Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2018


Αισθητική και καταστροφή κτιρίων

Ένας φίλος μου έστειλε μια φωτογραφία του ξενοδοχείου “Ακταίον”, ενός λαμπρού κτιρίου που υπήρχε κάποτε και στόλιζε το Παλαιό Φάληρο.

 
Μου έκανε εντύπωση η αρχιτεκτονική, η αισθητική, η ομορφιά, το μέγεθος και η αρχοντιά του.
 
Ερεύνησα και έμαθα πως επρόκειτο για ένα από τα μεγαλοπρεπέστερα οικοδομήματα όχι μόνο του Φαλήρου αλλά και της Αθήνας και του Πειραιά.
 
Ανεγέρθηκε  το 1903, βάσει σχεδίων του διάσημου αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλερ (Ernst Moritz Theodor Ziller)
 
-ενός νόμιμου μετανάστη των αρχών του 20ού αιώνα που απέκτησε την ελληνική ιθαγένεια ή υπηκοότητα-
 
και αποτελούσε το κέντρο των κοινωνικών και εορταστικών εκδηλώσεων του εικοστού αιώνα.
 
Κατεδαφίστηκε σχετικά πρόσφατα, όπως τόσα άλλα λαμπρά αρχιτεκτονήματα απαράμιλλου κάλλους.
 
Αν και δεν τον αποδέχομαι, κατανοώ απόλυτα τον λόγο για τον οποίο εξαφανίστηκε αυτό το μοναδικό οικοδόμημα – κόσμημα, αρχιτεκτονικό καλλιτέχνημα και τέρψη των αισθήσεων.
 
Αποτέλεσε στόχο των συμπατριωτών μας, η πλειοψηφία των οποίων μισεί κάθε τι που δεν της θυμίζει το χωριό από το οποίο κατάγεται καθώς και τα συγκεκριμένα αισθητικά πρότυπα τα οποία αντικρίζουμε σε κάθε δρόμο και γωνιά της Αθήνας (και των άλλων μεγάλων πόλεων της χώρας).
 
Τόσο το “Ακταίον” όσο και τ’ αναρίθμητα άλλα κτίρια, τα οποία κοσμούσαν την Αθήνα και την κατάτασσαν σαν μια από τις ωραιότερες πόλεις της Ευρώπης, μέχρι το τέλος του Β.Π.Π. (και όμοιά τους δεν πρόκειται να ξανακατασκευαστούν), δεν ήταν δυνατό να τα εκτιμήσουν οι επήλυδες που δηλώνουν “Αθηναίοι” ή πρωτευουσιάνοι. Στην πραγματικότητα δεν αγαπούν την πόλη στην οποία κατοικούν. Γι’ αυτό, με την πρώτη ευκαιρία, εγκαταλείπουν κατά δεκάδες χιλιάδες την πρωτεύουσα, την οποία θεωρούν ξένη πόλη, σπεύδοντας στους τόπους της καταγωγής τους, συνήθως στα ορεινά χωριά τους.
 
 
Αν και μόνιμα εγκατεστημένοι (και γεννημένοι οι περισσότεροι) στη Αθήνα, στον Πειραιά και στα προάστια, στη συντριπτικοί τους πλειοψηφία, δεν μπόρεσαν ν’ αγαπήσουν την πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους και ό τι ωραίο διέθετε.
 
Γι’ αυτό, μόλις εγκαταστάθηκαν και απόκτησαν την πλειοψηφία όσοι συνέρρευσαν από την ορεινή, ηπειρωτική και  τη νησιωτική Ελλάδα, άρχισαν το έργο της καταστροφής. Άλλοτε επεκτείνοντας τις ιδιοκτησίες που κατέλαβαν αυθαίρετα και άλλοτε κατεδαφίζοντας τα αριστουργήματα του κλασικισμού που βρήκαν να κοσμούν κυρίως την πόλη των Αθηνών.
 
Εναντίον των αριστουργημάτων της αρχιτεκτονικής και της οικοδομικής δεν στράφηκαν μόνο οι χωριάτες και ο απλός λαός, που δεν μπορούσε να εκτιμήσει ό τι δεν θύμιζε το χωριό του, με τα χαμόσπιτα, τα οικόσιτα ζώα, τους αχυρώνες, τους στάβλους και τις εκτός κατοικίας τουαλέτες (ή τις ελεύθερες τουαλέτες της υπαίθρου).
 
Εναντίον των οικοδομών σαν το ξενοδοχείο “Ακταίον” στράφηκαν κυρίως οι κυβερνήτες, οι περισσότεροι από τους οποίους διατήρησαν τη χωριατιά και παρέμειναν άξεστοι και ακαλλιέργητοι.
 
Ποιος δεν θυμάται τη δράση του λεγόμενου “υπουργού των βραχωδών οικοπέδων”, του γνωστού εθνάρχη, με το ίδρυμα, τους πατρικίους συγγενείς και τους πολιτευόμενους ανεψιούς;  
  
Ο εν λόγω καταστροφέας της νέας Ελλάδας, μόλις ανέλαβε το υπουργείο δημοσίων έργων, δεν άφησε τίποτα όρθιο. Μερίμνησε να καταστραφούν όσα κτίρια δεν είχαν γκρεμιστεί ή ερειπωθεί από τον Β.Π.Π. που καίρια και ανεπανόρθωτα έπληξε το έθνος και τη χώρα μας.
 
