Δευτέρα 1 Μαΐου 2017


Η εφαρμογή των νόμων

 
Στη χώρα μας ενώ μειώνεται η παραγωγή μαζί με το εισόδημα, αυξάνονται οι νόμοι. Η βουλή διαπρέπει στην παραγωγή νόμων. Κυρίως στον τομέα της φορολόγησης και στην αναγνώριση των διεθνών συνθηκών, που, όμως, σπάνια εφαρμόζονται. Πάντοτε εφευρίσκεται κάποιος βαλκανικός τρόπος να παραβιάζονται.
 
Την εφαρμογή των νόμων ελέγχουν τα δικαστήρια με τον τρόπο που λίγο πολύ γνωρίζουμε, με επιείκεια για τους ισχυρούς και υπέρμετρη αυστηρότητα για τους ανίσχυρους που κυριολεκτικά εξοντώνονται με απάνθρωπες ποινές, οι οποίες δεν σωφρονίζουν. Άλλωστε σκοπός της ποινής στην Ελλάδα, που τη θέλουμε υπανάπτυκτη και περιθωριακή, είναι να εξοντώσει και όχι να βελτιώσει τον καταδικασμένο πολίτη. Αυτό πια έχει γίνει συνείδηση.

 

Μετά την εφαρμογή της Συνθήκης της Λισαβόνας, από την 1η Δεκεμβρίου 2009, τα δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να εφαρμόζουν τη συνθήκη αυτή και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ), όπως αποφάσισε και η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου [νομικά επίλεκτα: "Αναίρεσε ο Άρειος Πάγος την καταδίκη Ελλήνων πολιτών]. Με την εφαρμογή του ΧΘΔΕΕ υπάρχει ελπίδα να βελτιωθεί η δικαστική εξουσία, να ενεργοποιηθεί αντί της εξόντωσης η διαδικασία σωφρονισμού και κοινωνικής “επανένταξης” του καταδικασμένου, χωρίς στιγματισμούς και απανθρωπιά, και να επιτευχθεί η αληθινή και ίση εφαρμογή του νόμου, χωρίς τις σημερινές ασυγχώρητες διακρίσεις.
 
Όμως, στην πράξη διαπιστώνεται διστακτικότητα εφαρμογής της ευρωπαϊκής νομοθεσίας είτε εξ αιτίας άγνοιας, είτε λόγω της περιφρόνησης στη διεθνή νομιμότητα, που παρατηρείται σε όλα τα υπανάπτυκτα κράτη, τα οποία θεωρούν κομπλεξικά την εγχώρια νομοθεσία τους (μαζί με τις εθνικές δικαστικές αποφάσεις) ως τη μοναδική που παράγει δεσμευτικότητα. Η ξένη νομοθεσία καθώς και οι διεθνείς και ευρωπαϊκοί νόμοι συνήθως παραμερίζονται με έκδηλη περιφρόνηση σαν “ξένα προϊόντα”.
 
Στην Ελλάδα η περιφρόνηση στις διεθνείς και ευρωπαϊκές συνθήκες εκ μέρους των αρμόδιων για την εφαρμογή τους έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις. Αυτό πιστοποιείται από τις πολυάριθμες καταδίκες της χώρας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) και τις οικονομικές συνέπειες τις οποίες συνεπάγεται κάθε τέτοια καταδίκη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού. Πέραν του διεθνούς διασυρμού μας.
 
Μέχρι πρόσφατα, εντός του 2011, εκτός από τις διεθνείς συνθήκες και συμφωνίες, δεν αναγνώριζαν τα ελληνικά δικαστήρια τις αλλοδαπές καθώς και τις δικαστικές αποφάσεις των άλλων ευρωπαϊκών κρατών που αφορούσαν ποινικές καταδίκες ή αθωώσεις, επικαλούμενα το λεγόμενο “διεθνές ποινικό δίκαιο” του ελληνικού ποινικού κώδικα.
 
Με μεγάλη καθυστέρηση αρχίζουν τα δικαστήριά μας να δέχονται σαν υπαρκτές και παράγουσες συνέπειες τις δικαστικές αποφάσεις που προέρχονται από την  Ευρώπη. Και πάλι όμως, με δυσπιστία και καχυποψία. Έτσι, δημιουργείται τραγέλαφος, επειδή σε πολλές περιπτώσεις αναγνωρίζεται από τα ελληνικά δικαστήρια η απόφαση άλλου κράτους της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τρόπο όμως ο οποίος οδηγεί σε ανεπιεικείς καταστάσεις φανερής παρανομίας. Για παράδειγμα, πρόσφατα (την 06.12.2011), ελληνικό Εφετείο, αναγνωρίζοντας (με δυσφορία) το δεδικασμένο ολλανδικής ποινικής απόφασης, εφάρμοσε το άρθρο 50 του ΧΘΔΕΕ και απάλλαξε τον ήδη καταδικασμένο έλληνα πολίτη, πέτυχε όμως ταυτόχρονα να τον καταδικάσει χωρίς να συντρέχει οποιαδήποτε νόμιμη προϋπόθεση με νομικά απίστευτη κατασκευή (σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης που είχε επιβάλλει το ολλανδικό δικαστήριο). Έτσι, φαίνεται πως ικανοποιήθηκε το ιδιότυπο “αίσθημα δικαίου”, δηλαδή ο εγωισμός και ο μικρονοϊκός εθνικισμός, που προέρχεται από το σύμπλεγμα, ότι “εμείς δεν δεχόμαστε υποδείξεις και δεν μας δεσμεύουν οι δικαστικές αποφάσεις σας, Ευρωπαίοι, διότι, όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες, εσείς κατοικούσατε στα δέντρα”!

 

Αυτή είναι η κυρίαρχη νοοτροπία στη χώρα μας σχετικά με την κακή εφαρμογή των νόμων, που γίνεται κατά τρόπο άνισο, για να ευνοούνται οι δυνατοί και ν’ αδικούνται οι αδύνατοι, που πρέπει κατεπειγόντως ν’ αλλάξει. Για να πάψουμε να θεωρούμαστε υπανάπτυκτοι, ανεξέλικτοι και αθεράπευτα γραφικοί. Για να σοβαρευτούμε, διότι, πραγματικά, ακόμη κι αν καμία άλλη κρατική εξουσία δε λειτουργεί σωστά, ο πολίτης έχει ανάγκη να πιστεύει ότι οι δικαστές είναι η τελευταία ελπίδα για απόδοση δικαιοσύνης [νομικά επίλεκτα “Δικαστική εξουσία]. Και απόδοση δικαιοσύνης χωρίς την πιστή και ίση για όλους εφαρμογή των νόμων, με επιείκεια, εξατομίκευση και ανθρωπιά δεν υπάρχει.
 
Ε. Παπαδάκης
Your rating: None Average: 4.5 (22 votes)