Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2017


Φίλαθλοι, χούλιγκαν και οπαδοί

 

H ψυχολογία μιας τυφλής αφοσίωσης στις ποδοσφαιρικές ομάδες

 

Δεν είναι λίγοι οι ερευνητές που έχουν ασχοληθεί στο παρελθόν με την ψυχολογία του ποδοσφαίρου και συγκεκριμένα με τις ψυχολογικές διεργασίες των φιλάθλων του. Αυτές οι έρευνες φαίνεται να καταλήγουν στο ότι η γλώσσα του ποδοσφαίρου είναι παγκόσμια. Για να κατανοήσουμε την πραγματική έννοια του να είναι κάποιος «φανατικός» με το ποδόσφαιρο απαιτείται η μελέτη της συμπεριφοράς του λαμβάνοντας υπόψη τις εκφράσεις, τα συναισθήματα ακόμα και τους καρδιακούς παλμούς.
 
Βασικός κανόνας των οπαδών ποδοσφαίρου είναι ότι παραμένουν πιστοί κι αφοσιωμένοι στην ομάδα που επέλεξαν να υποστηρίξουν, κάτι που απέδειξαν οι Parker& Stuart στο βραβευμένο τους άρθρο “The West Ham Syndrome”. Στο άρθρο τους ερεύνησαν ιδιαίτερα την σχέση των ποδοσφαιρικών ομάδων με τους οπαδούς τους σε ένα δείγμα 2000 ενηλίκων. Από τα ευρήματα της έρευνας τους προκύπτει ότι τα επίπεδα αφοσίωσης των οπαδών ελάχιστα επηρεάζονται από τις επιτυχίες ή αποτυχίες της ομάδας.
 
Ο Alan Tapp σε έρευνα του για το University of the West of England μελέτησε τα επίπεδα αφοσίωσης των οπαδών ποδοσφαίρου στην Premier League το διάστημα 1996-2000 και αναζήτησε τις αιτίες που κάνουν τις ποδοσφαιρικές ομάδες τόσο επιτυχείς σαν εμπορικές επιχειρήσεις, ειδικά αφού το προϊόν που παρέχουν είναι τόσο ασυνεπές και απρόβλεπτο. Για τις ανάγκες της έρευνάς του οι ομάδες αντιμετωπίζονται σαν «εταιρίες» και οι οπαδοί σαν «πελάτες». Το πάθος και η συγκίνηση που προκύπτουν κατά την παρακολούθηση των ποδοσφαιρικών αγώνων ήταν οι κύριες αιτίες αυτής της τεράστιας επιτυχίας των ποδοσφαιρικών ομάδων στο κοινό.
 
Τα ευρήματα της έρευνας του Tapp που μεταξύ άλλων, συνέκρινε την αφοσίωση των κάτοχων καρτών διαρκείας με την αφοσίωση των κατόχων διαρκείας προηγούμενων ετών που δεν ανανέωσαν την αγορά, έρχονται σε αντίθεση με την έρευνα των Parker& Stuart αναφορικά με το πόσο παντοτινή και άνευ όρων είναι η αφοσίωση των οπαδών. Υποστήριξε μάλιστα πως κάποιες εξαιρέσεις έντονης αφοσίωσης και πίστης στα ποδοσφαιρικά σωματεία, συμβαίνουν απλά για να επιβεβαιώσουν τον κανόνα που είναι πως πολλοί παράγοντες μπορούν και μεταβάλλουν τα επίπεδα αφοσίωσης των οπαδών.
 
Τέτοιες εξαιρέσεις μπορούμε να διακρίνουμε στους οπαδούς της West Ham όπως περιγράφουν στην έρευνα τους οι Parker& Stuart αλλά και στους οπαδούς της Manchester City to 1996 όταν υποβιβάστηκε στη δεύτερη κι έπειτα στην τρίτη κατηγορία. Η υποστήριξη των τελευταίων προς την ομάδα τους περιγράφεται σε πολλά άρθρα ως «ηρωική». Αξιοσημείωτο όσον αφορά τους οπαδούς της West Ham είναι ότι η πίστη και η αφοσίωση στην ομάδα τους φαίνεται να είναι μια οικογενειακή υπόθεση και η αγάπη τους προς αυτή είναι κατά κάποιον τρόπο κληρονόμημα από τους γονείς τους.
 
