Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2018


Η γλώσσα των Ελλήνων

"A prison inmate was raped in Georgia", ακούσαμε προ ημερών στα διεθνή τηλεοπτικά κανάλια. Δύσκολα, όμως, αποδίδεται αυτό στα ελληνικά, όταν δεν ξέρουμε αν το θύμα του βιασμού ήταν άνδρας ή γυναίκα. Όταν πάλι λέμε στα ελληνικά “πάω στη γιαγιά μου”, δύσκολα μπορεί αυτό να μεταφραστεί στα σουηδικά, όταν δεν ξέρουμε αν η γιαγιά είναι από την πλευρά του πατέρα (farmor) ή της μητέρας μας (mormor). Όταν λέμε στα ελληνικά “μου πονά το πόδι”, στα σουηδικά αυτό δεν μεταφράζεται, αφού το πόδι ξεκινάει από εκεί που τελειώνει ο πισινός και καταλήγει στα κάτω νύχια. Όταν, πάλι, λέμε στα σουηδικά "jag har ont i ryggen" γίνεται ακριβώς το αντίστροφο: οι σουηδοί λένε ότι πονάνε κάπου στην πίσω περιοχή του σώματος, από τις ωμοπλάτες ως τους γοφούς – και όχι απαραίτητα στη μέση.

Σε γλώσσες που διατηρούν τον πληθυντικό ευγενείας και αποστάσεως, το σημείο όπου σπάει ο πάγος του πληθυντικού και γίνεται η σχέση των δύο πιό θερμή είναι εμφανές σε ένα ρομαντικό μυθιστόρημα, αφού είναι ακριβώς η στιγμή που τα πρόσωπα του έργου μεταβαίνουν από τη χρήση του πληθυντικού στον ενικό. Αυτό δεν μπορεί να αποδοθεί στα αγγλικά, όπου υπάρχει μόνον το "you" για όλους, αγαπώμενους και μή αγαπώμενους.

Τα λίγα αυτά παραδείγματα δείχνουν πως κάθε γλώσσα έχει τα δυνατά και τα αδύνατα σημεία της, τον πλούτο της και τη φτώχεια της. Αλλού απαιτεί –και παρέχει– υψηλό επίπεδο ακρίβειας, ενώ αλλού κάνει ακριβώς το αντίστροφο, δημιουργώντας δυνατότητες ασάφειας, που, όμως, και αυτές μπορύν να είναι χρήσιμες στην επικοινωνία.

Στη σημερινή Ελλάδα, η οποία πάσχει από το σύνδρομο της αποτυχίας, εμφανίζεται συχνά η ανάγκη “να παινέψουμε το σπίτι μας”καταφεύγοντας σε εντελώς αμετροεπή κείμενα για το απαράμιλλο μεγαλείο της ελληνικής γλώσσας. Είναι δε τόση η έλλειψη του μέτρου, πουκινδυνεύουμε να γελοιοποιήσουμε τη γλώσσα αντί να την εξυψώσουμε. Αναφέρω μερικά παραδείγματα αυτής της μορφής, που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο ή που ακούγονται από τους αμπελοφιλόσοφους και τους μαϊντανούς της τηλεόρασης:

  • Η ελληνική έχει λέξεις για έννοιες που παραμένουν χωρίς απόδοση στις άλλες γλώσσες, όπως άμιλλα, θαλπωρή και φιλότιμο. Μόνον η Ελληνική ξεχωρίζει τη ζωή από το βίο, την αγάπη από τον έρωτα. Μόνον αυτή διαχωρίζει το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον. (Αυτό δεν είναι απόλυτο, γίνεται δε και το αντίστροφο, δηλαδή, ξένες λέξεις και έννοιες που δεν μπορούν να αποδοθούν στα ελληνικά, όπως η ταϊλανδική “σανούκ”, που σημαίνει, περίπου, “να περνάμε καλόκεφα” με κάποιον ιδιαίτερα εξειδικευμένο τρόπο, που δεν αποδίδεται εύκολα σε άλλες γλώσσες.)

