Τετάρτη 1 Αυγούστου 2018


Ηλεκτρισμός και τριτοκοσμισμός

Υπάρχουν πολλά κριτήρια που θα μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει σαν ειδοποιό διαφορά μεταξύ πρώτου και τρίτου κόσμου. Ένα από αυτά θα μπορούσε κάλιστα να ήταν η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος: Στις ανεπτυγμένες χώρες το ρεύμα δεν κόβεται ποτέ, απλούστατα, επειδή μια διακοπή ρεύματος δεν είναι αποδεκτή από κανέναν. Αν κοβόταν ποτέ το ρεύμα στη Στοκχόλμη, για παράδειγμα, πράγμα που δεν συνέβη ποτέ από το 1976 που ζω εκεί, την άλλη μέρα θα είχαμε σωρεία διαμαρτυριών, τεράστιο θέμα στις εφημερίδες και την τηλεόραση και θα γινόταν απόδοση ευθυνών. Θα το αντιμετώπιζαν σαν σκάνδαλο, με άμεσες και απρόβλεπτες συνέπειες στην καθημερινότητα των πολιτών. Στον τρίτο κόσμο, αντιστρόφως, έχουμε συχνές διακοπές και το πρόβλημα δεν εντοπίζεται τόσο πολύ στις τεχνικές υποδομές, όσο στη νοοτροπία: Απλούστατα, οι διακοπές ρεύματος θεωρούνται σαν κάτι το εντελώς φυσικό, κάτι σαν τη βροχή ή τον αέρα.
 
Στην Πουρσάτη της Καμπότζης, για παράδειγμα, εγκατέστησαν πριν μερικά χρόνια γεννήτριες τελευταίας τεχνολογίας και ανάθεσαν σε μιά καναδέζικη εταιρεία τη λειτουργία του σταθμού και την τροφοδότηση της πόλης με ηλεκτρισμό. Παρόλα αυτά, οι καθημερινές διακοπές εξακολούθησαν: Η καναδέζικη εταιρεία είχε προσλάβει ντόπιο προσωπικό, τους είχε εκπαιδεύσει, τους είχε πληρώσει με σαφώς υψηλότερες αποδοχές από τον μέσο όρο και νόμισε πως έτσι θα λειτουργήσει η παροχή ηλεκτρισμού. Όμως, οι ντόπιοι αυτοί εργατοϋπάλληλοι, όταν έφυγαν οι Καναδοί, άρχισαν να εγκαταλείπουν το πόστο τους για να πιούν τα (υποχρεωτικά) απογευματινά τους ποτηράκια, να επισκεφτούν κάποιον συγγενή, να ρίξουν έναν υπνάκο ή να περάσουν λίγη ώρα στον γειτονικό οίκο ανοχής. Συχνά έφευγαν όλοι μαζί από τον σταθμό, κλείνοντάς τον, αλλά και όταν ήταν εκεί δεν σημαίνει ότι έδιναν την παραμικρή προσοχή στη δουλειά τους. Το φυσικό επακόλουθο ήταν οι αλλεπάλληλες διακοπές ρεύματος. Σημειωτέον, ότι οι “εργαζόμενοι” αυτοί είχαν οι ίδιοι νοικοκυριά, παιδιά στο σπίτι, που έπρεπε να διαβάσουν τα μαθήματά τους, τρόφιμα στο ψυγείο, που δεν έπρεπε να χαλάσουν κτλ. Συνεπώς, οι ίδιοι χρειάζονταν το ηλεκτρικό, αλλά αυτό μετρούσε πολύ λιγότερο από την ηδονή τού να “γλυτώσουν” από τα εργασιακά τους καθήκοντα.
 
Το πιό ενδιαφέρον όμως είναι ότι κανείς δεν δυσανασχετούσε για τις αλλεπάλληλες αυτές διακοπές ρεύματος. Κανένα παράπονο, καμιά δυσαρέσκεια, πέρα βρέχει! Διότι ο πληθυσμός της Πουρσάτης είχε ζήσει υπό πανάθλιες συνθήκες τα χρόνια των Ερυθρών Χμέρ, χωρίς ηλεκτρισμό και ανέσεις, και τώρα που είχαν λίγες ώρες ηλεκτρικού ήταν ήδη μεγάλη πολυτέλεια, δεν τους χρειαζόταν τίποτε παραπάνω.
 
