Κυριακή 9 Ιουλίου 2017


Ανεπάγγελτοι πολιτικοί και δικαστική εξουσία

 

Τέως πρόεδρος του Αρείου Πάγου (που  αρθρογραφεί σε επίκαιρα θέματα) διατύπωσε τη γνώμη, στο πλαίσιο κριτικής κατά του πολιτικού συστήματος  και των πολιτικών, πως ο ελληνικός λαός είχε την ατυχία να κυβερνηθεί από πολιτικούς, που δεν άσκησαν κάποιο επάγγελμα. Έτσι, οι πολιτικοί μας δεν γνωρίζουν τους παλμούς, τους πόνους και τους καημούς των μοχθούντων για τον επιούσιο πολιτών [εφημερίδα “ΕΣΤΙΑ” της 30.07.2011, στο άρθρο με τίτλο “ο εμπαιγμός των Ελλήνων”].
 
Κύριο αποτέλεσμα του ανεπάγγελτου των πολιτικών μας δεν είναι, κατά τον αρθρογράφο, μόνο η ατυχία των πολιτών που έχουν τέτοιους ανίκανους εκπροσώπους αλλά και η εξαθλίωσή τους, εξ αιτίας της επιβαλλόμενης από τους πολιτικούς αυτούς υπερφορολόγησης, της αδυναμίας περιορισμού του δημόσιου τομέα και της εξακολούθησης να υφίστανται ανεξόφλητες οφειλές προς το δημόσιο ύψους 41 δις ευρώ.
 
Επίσης, σύμφωνα με τον συνταξιούχο δικαστή, δεν είναι δυνατό να εφαρμοστεί από τα δικαστήρια ο νέος νόμος, δια του οποίου τιμωρείται με φυλάκιση η καθυστέρηση πληρωμής οφειλής από φόρους άνω των 5.000 € (με εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας), επειδή “η πείρα του παρελθόντος διδάσκει ότι τα δικαστήρια ουδέποτε επιδεικνύουν την αναλγησία των κυβερνώντων”.
 
Οι απόψεις του αρθρογράφου μπορούν να συγκεντρώσουν πολλές αντιρρήσεις, ειδικά ως προς τη μη επίδειξη αναλγησίας από τα δικαστήρια (όμοιας με τη σκληρότητα των κυβερνώντων), επειδή η πείρα του παρελθόντος καθώς και του παρόντος διδάσκει το εντελώς αντίθετο (με πρόσφατα παραδείγματα την καταδίκη ανηλίκου σαν ενηλίκου, την εξακολούθηση της προφυλάκισης νεαρής λεχώνας μαζί με το βρέφος της, την επιβολή σε νεαρούς τοξικομανείς ποινών πολυετών καθείρξεων, τη μη αναγνώριση της ιδιότητας του ασθενούς σε πλείστες περιπτώσεις, τη μη αναστολή εκτέλεσης της ποινής ακόμη και ετοιμοθάνατων, την εκδικητική προφυλάκιση ολόκληρης της οικογένειας ενός από τους ύποπτους στην υπόθεση “Siemens”, την εν αμφιβολία καταδίκη κατηγορουμένων και την καταδίκη κάποιου για υπεξαίρεση ονομαστικών μετοχών που δεν υπεξαιρούνται).
 
Όμως, φαίνεται σωστή η άποψη ότι η διακυβέρνηση από πολιτικούς, που δεν άσκησαν κανένα επάγγελμα πριν ασχοληθούν με την πολιτική, αποτελεί πραγματικά σοβαρό ελάττωμά τους, που ζημιώνει τους πολίτες, επειδή οι πολιτικοί αυτοί, όντας άπειροι, παίρνουν με αναλγησία σκληρά μέτρα κυρίως φορολογικά.
 
Αυτή η πολιτική θα ήταν φιλολαϊκή και επιτυχής, αν οι πολιτικοί είχαν ασκήσει κάποιο επάγγελμα και, μάλιστα, με επιτυχία, προσθέτουμε εμείς, ακολουθώντας τη σκέψη του αρθρογράφου.
 
