, με τον γάιδαρό του. Έφτασε, απογευματάκι ήταν, ξεπέζεψε, άνοιξε το πορτόνι (τα έβλεπα όλα από το παραθύρι εγώ!) και φώναξε:
 
-       Θειά Γεργούλα, είσαι εδώ;
 
Τι γλυκειά, μελωδική, καμπανιστή φωνή! Και λίγο ένρινη, ότι πρέπει, δηλαδή, για ψαλμωδίες στην εκκλησία!
 
Φώναξα αμέσως τη μάνα μου:
 
-       Βγες έξω, μάνα, ήλθε ο λεγάμενος! Αχ, τι θα κάνω η κακομοίρα, πως ντρέπομαι, μη μας αφήσεις μόνους καλέ μάνα, να χαρείς!
-       Μη φοβάσαι, μωρή Λισάβω, και δεν θα σε δαγκώσει. Πρέπει σιγά-σιγά να τον συνηθίσεις. Πήγαινε τώρα στο δωμάτιό σου εσύ, να τον μπάσω εγώ μέσα, κι ύστερα από λίγο βγαίνεις, με τρόπο. Κατόπιν θα βρω εγώ μια αφορμή να φύγω για λίγο και να μείνετε οι δυό σας. Κι όπως σου είπα: λίγα τα λόγια σου, όχι παρλαπίπες και σαλιαρίσματα, έτσι; (Όπως μου είπε αργότερα η μάνα μου, πάντως, η επίσκεψη αυτή ήταν οργανωμένη και η μάνα μου ήταν μέσα στο κόλπο...).
-       Εντάξει μάνα, βγες τώρα, γιατί περιμένει ο γάιδαρος – ο άνθρωπος, θέλω να πω... (Δεν ήξερα τι έλεγα, η καϋμένη, από την ταραχή μου...).
 
Έτρεξα αμέσως στο δωμάτιό μου. Έστησα αυτί. Ο καϋμένος ο Θωμάς, τί τρακ που είχε και αυτός!
 
-       Είπα να περάσω να σας δώ, θειά Γεργούλα, έλεγε μασημένα.
-       Καλά έκανες, γυόκα μου. Εδώ πιά είναι σα στο σπίτι σου. Κάτσε άνετα, σε λίγο θα έλθει και η Λισάβω να σε τρατάρει.
-       Α, εδώ είναι; (είπε, δήθεν αδιάφορα).
-       Βέβαια, που ήθελες να πάει; Ούτε που ξεμυτίζει καθόλου από το σπίτι μας. Όχι που είναι κόρη μου και μάλιστα μοναχοκόρη, αλλά η Λισάβω μου είναι πραγματικά σεμνή κοπέλλα...
 
Είπα να περιμένω λίγο ακόμη, αλλά δεν άντεχα άλλο. Άνοιξα σιγά-σιγά την πόρτα και βγήκα στη σάλα. Έτρεμα σύγκορμη.
 
-       Καλώς όρισες στο σπιτικό μας, είπα κομπιαστά, και άπλωσα το χέρι μου.
-       Ευχαριστώ, είπε εκείνος, κάπως ξερά, και άπλωσε το χέρι του για χειραψία.
 
Έλα, όμως, που θες από την αμηχανία του, θες από τη μανία της μάνας μου να έχει τον τόπο γεμάτο μπουκάλια, βάζα και άλλα άχρηστα αντικείμενα, βρήκε το χέρι του πάνω σ’ ένα σερβίτσιο του καφέ, το πέταξε κάτω, και έγιναν όλα τα φλυτζάνια και τα πιατέλα γυαλιά-καρφιά.
 
-       Δεν πειράζει παιδί μου, γούρι είναι! Μόνον να προσέχεις μεθαύριο, όταν θα είσαι μέσα στο ιερό, να μην πάθεις κανένα ατύχημα με τα άγια δισκοπότηρα.
 
Αυτό το είπε η μάνα μου, για να μπαλώσει, βέβαια, την κατάσταση. Αλλά ο Θωμάς ήταν απαρηγόρητος. Τόσο, που δεν ήξερε τι έλεγε.
 