Αυτή ακριβώς είναι η πεμπτουσία τού τριτοκοσμικού σκεπτικού, η έλλειψη λαχτάρας για μιά ακόμα καλύτερη ποιότητα ζωής, μιά συντηρητική στάση μπροστά σε κάθε αναβάθμιση. Ένα είδος “ασκητικού” πνεύματος, το οποίο στη βάση του είναι εντελώς αντιαναπτυξιακό. Ο καθαρά τριτοκοσμικός Καμποτζιανός επιζητεί μεν όλο και περισσότερα χρήματα, αλλά είναι εντελώς αδιάφορος ως προς την ποιότητα ζωής, που θα μπορούσαν να του προσφέρουν αυτά τα χρήματα. Είναι σαν να βάλεις τον Μπαρμπαγιώργο να δειπνήσει στη Μεγάλη Βρετανία: Η όλη τελειότητα του σερβιρίσματος, η άνεση, ο διάκοσμος και οι εξεζητημένες γεύσεις θα του φανούν εντελώς περιττά, ίσως και ανόητα.
 
Μήπως κάτι τέτοιο συμβαίνει τελικά στη σημερινή Ελλάδα;
 
Η ελληνική ύπαιθρος ηλεκτροδοτήθηκε μόλις το 1968 – 1970. Μέχρι τότε ο ηλεκτρισμός ήταν φαινόμενο των μεγάλων πόλεων μόνον. Συνεπώς, οι περισσότεροι μεσήλικες (και υπερήλικες), που έχουν γεννηθεί σε χωριό (εδώ περιλαμβάνεται ίσως και η πλειοψηφία των Αθηναίων πάνω από την ηλικία των 40-45 ετών), έζησαν τα καθοριστικά παιδικά και εφηβικά χρόνια τους χωρίς ηλεκτρικό, στην καλύτερη περίπτωση, με μιά παροχή προβληματική και ασταθή. Έτσι, όταν ακόμη και σήμερα, το 2011, κόβεται το ρεύμα με το παραμικρό, δεν αντιδρά κανείς, επειδή στο υποσυνείδητό μας δεν υπάρχει η επιτακτική απαίτηση, όπως υπάρχει στον βορειοευρωπαίο, ότι το ρεύμα είναι κάτι που δεν σταματά ποτέ, είναι σαν τον αέρα που αναπνέουμε. Διότι μέσα μας εξακολουθεί να κυριαρχεί ο Μπαρμπαγιώργος, που μεγάλωσε στη στάνη χωρίς ρεύμα, και δεν είμαστε από αυτούς, που αλλάζουν εύκολα μυαλά. Ο Μπαρμπαγιώργος πασχίζει ν’ αποκτήσει περισσότερα πρόβατα και να μεγαλώσει τη στάνη του, αλλά δεν θα ασχοληθεί ποτέ με το να κάνει τη ζωή του πιό άνετη.
 
Το σκηνικό αυτό συμπληρώνουν δεόντως και οι μεγάλοι λαϊκοί μας ήρωες, οι εργατοπατέρες μας, οι οποίοι χτίζουν προσωπικές σταδιοδρομίες (αλλά και βίλλες και πισίνες...) χαϊδεύοντας τα αυτιά τού εργαζόμενου ρεσιτάλ γαβγίσματος κατά των διαφόρων κακών και με ανένδοτους αγώνες, που έχουν σαν απώτερο σκοπό πως να τρεφόμαστε χωρίς να εργαζόμαστε (και να μας πληρώνουν τους λογαριασμούς οι βορειοευρωπαίοι – οι οποίοι δεν αρκεί να πληρώνουν, πρέπει να το κάνουν και αγόγγυστα).
 
Ειδικά οι συνδικαλιστάδες της ΔΕΗ, οι μεγάλοι αυτοί εθνοσωτήρες, φροντίζουν ώστε οι διακοπές ρεύματος να είναι ...αδιάκοπες. Ξέρουν, βέβαια, ότι κανείς δεν θα παραπονεθεί για τις διακοπές αυτές, όπως γίνεται και στην Καμπότζη, διότι στις τριτοκοσμικές κοινωνίες η διακοπή ρεύματος θεωρείται φυσικό φαινόμενο. Όμως, ποιός βλάπτεται τελικά; Σίγουρα βλάπτεται η οικονομία μας, η ποιότητα ζωής μας, καθώς και η εικόνα μας. Είμαι δε σίγουρος, ότι υπάρχουν περιπτώσεις που απειλείται και η υγεία μας.
 