Οι δυο παραπάνω έρευνες (Tapp, Parker& Stuart) συμφωνούν πως το ποδόσφαιρο είναι υψηλά στη λίστα προτεραιοτήτων πολλών ανθρώπων και επηρεάζει την καθημερινότητα και τη ζωή τους γενικότερα. Οι φίλαθλοι μιας ομάδας ταυτίζονται με αυτήν και μεταξύ τους, απλά και μόνο επειδή φοράνε την ίδια φανέλα, τα ίδια χρώματα. Συχνά γινόμαστε μάρτυρες εκδηλώσεων που δεν είναι συνηθισμένες μεταξύ ξένων, όπως φιλιά και αγκαλιές όταν μπαίνει κάποιο γκολ ή έρχεται η επιτυχία κάποιου σημαντικού στόχου. Όλοι τότε φαίνεται να «ανήκουν κάπου» σε μια μεγάλη οικογένεια.
 
Η ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει κάπου είναι βασικό κίνητρο που επηρεάζει την συμπεριφορά του. Ο βαθμός ταύτισης του κάθε φιλάθλου με την ομάδα του καθορίζει από το σε ποια κατηγορία φιλάθλου ή οπαδού ανήκει. Σε αυτό το σημείο είναι χρήσιμο να διαχωρίσουμε τις έννοιες του φιλάθλου και του οπαδού μιας και η ταύτιση μεταξύ τους είναι συχνή αλλά και λανθασμένη.
 
Φίλαθλος είναι αυτός που δείχνει την υποστήριξή του με κόσμιες συμπεριφορές είτε παρακολουθώντας την ομάδα του στην τηλεόραση, είτε παρακολουθώντας την στο γήπεδο, χωρίς ποτέ να εκδηλώνει φανατισμό. Πιστεύει πως δεν έχει να χωρίσει τίποτα με τους φιλάθλους των αντίπαλων ομάδων, μάλιστα πολλές φορές διασκεδάζει παρακολουθώντας παρέα με αντίπαλους φιλάθλους αγώνες. Η καθημερινότητα του απέχει από την έντονη ενασχόληση με την ομάδα που υποστηρίζει και η παρακολούθηση ενός αγώνα είναι μια ψυχαγωγική διαδικασία που περιορίζεται την ημέρα διεξαγωγής του.
 
Ο οπαδός από την άλλη μεριά χαρακτηρίζεται από την τυφλή υποταγή στην ομάδα του και την έντονη ενασχόληση με ότι την αφορά, τις εξελίξεις, τις μεταγραφές , τις αναλύσεις των αγώνων, τα διοικητικά θέματα ή τις διαιτησίες. Είναι πρόθυμος να μαλώσει όταν κάποιος ή κάποιοι θίγουν την ομάδα του ωστόσο δεν επιδιώκει εξαρχής την βία αντίθετα με τους Hooligans που βασίζονται σε βίαιες, συχνά βάναυσες συμπεριφορές.
 
Χαρακτηριστικές εικόνες τέτοιων φαινομένων μπορεί κάποιος να δει και στον κινηματογράφο. Το αγγλικό δράμα «Green Street Hooligans», αποτελεί μια παρουσίαση του χουλιγκανισμού αλλά ταυτόχρονα και των συναισθημάτων τυφλής πίστης και αφοσίωσης που βιώνουν οι ποδοσφαιρικοί φίλαθλοι.
 
