Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2017


Δύο μέτρα και δύο σταθμά

Ένα σημαντικό και συνεχώς οξυνόμενο κοινωνικό πρόβλημα είναι η καταδίωξη και τιμωρία των εγκλημάτων, άλλα από τα οποία, παρά τη σοβαρότητά τους και τη βλάβη που προξενούν, δεν καταδιώκονται και δεν τιμωρούνται και άλλα, αντιθέτως, καταλήγουν στην επιβολή εξοντωτικών ποινών εναντίον των άτυχων κατηγορουμένων, οι οποίοι αντί να σωφρονίζονται, διδασκόμενοι να σέβονται το δίκαιο και την ηθική, καταλήγουν στις φυλακές με υπέρμετρες ποινές πολυετών καθείρξεων, από τις οποίες βγαίνουν πραγματικά ερείπια.
 
Στις περισσότερες περιπτώσεις, όσοι αποφυλακίζονται, αντί σωφρονισμού και βελτίωσης, έχουν γεμίσει με αισθήματα μίσους και αντεκδίκησης κατά της κοινωνίας και των θεσμών της, παραμένοντας αμετανόητοι (προσηλωμένοι στο έγκλημα, που σε πρώτη ευκαιρία επαναλαμβάνουν). Είναι οι αποκαλούμενοι “υπότροποι εγκληματίες”.
 
Έτσι, επικρατεί η άποψη ότι όποιος μπει μία φορά στη φυλακή, οπωσδήποτε θα ξαναμπεί: Θα φυλακιστεί και για δεύτερη φορά, επειδή η στέρηση της ελευθερίας (που πολλές φορές οφείλεται σε δικαστικό σφάλμα) στις “σύγχρονες” άθλιες φυλακές, δεν σωφρονίζει και δεν βελτιώνει. Επιτυγχάνει το εντελώς αντίθετο.
 
Για το σοβαρό αυτό πρόβλημα, που οξύνεται, ευθύνονται όχι μόνο οι κρατικοί λειτουργοί, εισαγγελείς και δικαστές, ούτε οι δικηγόροι, που χάνουν συνεχώς το κύρος τους και τον σεβασμό της κοινωνίας, αλλά και η έλλειψη αντίδρασης από την κοινωνία γενικά, η οποία, απλά, δεν ασχολείται με ένα πρόβλημα, που δεν έχει άμεση επίπτωση στο εισόδημα.
 
Έτσι, όπως φέρεται να έχει δηλώσει και η νέα πρόεδρος του Αρείου Πάγου (“επιλογή γυναίκας ως προέδρου του Αρείου Πάγου”: Άρθρο στα “nomika epilekta”), οι δικαστές δεν είναι θεοί και, συνεπώς, εκδίδονται από αυτούς και άδικες αποφάσεις, οι οποίες (όχι κατά σύμπτωση) αφορούν τους αδύνατους και όχι τους έχοντες και κατέχοντες. Συνεπώς, εξ αιτίας δικαστικών σφαλμάτων, καταδικάζονται και αθώοι (κυρίως αδύνατοι) που εκτίουν ή εξέτισαν άδικα ποινές πολυετών καθείρξεων.
 
Με μια ενδεικτική περίπτωση άδικης ποινικής καταδίωξης και άδικης φυλάκισης ασχολήθηκε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), που εξέδωσε την από 21.02.2008 απόφαση, με την οποία καταδικάστηκε η χώρα μας σε αποζημίωση, επειδή φυλακίστηκε για χρόνια ένας ακόμη αθώος [Κ. Πυργιωτάκης κατά Ελλάδας, υπ’ αριθ. 15100/2006 προσφυγής], εξ αιτίας της κοινωνικής και οικονομικής αδυναμίας του και των δικαστικών σφαλμάτων, που πολλές φορές οφείλονται και στις τηρούμενες συνοπτικές διαδικασίες.
 