Αξίζει πάντως να θέσει κανείς το ερώτημα, γιατί εμμένουμε τόσο πολύ σε τέτοιες τριτοκοσμικές συμπεριφορές, τη στιγμή που πολλοί τριτοκοσμικοί τις έχουν ήδη εγκαταλείψει. Έμεινα τέσσερα χρόνια στην Μπανγκόκ, πρωτεύουσα της Ταϊλάνδης, μιάς τριτοκοσμικής χώρας, και δεν έζησα ούτε μία διακοπή ρεύματος, ούτε καν σε περιόδους μεγάλων διαδηλώσεων, καταλήψεων και συγκρούσεων, που τις είδαμε όλοι στην τηλεόραση. Την ίδια εμπειρία είχα και στην Κουάλα Λουμπούρ, πρωτεύουσα της επίσης τριτοκοσμικής Μαλαισίας, όπου πέρασα δύο χρόνια: Ούτε μία διακοπή ρεύματος και εκεί, παρά τις καθημερινές καταρρακτώδεις βροχές με ασταμάτητους κεραυνούς.
 
Υπάρχουν τριτοκοσμικοί, λοιπόν, που αποφάσισαν να ασπασθούν την αναπτυξιακή λογική – και όντως αναπτύσσονται ραγδαία. Εμείς τί κάνουμε; Καλά, τώρα έχουμε τους μεγάλους πατριωτικούς αγώνες της ΓΕΝΟΠ, που γίνονται για τη σωτηρία μας, όμως και προ-γενοπικά δεν θυμάμαι να επισκέφτηκα ποτέ την Ελλάδα για περίοδο πάνω από ένα δεκαήμερο και να μην γίνει διακοπή ρεύματος. Ο δε Έλληνας θα διαδηλώσει και θα κάνει καταλήψεις για τον Τσε Γκουεβάρα, το παλαιστινιακό, ή για το τί αγάλματα θα τοποθετηθούν στην κεντρική πλατεία των Σκοπίων, αλλά ποτέ για θέματα που αφορούν άμεσα τη ζωή του, εκτός ίσως από καθαρά χρηματικά (“δώστε μας περισσότερα”).
 
Το BBC σήμερα (24 Ιουνίου 2011) είχε ένα μακροσκελές αφιέρωμα στην Ελλάδα, με αφορμή την κρίση, και πολλοί τηλεθεατές είχαν την ευκαιρία να επέμβουν με ηλεκτρονικά μηνύματα ή τηλεφωνήματα. Κάποιος από τη Μαλαισία, λοιπόν, μιά και αναφέραμε αυτή τη χώρα, έστειλε το εξής μήνυμα: "How can somebody save the Greeks when they spend their time protesting instead of working harder to get out of the crisis?" (“πώς μπορεί κανείς να σώσει τους Έλληνες, όταν αφιερώνουν τον χρόνο τους σε διαμαρτυρίες μάλλον παρά σε πιό σκληρή δουλειά, ώστε να βγούν από την κρίση;”). Εννοείται, πως το ερώτημα αυτό του Μαλαισιανού αποκαλύπτει ένα σκεπτικό που έχει εγκαταλείψει τον τριτοκοσμισμό και ασπασθεί εξ ολοκλήρου τη λογική τής όλο και περισσότερης και καλύτερης εργασίας και του “είμαι εγώ υπεύθυνος για τη μοίρα μου”. Τη στιγμή που εμείς απλά κατηγορούμε τους άλλους για τη μοίρα μας, ενώ συχνά χρησιμοποιούμε το ρήμα “κάθομαι” σχεδόν σαν συνώνυμο του “δουλεύω” - και αυτό ισχύει ιδίως για τους “επιτυχημένους”, αυτούς που απέκτησαν καρέκλα στο δημόσιο. 
 
Γεράσιμος Φουρλάνος  (www.fourlanos.com)
Your rating: None Average: 4.7 (15 votes)