 

  • Η κινεζική γλώσσα είναι αντιγραφή της ελληνικής. (Εννούν, άραγε, τη γλώσσα των μανδαρίνων ή τα καντονέζικα;)

 

  • Είναι συγκλονιστικό συναίσθημα να μιλάς και ταυτόχρονα να συνειδητοποιείς τι ακριβώς λές, ενώ μιλάς και εκστομίζεις την κάθε λέξη ταυτόχρονα να σκέφτεσαι την σημασία της. (Καλά, δεν γίνεται αυτό και με τις άλλες γλώσσες; Τί είναι οι αλλοεθνείς δηλαδή, παπαγάλοι;)

 

  • Στην ελληνική το σημαίνον (η λέξη) και το σημαινόμενο (η έννοια) έχουν πρωτογενή σχέση, καθώς, αντίθετα με τις άλλες γλώσσες, το σημαίνον δεν είναι μια τυχαία σειρά από γράμματα. Στα αγγλικά μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι να λέμε το σύννεφο car και το αυτοκίνητο cloud, και από την στιγμή που το συμφωνήσουμε να ισχύει. Στα ελληνικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Γι ' αυτό το λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα ελληνικά σαν «εννοιολογική» γλώσσα από τις υπόλοιπες «σημειολογικές» γλώσσες. (Αυτό και αν είναι παραλήρημα άγνοιας και για τις άλλες γλώσσες και για τη δική μας.)

 

  • Σύμφωνα με τον Αντισθένη, «αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις». Για παράδειγμα ο «άρχων» είναι αυτός που έχει δική του γη (άρ=γή + έχων). Και πραγματικά, ακόμα και στις μέρες μας είναι πολύ σημαντικό να έχει κανείς δική του γη / δικό του σπίτι. Από το αρ  προέρχονται και αρουραίος καθώς άργυρος, άργιλος κτλ. (Μα ποιός είναι αυτός που εκφέροντας τη λέξη “άρχοντας” σήμερα σκέφτεται χωράφια, σπίτια ή αρουραίους;)

 

  • Γενικά, προσπαθούν οι υμνητές να στηρίξουν την ανωτερότητα της ελληνικής υπερβάλλοντας την ετυμολογία των λέξεων. Όμως, όταν η ετυμολογία χάνεται στα βάθη της ιστορίας, ή όταν η λέξη έχει αλλάξει νόημα (π.χ., στο “ευλογήσας, αγιάσας, κλάσας”: το “κλάσας” δεν έχει βέβαια στη Λειτουργία του Μ. Βασιλείου τη σημασία που του αποδίδουμε εμείς σήμερα...), η ετυμολογία είναι μάλλον άχρηστη για την καθημερινή χρήση της γλώσσας, ενίοτε και βραχυκυκλωτική. Σαν παράδειγμα σχετικά αναφέρεται η λέξη «ωραίος» που προέρχεται από την «ώρα». Για να είναι κάτι ωραίο, πρέπει να είναι στην ώρα του. Ωραίο δεν είναι το φρούτο όταν είναι άγουρο και ωραία γυναίκα δεν είναι κάποια ούτε στα 70 της άλλα ούτε φυσικά και στα 10 της. (Καλά όλα αυτά, αλλά ποιός είναι εκείνος που τα σκέφτεται – ή γνωρίζει – αυτά την ώρα που μιλάει, ώστε να παίζουν κάποιο ρόλο στην επικοινωνία του;)

 

  • Η ετυμολογία σε αυτό το επίπεδο, αν και ελάχιστη χρησιμότητα έχει για την καθημερινή επικοινωνία (πράγμα που ισχύει και στις άλλες γλώσσες, βέβαια), μπορεί πάντα να έχει φιλοσοφικό ή ιστορικό ενδιαφέρον. Σαν παράδειγμα έχουμε την λέξη «ελευθερία» η οποία προέρχεται από το «ελεύθειν όπου ερά» = το να πηγαίνει κανείς όπου αγαπά. (Όντως, εξακολουθούμε να είμαστε ένα ζώο που δεν ζει σε κλουβί, γιαυτό, ο φυλακισμένος, αν και μπορεί να πει ή να διαβάσει ότι θέλει δεν είναι ελεύθερος, γιατί δεν μπορεί να βγει έξω. Γιαυτό και η φυλάκιση (κάθειρξη) παραμένει η αυστηρότερη τιμωρία για τα ποινικά αδικήματα. Αυτό έχει όντως σχέση με την εξέλιξη της σημερινής κοινωνίας, η οποία παρέχει όλο και μεγαλύτερες ελευθερίες σκέψης, συνείδησης και έκφρασης, αλλά περιορίζει όλο και περισσότερο τις πρακτικές ελευθερίες μας.)

 

 Η ελληνική γλώσσα είναι ήδη καταξιωμένη σαν μιά από τις κορυφαίες γλώσσες του παγκόσμιου πολιτισμού, σεβαστή ως μιά από τις δύο μεγάλες μητέρες των ευρωπαϊκών γλωσσών (μαζί με τη λατινική), που έχει αποδείξει την αξία της και δεν χρειάζεται αυτά τα φλύαρα νεοελληνικά κείμενα, γεμάτα αοριστίες, ανακρίβειες, υπερβολές, βερμπαλισμούς, μεθυσμένα από άκρατο συναισθηματισμό και πάντα χωρίς γλωσσολογική βάση. 

