Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2018


Η εργασιακή Ηθική και οι Αργίες

 

Οι Έλληνες είναι λαός διασποράς. Σκορπισμένοι, σε κοινότητες, σε ολόκληρη την υφήλιο διακρίθηκαν για την εργατικότητα, τις ικανότητες προσαρμογής με συμμόρφωση στους κανόνες και τις συνθήκες συμβίωσης άλλων χωρών και για τις αρετές που τους έκαναν αποδεκτούς και, εν πολλοίς, αγαπητούς.

 
Εντός της Ελλάδας, παρά τις κολακείες προς τον “λαό” των κατ’ επάγγελμα και συνήθεια πολιτικών απατεώνων, οι συμπατριώτες μας, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν ενδιαφέρονται για την εργασία, την οποία θεωρούν σαν “αναγκαίο κακό”. Σε κάθε περίσταση, προσπαθούν να την αποφύγουν (όπως ο διάβολος το λιβάνι), προτιμώντας τη σχόλη και όχι την ασχολία ή απασχόληση.
 
Οι περισσότεροι δεν είναι ευχαριστημένοι από το επάγγελμά τους και πιστεύουν πως η οικονομική κρίση οφείλεται στην αδυναμία του κράτους να παρέχει κι άλλες θέσεις εργασίας (αργομισθίας) στο δημόσιο, να συνταξιοδοτεί στα σαράντα και πενήντα έτη και να καλύπτει δωρεάν τις δαπάνες υγείας, εκπαίδευσης, τουρισμού και διασκέδασης.
 
Στην ερώτηση “ποιος ευθύνεται για την κρίση” απαντούσαν οι περισσότεροι “το κράτος”, η “κοινωνία”, οι “συνθήκες”, “οι κεφαλαιοκράτες”, οι “άλλοι” (εκτός από τον ερωτώμενο).
 
Μετά την πανηγυρική αποκάλυψη του οργίου της αρπαγής, της λεηλασίας και του πλιάτσικου (κατά την τελευταία τριακονταετία) των επαγγελματιών πολιτικών (και των εγκαθέτων και οπαδών των κομμάτων), η ευθύνη για την κρίση αποδίδεται στους πολιτικούς, εξαιρούμενων εκείνων της άκρας αριστεράς και της λαϊκής ή της ακραίας δεξιάς.
 
Αυτοί πέτυχαν να ξεφύγουν, διατηρώντας επί του παρόντος όχι μόνο τις αμύθητες περιουσίες αλλά και τα ποικίλα προνόμιά τους, που εξασφαλίστηκαν με την εμβάπτιση και τον εξαγνισμό τους στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ, δηλαδή στις ανόητες εκλογές της 6ης Μαΐου 2012.
 
Είναι κοινή διαπίστωση ότι οι εργαζόμενοι δεν δείχνουν ενδιαφέρον για την εργασία τους. Επιδιώκουν τη μεγιστοποίηση των απολαβών, των εισπράξεων, των προνομίων, των παροχών και θεωρούνται ευφυείς, επιτυχημένοι και αξιοσέβαστοι όσοι κατορθώνουν να πλουτίζουν άκοπα. Αποφεύγοντας να παρέχουν, πέραν της συμβολικής, οποιαδήποτε εργασία (με εξαίρεση τη δωροδοκούμενη “απασχόληση”).
 
Γι’ αυτό στη χώρα μας οι αργίες (για ψύλλου πήδημα) θεωρούνται ιερές και απαραβίαστες. Όχι μόνο οι θρησκευτικές, εθνικές, πανελλαδικές και τοπικές.
 