Οι οπαδοί πάνε σχεδόν πάντα στο γήπεδο να παρακολουθήσουν την αγαπημένη τους ομάδα, να την εμψυχώσουν και να φωνάξουν για αυτή, μπορεί όμως ακόμα και να οργανώσουν διαδηλώσεις και πορείες όταν νιώσουν πως η ομάδα θίγεται ή απειλείται. Αυτό έχει γίνει πολλές φορές στο παρελθόν και στην χώρα μας, για διάφορους λόγους όπως συνέβη με τους οπαδούς του ΠΑΟΚ μετά τον μεταξύ τους αγώνα με τον Ολυμπιακό κριτικάροντας με αυτόν τον τρόπο την διαιτησία, τους οπαδούς της ΑΕΚ με σκοπό να πληρώσουν οι μέτοχοι τα χρέη της ομάδας και έπειτα να αποχωρήσουν, τους οπαδούς του Παναθηναϊκού κατά της ΕΡΤ κατηγορώντας την για μη αντικειμενική μετάδοση, τους οπαδούς του Ολυμπιακού Βόλου για τον υποβιβασμό τους κ.α.
 
Οι «φανατικοί» οπαδοί είναι ψηλότερα από τις άλλες κατηγορίες στη βαθμίδα αφοσίωσης και ουσιαστικά η ποδοσφαιρική τους ομάδα αποτελεί προέκταση του εαυτού τους. Το παράδοξο όμως είναι ότι ενδιαφέρονται λιγότερο από τις άλλες κατηγορίες για το ποδόσφαιρο σαν άθλημα κι απλά είναι αφοσιωμένοι στο συγκεκριμένο ποδοσφαιρικό σωματείο. Η αυτοεκτίμηση τους επηρεάζεται από τις νίκες και τις ήττες της ομάδας που τις βιώνουν σαν δικές τους και ανάλογα επηρεάζεται και η ψυχική τους διάθεση. Υπάρχει και η υποκατηγορία «οπαδοί της νίκης» που υποστηρίζουν την ομάδα της μόνο όταν αυτή νικάει, απομακρύνονται όταν χάνει και επανέρχονται όταν ξαναφέρει θετικά αποτελέσματα.
 
Αυτό που μπορούμε να συμπεράνουμε από τα παραπάνω είναι ότι βασική διαφορά είναι ότι «φίλαθλος» είναι κάποιος που είναι «φίλος» ενός αθλήματος ή μιας ομάδας σε αντίθεση με τον «οπαδό» για τον οποίο προτεραιότητα είναι η ομάδα και όχι το άθλημα. Πολλοί ερευνητές μάλιστα συσχετίζουν την σχέση του οπαδού με την ομάδα του με τη θρησκευτική πίστη και λατρεία.
 
Η αφοσίωση λοιπόν στις ποδοσφαιρικές ομάδες είναι ένα αρκετά πολύπλοκο θέμα, χρονικά μεταβλητό, που ξεφεύγει από την απλή πεποίθηση ότι «οι οπαδοί θα ακολουθούν πάντοτε πιστά την ομάδα τους». Στην πραγματικότητα, οι οικονομικές εξελίξεις της κάθε εποχής, η κουλτούρα της κάθε κοινωνίας και δημογραφικά στοιχεία του οπαδού ή φιλάθλου επηρεάζουν την κατάταξη του στη βαθμίδα αφοσίωσης.
 
Πολύ ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι παλαιότερα παρακολουθούσαν ποδόσφαιρο άτομα που άνηκαν στην μεσαία κι ανώτερη εργατική τάξη. Με την πορεία των χρόνων η μεσαία τάξη φαίνεται να απομακρύνθηκε από το ποδόσφαιρο τουλάχιστον όσον αφορά το επίπεδο αφοσίωσης της και σήμερα οι κάτοχοι διαρκείας είναι αρκετά νεώτεροι σε ηλικία και πολλοί δεν εργάζονται. Αντίθετα, οπαδοί ή φίλαθλοι που έχουν μια πιο πολύπλοκη και πολυάσχολη ζωή (π.χ. μικρά παιδιά, υψηλές εργασιακές υποχρεώσεις) απομακρύνονται από τα ποδοσφαιρικά σωματεία.
 