Ιδίως όταν τα περισσότερα από τα αποδιδόμενα στην ελληνική ως μοναδικά προτερήματα, από τους εν λόγω κομπορρήμονες, υπάρχουν και σε άλλες γλώσσες, αλλά και αντιστρόφως, όπως όλες οι γλώσσες έτσι και η ελληνική έχει τις αδυναμίες της (ιδίως η δημοτική, με τα πλείστα όσα κενά της).

Η νεοελληνική, ιδιαίτερα η δημοτική, παρουσιάζει ένα τεράστιο μειονέκτημα, σε σχέση με τα αγγλικά, τα γαλλικά και άλλες μεγάλες γλώσσες:έχει χάσει την παγκοσμιότητά της. Σε κάθε γλώσσα αντιστοιχεί αυτό που λέμε μιά γλωσσική πραγματικότητα (linguistic reality). Για την αγγλική, την κατ’ εξοχήν παγκόσμια γλώσσα σήμερα, η γλωσσική αυτή πραγματικότητα εκτείνεται από τους δρόμους του Λονδίνου ως τις ζούγκλες της Βόρνεο. Έτσι, μπορείς να εκφραστείς για τη ζωή στην Παπούα χρησιμοποιόντας την αγγλική γλώσσα χωρίς να ακούγεται σόλοικο, παράταιρο ή περίεργο.

Η ελληνική έχει χάσει τον κοσμοπολιτισμό της, όντας αγκυροβολημένη σε μιά πραγματικότητα που περιορίζεται στα όρια της ελλαδικής επικρατείας. Δεν είναι τυχαίο που πολλοί χρησιμοποιούν όρους όπως “Καβουκιστάν” και “ομφαλοσκόπηση” για αυτόν τον περιορισμό των οριζόντων. Εμείς οι έλληνες του εξωτερικού το αισθανόμαστε πολύ απτά αυτό το φαινόμενο, διότι όταν συναντιόμαστε στους δρόμους της Στοκχόλμης, για παράδειγμα, και θέλουμε να μιλήσουμε για θέματα της σουηδικής πραγματικότητας, αισθανόμαστε την ανάγκη να ανακατέψουμε τα ελληνικά με τα σουηδικά, και αυτό δεν είναι απλά θέμα έλλειψης λεξιλογίου, είναι πολύ πιό βαθύ και πολύπλοκο. Αν, για παράδειγμα, αναφέρεσαι στο σουηδικό αντίστοιχο του ασφαλιστικού ταμείου (υπάρχει, βέβαια, ένα για όλους, και όχι εκατόν τόσες ξεχωριστές γραφειοκρατείες, στις οποίες εμμένει αδιάλακτα ο ελλαδικός έλληνας) σου ακούγεται πιό σωστό να το πεις försäkringskassa παρά ΙΚΑ ή οτιδήποτε άλλο, και για όσους δουλεύουν σαν καθαριστές είναι προτιμότερο να χρησιμοποιήσουν τη σουηδική λέξη städa, που θα πει τακτοποιώ (μάλιστα, πολλοί χρησιμοποιούν και το επινόημα “στενταδόρος” για να υποδηλώσουν το επάγγελμά τους), διότι το ελληνικό “καθαριστής” έχει φανερά υποτιμητικό χαρακτήρα (ελάχιστα διαφέρει από το “σφουγκοκωλάριος”). Το αντίστοιχο σουηδικό είναι ουδέτερο και παραπέμπει σε κάποιον επαγγελματία, που δουλεύει με ένα καθορισμένο σύστημα, με συγκεκριμένα εργαλεία και με συγκεκριμένους κανόνες.

Πέρα από την έλλειψη κοσμοπολιτισμού, η δημοτική διακρίνεται και για της πενία της σε πολλούς τομείς. Αν διαβάσετε ένα γαστρονομικό κείμενο στα αγγλικά και δείτε τον πλούτο των σχετικών εκφράσεων (άπειρες λέξεις μόνον για το “τηγάνισμα”), θα καταλάβετε τη φτώχεια της δημοτικής.