Απαραβίαστες θεωρούνται και οι πολιτικές αργίες (της Πρωτομαγιάς, του Πολυτεχνείου, του Γρηγορόπουλου, λόγω εκλογών και λόγω συντεχνιακών - συνδικαλιστικών συνελεύσεων, οπότε παραλύουν από τις συγκοινωνίες μέχρι και τα νοσοκομεία), ή οι de facto αργίες που επιβάλλονται με κάθε ευκαιρία όπως οι θεωρούμενες ως “αναγκαστικές” αργίες από ανώτερη βία (με διακοπή κάθε εργασίας), εξ αιτίας θεομηνιών, πραγματικών ή φανταστικών (σεισμών, λοιμών, λοιμώξεων, πλημμυρών, χιονιών, ανέμων, καύσωνα, κατολισθήσεων, παγετώνα).
 
Οι αργίες διακρίνονται από τις απεργίες, τις καταλήψεις, τις εξεγέρσεις, τους αποκλεισμούς κτηρίων, λεωφόρων, λιμανιών, σχολών, πανεπιστημίων, σχολείων, ιδρυμάτων, εγκαταστάσεων κοινωφελών οργανισμών.
 
Επίσης, διακρίνουμε τις αργίες από τις κατεδαφίσεις, δια πυρός και σιδήρου, ιδιωτικής περιουσίας (τραπεζών, μαγαζιών, εγκαταστάσεων, γραφείων) που συνεπάγονται αναγκαστική απραξία (και αργία) των γενόμενων άστεγων εργαζομένων και των επιχειρήσεων ή υπηρεσιών.
 
Στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου δεν είναι δυνατή η εξαντλητική παράθεση των αργιών, των απεργιών και των άλλων ευκαιριών βραχείας ή μακράς διακοπής της εργασίας.
 
Για παράδειγμα προξενεί συχνή διακοπή των εργασιών (και επιβολή “αργίας”) στα δικαστήρια της χώρας (κυρίως σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη) η προειδοποίηση για τοποθέτηση βόμβας, οπότε διάδικοι, δικαστές, εισαγγελείς, δικηγόροι, μάρτυρες, αστυνομικοί και πραγματογνώμονες εξαναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα κτήρια των δικαστηρίων. Έτσι ματαιώνονται οι δίκες και προστίθεται και άλλος χρόνος απραγίας, αργίας και ανάπαυσης.
 
 Στις αργίες, απεργίες, εορτές, επετείους, πανηγύρεις και τις άλλες ευκαιρίες διακοπής κάθε εργασίας προστίθενται οι ημιαργίες που αποτελούν άλλη μια ελληνική πρωτοτυπία, επειδή μετατρέπονται, χωρίς τήρηση προσχημάτων, σε κανονικές αργίες.
 
Σπάνια μπορεί να “εξυπηρετηθεί” σε δημόσια υπηρεσία ο πολίτης σε ημέρα ημιαργίας, επειδή ο υπάλληλος ή απασχολούμενος θεωρεί ύψιστο υπηρεσιακό, συντεχνιακό και εργασιακό του “καθήκον” να εξαφανιστεί. Να καταστεί απρόσιτος, μεταβαίνοντας κατά κανόνα (που αλλού;) στο χωριό του όπου ανήκει ψυχή τε και σώματι.
 
Το ίδιο παρατηρείται και στις ιδιωτικές επιχειρήσεις και εργασίες. Ο υπάλληλος καραδοκεί για να βρει την ευκαιρία να μειώσει τον χρόνο εργασίας προσθέτοντας ώρες απραγίας με την επίκληση ασθένειας (συνήθως φανταστικής) ή άλλων σημαντικών γεγονότων που δικαιολογούν (σύμφωνα με την “καλή πίστη”) αποχή από την εργασία.
 
Άλλο παράδειγμα έλλειψης ενδιαφέροντος για εργασία αποτελεί το αστραπιαίο κλείσιμο του εμπορικού καταστήματος, λόγω παρέλευσης του “νόμιμου ωραρίου”.
 
Αν ο πελάτης τολμήσει να δρασκελίσει την είσοδο της επιχείρησης ενώ απομένουν λίγα λεπτά για την παρέλευση του ωραρίου, ο υπάλληλος (ενδεχομένως και ο ίδιος ο επιχειρηματίας) αποπέμπει τον πελάτη με τον γνωστό αγενέστατο τρόπο που αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της κουλτούρας μας.
 