Αν και το ποδόσφαιρο είναι ή ήταν ένας ανδροκρατούμενος χώρος τις τελευταίες δεκαετίες όλο και περισσότερες γυναίκες ασχολούνται με το ποδόσφαιρο. Μάλιστα στην Ευρώπη υπάρχουν αρκετοί σύνδεσμοι φιλάθλων που απευθύνονται αποκλειστικά σε γυναίκες. Η εισροή των γυναικών στο χώρο του ποδοσφαίρου για πολλούς άντρες οπαδούς βιώθηκε απειλητικά, ως παραβίαση ενός δικού τους χόμπι για αυτό και οι γυναίκες κατηγορήθηκαν ότι δεν μπορούν να είναι πραγματικοί φίλαθλοι και δεν μπορούν να καταλάβουν το ποδόσφαιρο. Οι γυναίκες ωστόσο ξεκίνησαν όχι απλά να παρακολουθούν ποδόσφαιρο αλλά και να πηγαίνουν στα γήπεδα και στις παμπ στους κάποτε «αντρικούς» χώρους, δεν είναι τυχαίο λοιπόν γιατί πολλοί δεν είδαν θετικά αυτήν την νέα ενασχόληση των γυναικών. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο στην Ευρώπη οι σύνδεσμοι ποδοσφαιρόφιλων γυναικών απολαμβάνουν ευρείας αποδοχής.
 
Είναι τελικά τόσο διαφορετικές οι γυναίκες από τους άντρες ως ποδοσφαιρικοί φίλαθλοι; Αντιλαμβάνονται διαφορετικά το ποδόσφαιρο; Βιώνουν διαφορετικά τις ήττες και τις νίκες; Μια τέτοια έρευνα θα ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, πιθανότατα όμως θα κατέληγε στο ότι περισσότερο ατομικά, ψυχοσυναισθηματικά και περιβαλλοντολογικά στοιχεία καθορίζουν την αφοσίωση των φιλάθλων στο ποδόσφαιρο και λιγότερο το φύλο. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε στη Γερμανία κατά τη διάρκεια του Παγκοσμίου κυπέλλου του 2006 και δημοσιεύτηκε στο New England Journal of Medicine βρέθηκε ότι τα ποσοστά καρδιακών προσβολών εξαιτίας της παρακολούθησης ποδοσφαίρου αυξάνονταν τόσο για τους άντρες (3,3 φορές) όσο και για τις γυναίκες (1,8 φορές) Τα περισσότερα από τα ισχαιμικά επεισόδια έλαβαν χώρα μέσα σε δύο ώρες μετά την έναρξη αγώνων της Εθνικής Ομάδας της Γερμανίας με άλλες εθνικές ομάδες ενώ οι μισοί σχεδόν, δεν είχαν ιστορικό καρδιακής νόσου.
 
Τελικά η αγάπη μας για το ποδόσφαιρο είναι υγιής κι αθώα και μπορεί να γενικευτεί ως αγάπη μας για τον αθλητισμό; Παρά τις όποιες αντιρρήσεις, υπάρχουν ενδείξεις πως η αφοσίωση στις ομάδες πολλές φορές υπερισχύει της λογικής, ηθικής και συναισθηματικής και διχάζει την ανθρώπινη ψυχή. Για παράδειγμα μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι πριν από τους κρίσιμους αγώνες, τα ντέρμπι, η γλώσσα που χρησιμοποιείται από τους οπαδούς μιας ομάδας για τους αντιπάλους της, είναι σκληρή κι εχθρική και συχνά ο αγώνας μοιάζει με πόλεμο. Παρέες φίλων διασπόνται μέχρι να περάσει η αγωνιστική και χωρίζονται σε στρατόπεδα.
 
Ο χουλιγκανισμός είναι ουσιαστικά ένας τρόπος τρομοκρατίας συνδεδεμένος δυστυχώς με το ελληνικό ποδόσφαιρο για πολλά χρόνια. Τον Ιούνιο του 1964 εξαγριωμένοι φίλαθλοι, οπαδοί του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού, καίνε το γήπεδο της "Λεωφόρου" μετά από το μεταξύ τους παιχνίδι που θεώρησαν «στημένο». Έχει αλλάξει κάτι από τότε;
 