-       Να με συμπαθάς Λισάβ... θέλω να πω, θειά-Γεργούλα. Τι ατυχία ήταν αυτή; Εγώ πάντα είμαι προσεκτικός. Μα πώς δεν τα είδα όλα αυτά τα τσαρποτσούκαλα; Φαίνεται αφαιρέθηκα, γιατί σκεπτόμουν το γάιδαρό μου, που τον έχω αφήσει λυτό στην αυλή. Ελπίζω να μην κάνει καμιά ζημιά στα λουλούδια και δευτερώσει το κακό...
-       Μη φοβάσαι γαμπρέ μου, θα πάω εγώ τώρα αμέσως να τον δέσω στο αχούρι. Θα του δώσω και σανό. Όχι τίποτε άλλο δηλαδή, τα λουλούδια ας τα φάει, δικά σου είναι, όπως ήταν και τα φλυτζάνια, αλλα μη σου φύγει το ζωντόβολο και γυρίσεις με τα πόδια στη Γουργουρίτσα!
-       Θεός φυλάξοι!
-       Αν δεν σε φυλάξει εσένα, που θα γίνεις παπάς, ποιόν θα φυλάξει; Αλήθεια, έχει οριστεί με σιγουριά η ημερομηνία της χειροτονίας;
-       Ναι, βέβαια. Τηλεφώνησα προχθές στον Δεσπότη και μου το βεβαίωσε. Σε οκτώ εβδομάδες από σήμερα... Μόνο που ο Σεβασμιώτατος θέλει να κάνουμε τη χειροτονία στη Γουργουρίτσα και όχι στη Μητρόπολη. Να δει, λέει, με την ευκαιρία και τους Γουργουριτσιώτες. Ίσως, όμως, δεχθεί να κάνει τη δεύτερη χειροτονία, σε πρεσβύτερο, στη Μητρόπολη.
-       Ή, ίσως την κάνει στην Αρκουδόστανη! Χρόνια και ζαμάνια έχουμε να δουμε Δεσπότη στο χωριό μας. Αλλά, ας πάω για το γάιδαρο εγώ τώρα...
 
Και νάμαι, επιτέλους, μόνη με τον σαστικό.
 
Κάθησα σε μια καρέκλα λοξά απέναντί του, χαμηλοβλεπούσα, κατακόκκινη και φορτισμένη μέχρι που κόντεβα να εκραγώ. Σεμνοκαβλωμένη, που λένε και μερικοί αθυρόστομοι... Όσο για το Θωμά, αυτός ήταν άφωνος ιχθύς.
 
-       Είχες καλό ταξίδι από τη Γουργουρίτσα; (τόλμησα να ξεστομίσω).
-       Δε βαρυέσαι, κούραση, μια ώρα με το γάιδαρο μεσ’ τον ήλιο...
-       Τί να κάνεις...
 
Σιωπή. Όσο σκεφτόμουν τί να πω, άλλο τόσο μπλοκαριζόταν το μυαλό μου και δεν έβγαινε τίποτε. Υποθέτω, πως το ίδιο συνέβαινε και με τον λεγάμενο. Τελικά, φαίνεται, ότι εμείς οι γυναίκες έχουμε τ’ όνομα, πως είμαστε ντροπαλές – δήθεν – αλλά οι άντρες έχουν τη χάρη.
 
Για δεύτερη φορά, ξεστόμισα:
 
-       Τι ώρα θα φύγεις πάλι για τη Γουργουρίτσα;
-       Σε καμιά ωρίτσα λέω να του δίνω.
-       Δεν θα κάτσεις να φάμε;
-       Μπα, δεν είναι ανάγκη.
-       Μα έχουμε ετοιμάσει φαγητό, τί θα το κάνουμε, εμείς δυο γυναίκες είμαστε και δεν τρώμε και πολύ...
-       Ε, καλά, τότε θα δούμε (και έβλεπα ήδη τα σάλια του να τρέχουν, καθότι ήταν και φαγανός το πουλάκι μου).
 
Σιωπή πάλι. Ανυπόφορη αυτή τη φορά. Είχε αρχίσει να μου τη δίνει. Έτσι είναι λοιπόν, όταν μια κοπέλα βρίσκεται μόνη της μ’ έναν άνδρα; Αυτό ήτανε; Μωρέ και δε γυρίζει η μάνα μου πίσω καμιά φορά, τουλάχιστον νάχουμε κάτι να κουβεντιάσουμε;
 
Αυτά θυμάμαι, λοιπόν, καμιά φορά με τον Παπαθωμά μου, όταν πιά είμαστε μόνοι και τα λέμε. Αναπολούμε τα παλιά, λέμε και ξαναλέμε την ιστορία μας, περνάμε καλά, όλα εντάξει δηλαδή, μόνο που εκείνο το αναψοκοκκίνισμα και αυτή η αναστάτωση, όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά μόνοι στο υπνοδωμάτιο, φαίνεται πιά τόσο μακρινή ανάμνηση...
 

  

Your rating: None Average: 5 (12 votes)