Αποκλείεται να δεχτεί τον “καθυστερημένο” πελάτη ο αρμόδιος του καταστήματος. Θα τον εκδιώξει κάνοντας φανερό πως ενοχλήθηκε από το τόλμημα του πελάτη να μη σεβαστεί το ωράριο. Και οι ήδη μέσα στο κατάστημα πελάτες πιέζονται να συντομεύουν, επειδή έφτασε η ιερή ώρα της ανάπαυσης και απραγίας με τη συμπλήρωση του “νόμιμου ωραρίου”…
 
Γι’ αυτούς τους λόγους δεν εξέπληξε η είδηση πως στις αρχές της Άνοιξης εκατόν σαράντα παραγωγοί της Ένωσης Νέων Αγροτών Ημαθίας δεν κατάφεραν να προσελκύσουν Έλληνες εργάτες για τη συγκομιδή του ροδάκινου.
 
Η ένωση αυτή απευθύνθηκε σε ολόκληρη την Επικράτεια για την παροχή εργασίας με καλή αμοιβή τριών έως τεσσάρων χιλιάδων ευρώ για τετράμηνη εργασία, με πλήρη ασφάλιση.
 
Στην πρόσκληση ανταποκρίθηκαν μόλις οκτώ εργάτες από την Κοζάνη, την Κρήτη και τη Βέροια, ενώ από την περιοχή της Ημαθίας δεν έδειξε ενδιαφέρον κανένας (ούτε για δείγμα)! Οπότε τι σημασία έχει αν οι καταγεγραμμένοι άνεργοι ανέρχονται ήδη σε ένα εκατομμύριο διακόσιες χιλιάδες; Κανείς δεν συγκινείται.
 
Πολλοί άνεργοι επιμένουν ν’ απέχουν από κάθε απασχόληση και επιδιώκουν να παραμένουν εκτός της αγοράς εργασίας, θεωρώντας ότι “εργάζονται μόνο τα ρολόγια και τα κορόιδα”.
 
Για να γίνει η συλλογή των ροδάκινων, αναγκάστηκαν οι παραγωγοί να ζητήσουν την απασχόληση ξένων “μετακλητών εργατών” (Αλβανών).  Και, αμέσως, υπέβαλαν αιτήσεις για απασχόληση τέσσερις χιλιάδες οκτακόσιοι πενήντα πέντε Αλβανοί.
 
Οπότε, κακώς διαμαρτυρόμαστε για τους “λαθρομετανάστες” και τις χιλιάδες των “ξένων εισβολέων”, όταν από το εκατομμύριο και πλέον των Ελλήνων ανέργων δεν φιλοτιμήθηκε ούτε ένας να εργαστεί, έστω για λίγο, προτιμώντας την ανεργία και τις στερήσεις.
 
Το επιμύθιο λέει πως λείπει η εργασιακή ηθική και η διάθεση για εργασία. Γι’ αυτό πλημμύρησαν οι δημόσιες υπηρεσίες από αργόσχολους που, χωρίς να παρέχουν εργασία, απέκτησαν μηνιαίο μισθό (καθώς και επιδόματα, πολυετίες, ωριμάνσεις και άλλες παροχές) με τα προνόμια του δημοσίου, αρνούμενοι να εργαστούν αληθινά. Υπολογίζοντας από την πρώτη ημέρα της χαριστικής πρόσληψης τη σύνταξη και το “εφ’ άπαξ”, που ήδη μειώθηκαν και θα μειώνονται, αυξάνοντας όμως τις ψήφους προς τους ακραίους, χάρη στις παραπλανητικές υποσχέσεις παροχών, νέων κρατικοποιήσεων και άνεργης εργασίας…
 
Εμμανουήλ Παπαδάκης
 

 

Your rating: None Average: 4.6 (12 votes)