Στη θέση των αριστουργημάτων του Τσίλερ, του Χάνσεν και των άλλων διάσημων αρχιτεκτόνων που αγάπησαν την Ελλάδα και ιδιαίτερα την Αθήνα, υψώθηκαν απρόσωπες και θλιβερές πολυκατοικίες – κουτιά, χωρίς αρχιτεκτονική, χωρίς προοπτική, χωρίς αισθητική και χωρίς μέλλον.
 
Ενώ κυρίως η Αθήνα, με τα οικοδομήματα σαν του Πανεπιστημίου, της Βιβλιοθήκης, της Ακαδημίας (με στους στυλίτες θεούς, την Αθηνά και τον  Απόλλωνα), του Οφθαλμιατρείου, της Καθολικής Εκκλησίας, της Παλιάς Βουλής, του Σλήμαν (το Ιλίου Μέλαθρον), της Βουλής και όσα απέμειναν στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας, θύμιζε το ένδοξο παρελθόν της ελληνικής αρχαιότητας και ικανοποιούσε τις αισθήσεις και την αισθητική σε μέγιστο βαθμό, η σύγχρονη Αθήνα, όπως την κατάντησε ο εθνάρχης και οι όμοιοι του, θυμίζει τριτοκοσμική πόλη που βρίσκεται σε έσχατη παρακμή. Ήδη, κυρίως με τη βοήθεια των εκατοντάδων χιλιάδων ασιατών και αφρικανών ψηφοφόρων, συμπλήρωσε το πληθυσμιακό της υπόβαθρο και διέκοψε κάθε σχέση με τον κλασικισμό και το Κάλλος.
 
Σε αντίθεση με τις πρωτεύουσες όλων των ευρωπαϊκών χωρών (και όχι μόνο) που κοσμούνται από ανάκτορα, επαύλεις, πύργους, λαμπρά οικοδομήματα, κτίρια άφθαστου αρχιτεκτονικού κάλλους, αγάλματα, ναούς, κήπους, ευρείες λεωφόρους και υποδομές που λειτουργούν αψεγάδιαστα, η νέα Αθήνα (ο Πειραιώς, το Φάληρο και όλα τα προάστια) τείνουν ν’ αποκτήσουν ενιαία, απρόσωπη και θλιβερή μορφή.
 
Το μπετόν κυριαρχεί με τις κατοικίες – κουτιά και, μαζί με κάθε όμορφο, αισθητικά σημαντικό και καλλιτεχνικά πολύτιμο, εξοντώνονται με μανία τα τελευταία ίχνη βλάστησης και πράσινου.
 
Ανεγέρθηκε το Πολεμικό Μουσείο, το οποίο αντί ν’ αποκτήσει άρτια αρχιτεκτονική δομή, με κλασικίζουσα μορφή, διαμορφώθηκε σαν ένα τεράστιο κοντέινερ που η θέα του σε απωθεί, σε θλίβει και σε καταδιώκει.
 
Το Μέγαρο Μουσικής κατασκευάστηκε με την ίδια συνταγή, του κουτιού και του κιβωτίου, χωρίς καμιά αισθητική και αρχιτεκτονική έμπνευση. Ρίχτηκε δίπλα στην αμερικανική πρεσβεία και έδεσε μαζί της κάνοντας αντίθεση με τα κλασικής εμφάνισης και κατασκευής κτίρια των έναντι Νοσοκομείων, όπως το “Ιπποκράτειο”.
 
Η ίδια “αρχιτεκτονική γραμμή” ακολουθήθηκε από τους επαρχιώτες που κυβερνούν και στο Μουσείο της Ακρόπολης. Κατασκευάστηκε ένα υπερπολυτελές οικοδόμημα, χωρίς αρχιτεκτονική καλαισθησία. Ένα ακόμα κουτί ανάμεσα στα άλλα.
 
Το νεόδμητο κτίριο του υπουργείου εξωτερικών, έναντι του κτιρίου της Βουλής και του ξενοδοχείου της Μεγάλης Βρετανίας (που αποτελούν θαυμάσια αρχιτεκτονήματα), κατασκευάστηκε σύμφωνα με τα κατασκευαστικά πρότυπα των Βορείων Χωρών, οι οποίες στερούνται τον ήλιο και, γι’ αυτό, τα κτίριά τους διαθέτουν τοίχους γυάλινους, χωρίς παραθυρόφυλλα και ανάλογες προσελκύουσες τις ηλιακές ακτίνες κατασκευές.
 
Αυτό το κτίριο δεν φρόντισε κανείς να εναρμονιστεί με τα εγγύς του βρισκόμενα κτίρια και κατασκευάστηκε για να μοιάζει με κατασκευή γυμναστηρίου επαρχιακής μεγαλόπολης.
 
Γι’ αυτό δεν πρέπει να εκπλήσσεται ο φίλος που μου έστειλε τη φωτογραφία του ξενοδοχείου – ανακτόρου (με τον όνομα του μυθικού Ακταίου) για την καταστροφή του. Κι αυτό το αριστούργημα υπήρξε θύμα της νεοελληνικής αισθητικής, της παρακμής και της μιζέριας.
 
Εμμανουήλ Παπαδάκης

 

Your rating: None Average: 5 (9 votes)