Τριάντα εννιά χρόνια μετά ο αγώνας Ολυμπιακού- Παναθηναϊκού στη Ριζούπολη (2003) σημαδεύτηκε από εκτεταμένα επεισόδια τρομοκρατίας των παιχτών που έχουν μείνει χαραγμένα στη μνήμη όλου του φίλαθλου κόσμου. Το 2005 ο αγώνας του Πανιωνίου με τον Ολυμπιακό στη Νέα Σμύρνη δεν ξεκινάει εξαιτίας πρωτοφανών επεισοδίων. Το 2007 σε συμπλοκή οπαδών Ολυμπιακού- Παναθηναϊκού ένας άνθρωπος δολοφονείται. Το 2010 πάλι σε αγώνα Ολυμπιακού- Παναθηναϊκού οπαδοί των γηπεδούχων εισέρχονται στον αγωνιστικό χώρο και προπηλακίζουν τους παίχτες του Παναθηναϊκού για να φτάσουμε φέτος στα πρόσφατα επεισόδια του Μαρτίου του 2012 στο ΟΑΚΑ όπου ο αγώνας διακόπηκε εξαιτίας επεισοδίων στις κερκίδες του γηπέδου.
 
Το αν η δικαιοσύνη και τα ποδοσφαιρικά σωματεία θορυβήθηκαν από τα θλιβερά αυτά γεγονότα είναι ένα θέμα που ξεφεύγει από το ψυχολογικό υπόβαθρο που εξετάζεται σε αυτό το άρθρο. Δεν μπορεί ωστόσο να μην σχολιαστεί ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης σε αυτά τα γεγονότα καθώς εν μέρει τα αθλητικά ρεπορτάζ επηρεάζουν τις ψυχολογικές αντιδράσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε πολλές από τις θλιβερές στιγμές του ελληνικού ποδοσφαίρου που αναφέρθηκαν παραπάνω τα αθλητικά πρωτοσέλιδα ασχολήθηκαν περισσότερο με τις νίκες των ομάδων παρά με τα γεγονότα βίας και παραβατικότητας κι ουσιαστικά με αυτόν τον τρόπο νομιμοποίησαν τη βία.
 
Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ενισχύουν, πολλές φορές προκαλούν, το εχθρικό κλίμα. Τα αθλητικά πρωτοσέλιδα στη χώρα μας πολλές φορές έχουν τίτλους όπως : «οι αιώνιοι αντίπαλοι θα λύσουν τις διαφορές τους της Κυριακή», «Θέλουν καμίνι το Καραϊσκάκη», «Ηφαίστειο που βράζει το ΟΑΚΑ», «Λιώστε τους», «Απόρθητο φρούριο» κ.α. Ο χουλιγκανισμός και η οργανωμένη βία συνδέεται δυστυχώς και με τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης κι ιδιαίτερα τις αθλητικές εφημερίδες κι εκπομπές αλλά και με την γενικότερη εμπορευματοποίηση του ποδοσφαίρου.
 
Μεμονωμένες προσπάθειες έχουν γίνει στην Ελλάδα για την αντιμετώπιση της βίας και του χουλιγκανισμού που ελάχιστα έχουν καταφέρει. Δυστυχώς το ποδόσφαιρο από χώρος αθλητισμού και πολιτισμού έχει μετατραπεί σε χώρο ατιμωρησίας, παραβατικότητας, βιαιότητας, οπαδικών στρατών και διάβρωσης συνειδήσεων. Χρέος του κράτους, των σωματείων, των μέσων μαζικής ενημέρωσης και των οπαδών είναι να βοηθήσουν ώστε να καταπολεμηθεί η διαφθορά και η βία που σχεδόν ταυτίζονται σήμερα με το ελληνικό ποδόσφαιρο ώστε αυτό να επανακτήσει το κοινωνικό του πρόσωπο, σαν μέσο πολιτισμού, ανάδειξης υγιών συναισθημάτων και διάδοσης αθλητικού πνεύματος.
 
Θεοφίλη Δήμητρα, Κοινωνική Λειτουργός- Ψυχοθεραπεύτρια,
www.dimitratheofili.gr
dimitratheofili@yahoo.com
2107226438

 

Your rating: None Average: 4.3 (8 votes)