Βέβαια, θα μπορούσε να πει κανείς πως η πραγματική καθομιλουμένη γλώσσα των ελλήνων δεν είναι (ούτε πρέπει να είναι) η δημοτική, αλλά ένα κράμα δημοτικής, καθαρεύουσας και αρχαΐζουσας ή αλεξανδρινής, οπότε τα κενά της δημοτικής μπορούν να συμπληρωθούν από παλαιότερες πηγές, αν βέβαια δεν μας εμποδίζουν σε αυτό οι κομματικές μας ορθοδοξίες – διότι καταφέραμε ακόμη και ένα τέτοιο ζήτημα να το ανάγουμε σε θέμα βενέτων η πρασίνων. Ας συνέλθουμε, λοιπόν, και ας ασχοληθούμε καλύτερα με το τί μπορεί να γίνει για να αποσοβηθεί το περαιτέρω στένεμα της σημερινής ελληνικής.

Από την άλλη πλευρά, τα πραγματικά προτερήματα της ελληνικής, ακόμη και της δημοτικής, που είναι η μεγάλη της ευελιξία και γλωσσοπλαστική ικανότητα, τόσο πολύ που μπορεί ο καθένας μας να πλάθει το δικό του λεξιλόγιο, δεν αναδεικνύεται στα κείμενα αυτά, αφού οι συγγραφείς τους, κατά κανόνα, ούτε γλωσσολογικές γνώσεις έχουν ούτε και τη συγκριτική εμπειρία της χρήσης άλλων γλωσσών στη ζωή τους. Απλά, γράφουν φορτισμένα, συναισθηματικά και στρατευμένα, θυσιάζοντας κάθε μορφή αντικειμενικότητας, λογικής και αναλυτικής σκέψης.

Αργά ή γρήγορα, τα εθνικιστικά αυτά κείμενα καταλήγουν στη μεγάλη ζημιά που έκανε στη γλώσσα η τουρκοκρατία. Τελευταία διάβασα κάπου, ότι η φημισμένη αρχαία ελληνική προσωδία χάθηκε κατά την τουρκοκρατία. Βέβαια, μας βολεύει να τα ρίχνουμε όλα στους τούρκους. Η αλήθεια, όμως, είναι πως η γλώσσα έχει αλλάξει φωνητικά, ίσως και λόγω των γνωστών δημογραφικών αλλαγών, πριν έλθουν οι τούρκοι. Οι αλλαγές αυτές φαίνονται και από λέξεις που εξήχθησαν σε άλλες γλώσσες μετά τον 6ο αιώνα μ.Χ., από τον τρόπο που γράφονται στην εισαγωγό γλώσσα, που διαφέρει από τις ίδιες ή παρόμοιες λέξεις, που εξήχθησαν στα λατινικά κατά την κλασσική αρχαιότητα. Για παράδειγμα, στα ρωσσικά οι ελληνικές λέξεις που έχουν το γράμμα βήτα το γράφουν και το προφέρουν και αυτοί σαν βήτα, ενώ στα λατινικά το βήτα γίνεται μπ. Το ίδιο ισχύει και με το ήτα. Οι ρώσσοι λένε Βησαρίων και αυτοί, ενώ οι λατίνοι θα έλεγαν Μπεσαρίων.

Αν είχαμε περισσότερη αυτοπεποίθηση δεν θα χρειαζόμαστε, βέβαια, τέτοια κείμενα. Και η αυτοπεποίθηση βγαίνει από το να είσαι επιτυχημένος, από την αίσθηση του achievement, και όχι από το τί έγινε τω καιρώ εκείνω και μάλιστα από κάποιους άλλους. Αυτό φαίνεται καλύτερα όταν ένας άλλος λαός επιδεικνύει παρόμοιο εθνικισμό, π.χ., οι αιθίοπες δεν παύουν να κομπάζουν πως ο αρχαιότερος σκελετός ανθρωποειδούς έχει βρεθεί στη χώρα τους και λένε, με βάση αυτό, ότι από εκεί ξεκίνησε η ανθρωπότητα. Τώρα, αν δεν είσαι αιθίοπας και τα ακούς αυτά, μάλλον γελοίο το βρίσκεις, διότι και αλήθεια να είναι δεν κάνει τη σημερινή Αιθιοπία ούτε καλύτερη ούτε πιό αξιοθαύμαστη – εκτός του ότι οι σημερινοί αιθίοπες, γενετικά δεν έχουν σχέση με τη Λούση, τον αρχαιότερο αυτό ανθρώπινο σκελετό.

Τελικά, ο εθνικισμός είναι μιά καθαρή disservice (πώς το λέμε αυτό στα ελληνικά, αλήθεια; - ας το πούμε “κακή υπηρεσία”, ελλείψει πιό δόκιμου όρου) προς το έθνος.

 

Γεράσιμος Φουρλάνος

www.fourlanos.com

 

 

 

Your rating: None Average: 5 (19 votes)