Άδικα καταδιώκονται, δικάζονται και καταδικάζονται οι κοινωνικά και οικονομικά αδύναμοι, Έλληνες και αλλοδαποί, ενώ οι ισχυροί του πλούτου και οι επιφανείς παραμένουν κατά κανόνα ακαταδίωκτοι. Άλλωστε, οι μεν της πρώτης κατηγορίας δεν διαθέτουν μέσα υπεράσπισης, ενώ εκείνοι της δεύτερης έχουν τη δυνατότητα να καλούν για ν’ αποφύγουν τη δίωξη και για ν’ αθωωθούν τους επιφανέστερους συνηγόρους, πολιτικούς (δικηγόρους και μη) καθώς και ενεργά μέλη της εκάστοτε κυβέρνησης.
 
Όποιος έχει την ατυχία ν’ ανήκει στις κατώτερες εισοδηματικές τάξεις ή να είναι ανέστιος αλλοδαπός (“λαθρομετανάστης”) ή απλά νέος, που δεν είναι γόνος κάποιου από τους σύγχρονους φεουδάρχες, σε περίπτωση ποινικής, δίκαιης ή άδικης, δίωξής του, έχει εξασφαλισμένη την καταδίκη του σε εξοντωτική ποινή.
 
Τέτοια περίπτωση αντιμετώπισε το ανήλικο θύμα εγκληματικής οργάνωσης, που μεταφέρθηκε από το Πακιστάν στην Ελλάδα. Λόγω της καταγωγής του (Πακιστανός “λαθρομετανάστης”), της αδυναμίας του να υπερασπιστεί τον εαυτό του (άγνοια της γλώσσας, έλλειψη διερμηνέων, άθλιες συνθήκες φυλάκισης - σταβλισμός, έλλειψη οικονομικών μέσων) και της μη εφαρμογής από τη χώρα μας (δηλαδή από τους αρμόδιους κρατικούς υπαλλήλους και επαγγελματίες) των εγγυήσεων προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων, δικάστηκε και καταδικάστηκε (με την υπ’ αριθ. 1480/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που παρατίθεται στην ενότητα των αποφάσεων Καταδίκη Αλλοδαπού Ανηλίκου Σαν Ενηλίκου ) σε πολυετή κάθειρξη σαν ενήλικος, χωρίς ν’ αναγνωριστεί το σφάλμα της πρωτοβάθμιας καταδίκης του καθώς και η ιδιότητά του ως αθώου θύματος και όχι θύτη. Πρόκειται για μια ακόμη περίπτωση από αυτές που υπονόησε με τη δήλωσή της η νέα πρόεδρος του Αρείου Πάγου.
 
 
Κατά την επιβολή εξοντωτικών ποινών από τα ποινικά δικαστήρια στους ατυχείς κατηγορουμένους (ένοχους και αθώους, αδιακρίτως) σπάνια γίνεται εκτίμηση της ηλικίας και των κοινωνικών και άλλων αδυναμιών τους. Έτσι, πληροφορηθήκαμε την πρόσφατη καταδίκη δεκαοκτάχρονης νέας σε ποινή κάθειρξης δέκα οκτώ ετών. Άλλος νέος, παραβάτης του νόμου των ναρκωτικών, εξ αιτίας της τοξικομανίας του, καταδικάστηκε σε κάθειρξη δώδεκα ετών. Άλλος, αλβανικής καταγωγής, με αντίστοιχη κατηγορία καταδικάστηκε δύο φορές σε ισόβια κάθειρξη στον πρώτο βαθμό, αν και η ηλικία του ήταν αυτή των μόλις δύο δεκαετιών.
 
Η εξακολούθηση της επιβολής εξοντωτικών ποινών εναντίον αδύνατων ανθρώπων (κυρίως λόγω ηλικίας, έλλειψης περιουσίας και λόγω καταγωγής) πρέπει να σταματήσει και αυτό θα γίνει αν υπάρξει κοινωνική υγιής αντίδραση των πολιτών, με την απαίτηση να εφαρμόζονται τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και οι αρχές εκείνες, με την τήρηση των οποίων οφείλει ν’ αποδεικνύει η χώρα μας πως ανήκει στις σύγχρονες χώρες και διαθέτει οργανωμένο κράτος δικαίου, πρόνοιας και ηθικής.
 
Your rating: None Average: 4.5 (8 votes)