Όμως, επάγγελμα θα έπρεπε να έχουν ασκήσει πέραν από τους πολιτικούς και άλλες ομάδες, στις οποίες έχει ανατεθεί η άσκηση δημόσιας εξουσίας, όπως οι εισαγγελείς και οι δικαστές, που στελεχώνουν τη δικαστική λειτουργία της πολιτείας και την αντίστοιχη δικαστική εξουσία (ποινική και πολιτική).
 
Πριν από τον διορισμό κάποιου ως εισαγγελέα η δικαστή θα πρέπει ο υποψήφιος να έχει ασκήσει κάποιο επάγγελμα με επιτυχία, τουλάχιστον του δικηγόρου, για δέκα έως δέκα πέντε χρόνια, να έχει αποκτήσει από την εργασία του κοινωνική πείρα και τις ικανότητες, που θα έπρεπε να έχουν και οι πολιτικοί στον δικό τους τομέα, ώστε να γνωρίζουν τους παλμούς, τους πόνους και τους καημούς των μοχθούντων για τον επιούσιο πολιτών και να μη καταδικάζουν ειδικά τους αδύνατους, τους νέους, τους άσημους και τους ξένους στις γνωστές πολυετείς και απάνθρωπες ποινές, να συμπονούν τους ασθενείς (όπως είναι οι τοξικομανείς και οι άλλοι ψυχικά άρρωστοι) και να τηρούν στο σύνολό τους τις θεμελιώδεις αρχές του ανθρωπισμού.
 
Είναι γνωστό πως εισαγγελείς και δικαστές γίνονται οι δικηγόροι, άσχετα αν έχουν ασκήσει το επάγγελμά τους, με τη συμμετοχή τους σε γραπτές και προφορικές εξετάσεις και τη φοίτησή τους για σύντομο χρονικό διάστημα λίγων μηνών στην “Εθνική Σχολή Δικαστών”.
 
Δεν απαιτεί ο νόμος οι διοριζόμενοι εισαγγελείς και δικαστές να έχουν ασκήσει επάγγελμα ή να έχουν εργαστεί επιτυχώς ως δικηγόροι. Για τον λόγο αυτό πολλοί από τους διοριζόμενους δικαστικούς λειτουργούς δεν έχουν παρακολουθήσει ούτε μία δίκη, αστική ή ποινική, και μαθαίνουν να δικάζουν επί των κεφαλιών των πολιτών.
 
Βέβαια, πολλοί από τους μετέχοντες στις εξετάσεις δικαστών και εισαγγελέων έχουν ασκήσει για βραχύτατο χρόνο κάποια επαγγέλματα και ελάχιστοι έχουν βραχυχρόνια πείρα ως δικηγόροι. Όμως, δεν επιτρέπεται ν’ αφήνεται στην τύχη ο τόσο σοβαρός αυτός τομέας και να δικάζεται ο πολίτης από δικαστές και εισαγγελείς που στερούνται κοινωνικής πείρας και έχουν τις ίδιες ελλείψεις των ανεπάγγελτων πολιτικών που διαπίστωσε ο τέως πρόεδρος του Αρείου Πάγου με το άρθρο του.
 
Το να κρίνεις και ν’ αποφασίζεις, λύνοντας τις πολύπλοκες διαφορές των πολιτών, καταδικάζοντας ή αθωώνοντας τους κατηγορουμένους και αποφαινόμενος αν κάποιος θα παραπεμφθεί σε δίκη ή όχι, απαιτεί ανθρώπους που διαθέτουν πλούσια κοινωνική πείρα, καλή νομική κατάρτιση και τις ικανότητες, τις οποίες αποκτά κανείς με την άσκηση με επιτυχία επαγγέλματος ή με την επιτυχή άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος.
 
Όπως πολλοί (και ιδιαίτερα οι επιφανείς) πολιτικοί έτσι και πολλοί (οι περισσότεροι) δικαστικοί λειτουργοί αποκτούν δικαστική εμπειρία και γνώσεις καθώς κρίνουν τους πολίτες και τα προβλήματά τους και όχι με βάση την ήδη υπάρχουσα εμπειρία και τις πρακτικές κοινωνικές γνώσεις. Έτσι, όπως πληροφορηθήκαμε, η νέα πρόεδρος του Αρείου Πάγου δεν είναι ιδιαίτερα κοινωνική [“η επιλογή γυναίκας ως προέδρου του Αρείου Πάγου”], ενώ σχεδόν στην ολότητά τους οι δικαστικοί λειτουργοί ζουν απομονωμένοι από την κοινωνία, δεν συνάπτουν σχέσεις και μάλιστα φιλικές με τους άλλους πολίτες, αποφεύγοντας συστηματικά τη με άλλους επικοινωνία και τον έστω και χαλαρό συγχρωτισμό. Έτσι, δεν γνωρίζουν τους παλμούς, τους πόνους και τους καημούς των μοχθούντων για τον επιούσιο πολιτών, τους οποίους “μεταχειρίζονται” (η ανάρμοστη αυτή λέξη λήφθηκε από άρθρο της ποινικής δικονομίας) με υπεροψία, παραδοσιακή αγένεια και οπισθοδρομική σκληρότητα.
 
Χαρακτηριστική είναι η αποστροφή του λόγου εισαγγελικού λειτουργού, ο οποίος γιόρτασε την από την υπηρεσία αποχώρησή του με εκδήλωση στην αίθουσα τελετών του δικηγορικού συλλόγου, δηλώνοντας πως εναντίον εκείνου που δεν θα τηρεί τον νόμο θα πέφτει “βαρύς ο πέλεκυς της δικαιοσύνης”. Με αυτή τη δήλωση αποκαλύφτηκε ότι ορισμένοι αισθάνονται πως ζουν όχι στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, αλλά ουσιαστικά γύρω στον 11ο ή 12 αιώνα, όταν τις άδικες πράξεις τις αντιμετώπιζαν οι εκπρόσωποι της εξουσίας με το κούτσουρο και το τσεκούρι, που έπεφτε πάνω στο κεφάλι του ταλαίπωρου δουλοπάροικου προκειμένου με τον τρόμο και τον θάνατο να υπακούει “πρόθυμα” στον εκάστοτε ηγεμόνα και τύραννο!
 
Για ν’ απολαύσουμε τα αγαθά του αιώνα μας δεν αρκεί μόνη η οικονομική ανάκαμψη και το νοικοκύρεμα καθώς και η απαλλαγή από τον επαγγελματικό συνδικαλισμό και τις γνωστές τριτοκοσμικές εκτροπές της κοινωνίας μας. Επιβάλλεται ν’ αλλάξει πρώτιστα η βαλκανική νοοτροπία και ν’ αναμορφωθούν οι θεσμοί μας με την αποκοπή όλων των δεσμών που μας κρατούν γερά δεμένους με το μεσαιωνικό παρελθόν της παρακμής.
 
Απαιτείται αναβάθμιση των σπουδών που πρέπει να γίνουν ουσιαστικές και σύγχρονες, χωρίς τη στείρα μίμηση δια της δουλικής αντιγραφής ξένων εργασιών. Πρέπει τόσο οι πολιτικοί όσο και οι δικαστικοί λειτουργοί, πριν αναλάβουν καθήκοντα και αρμοδιότητες, να έχουν ήδη αποκτήσει πλούσια κοινωνική πείρα, με την καταξίωσή τους στον τομέα του επαγγέλματος και της εργασίας, με την τριβή τους μέσα στην κοινωνία αποκλειόμενης της απομόνωσής τους. Αντίθετα, βασικό προσόν τόσο των πολιτικών όσο και των δικαστικών πρέπει να είναι η έντονη κοινωνικότητα, με προεξάρχουσα την ευγένεια στη συμπεριφορά, την ευρύτητα στις γνώσεις, χωρίς αγκυλώσεις και με σύγχρονο πνεύμα, ώστε να είναι σε θέση να εφαρμόζουν τις θεμελιώσεις αρχές με πνεύμα επιείκειας και ανθρωπισμού, που λείπει στις περισσότερες δικαστικές κρίσεις.
 
Ε. Παπαδάκης
 
 
 

 

Your rating: None Average: 4.6 (9 votes)