Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2017


Καινά Δαιμόνια

 

Μέσα σε όλη μας την απελπισία για την αποτυχία της ελληνικής κοινωνίας, καλό είναι να θυμόμαστε καμιά φορά πως υπήρξαν και αναλαμπές. Μπορεί, βέβαια, να μην είχαμε ποτέ ιδιαίτερη επιτυχία στους πολιτικούς μας θεσμούς, και αν είχαμε καμιά οικονομική επιτυχία, όπως στη ναυτιλία, βιαστήκαμε να την εξοβελίσουμε όσο πιό μακριά από εμάς γινόταν, στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη, στον Παναμά, ει δυνατόν και στη Γη του Πυρός. Τουλάχιστον, όμως, έχουμε καλλιτεχνική φλέβα. Εκεί δεν μας τρώει κανείς το δίκιο.
 
Πραγματικά, ξέρουμε να τραγουδάμε, μέχρι πρό τινος ξέραμε και να μαγειρεύουμε και να κάνουμε κινηματογραφικά έργα, και αυτά οδηγούν τη σκέψη μας στην περίφημη δεκαετία του ΄60, μιά εποχή δημιουργίας σχεδόν παντού στον πλανήτη, και ιδιαίτερα στην Ελλάδα.
 
Εκτός από δημιουργία, η εποχή εκείνη, για όσους τη ζήσαμε, ήταν και εποχή πλουραλισμού. Συνυπήρχε αρμονικά το ροκ των Μπητλς με τον Καζατζίδη, η ελαφρά μουσική και η αθηναϊκή καντάδα με τα τσιφτετέλια και τους καρσιλαμάδες, ο αμερικανικός κινηματογράφος με τον ινδικό, τον τουρκικό, τον σουηδικό και τον γαλλικό. Σήμερα, ενώ είναι απείρως περισσότερα τα έργα και τα τραγούδια και οι καλλιτέχνες, το στυλ συνήθως είναι ένα και μοναδικό, μονότονο, φτωχό και επαναληπτικό. Φαίνεται πως η έμπνευση και ο πλουραλισμός πάνε πακέτο.
 
Η μεγάλη δημιουργικότητα της δεκαετίας του ΄60 άρχισε ήδη από τη δεκαετία του ΄50 στην Ελλάδα. Επρόκειτο για έναν αστείρευτο ποταμό ταλέντων. Ακόμη και σήμερα, γενηές που δεν έζησαν την εποχή εκείνη βλέπουν ευχαρίστως τα ασπρόμαυρα εκείνα έργα, με την κακή εικόνα, τον κακό φωτισμό και τον κακό ήχο, ιδίως τις κωμωδίες, με τονΣταυρίδη, τον Γκιωνάκη, τον Ρίζο, τη Σαπφώ Νοταρά, τον Αυλωνίτη, τη Γεωργία Βασιλειάδου, τονΧατζηχρήστο και άπειρους άλλους. Έχουν κάτι τα έργα εκείνα, που δεν το βρίσκεις σήμερα πια: την έμπνευση, τη μαγεία. Ακόμη και σήμερα, έργα σαν τα Κίτρινα Γάντια ή Της Κακομοίρας, με τον αξέχαστο Χατζηχρήστο να παίζει τον ρόλο του αυθάδη μπακαλόγατου, του Ζήκου, με μιά ερμηνεία που αγγίζει την τελειότητα, μας χαρίζουν τόσο πλουσιοπάροχα το γέλιο, πραγματική ψυχαγωγία, πραγματική αγωγή της ψυχής.
 
Και δεν είναι μόνον οι κωμωδίες που διακρίθηκαν, υπάρχουν και τα δράματα, με τη Μάρθα Βούρτση, τον Νίκο Ξανθόπουλο, τον Κούρκουλο και άλλους πολλούς, καθώς και μιά ιδιαίτερη κατηγορία, τα λεγόμενα βλάχικα, όπου η πλοκή εκτυλίσσεται σε κάποιο κορφοβούνι. Επίσης, παρόμοια έμπνευση και ταλέντο εμφανίστηκε και στο τραγούδι, καθώς και σε άλλες μορφές τέχνης. Όμως οι κωμωδίες αποδείχτηκαν τα πιό αθάνατα έργα, διότι εκεί συσωρεύτηκε όλο το ταλέντο και όλη η έμπνευση, είναι δε πολύ πιό δύσκολο να κάνεις τον θεατή να γελάσει παρά να κατσουφιάσει ή να κλάψει. Η κωμωδία απαιτεί πραγματικό ταλέντο, και αυτό μας δόθηκε απλόχερα τον παλιό εκείνο τον καιρό.
 
Ο αριθμός των μεγάλων ηθοποιών, ιδίως των κωμικών, της εποχής εκείνης είναι τόσο μεγάλος, που αναρωτιέμαι αν χώρες με ασύγκριτα μεγαλύτερο πληθυσμό έχουν να δείξουν τόσα πολλά μεγάλα ταλέντα.
 
Δυστυχώς, κάποτε η πηγή στέρεψε. Σήμερα πιά δεν υπάρχει τέτοια έμπνευση και κανείς δεν μπορεί να απαντήσει γιατί. Ούτε εγώ γνωρίζω γιατί στέρεψε η πηγή, εξάλλου, δεν είναι αυτό το θέμα του παρόντος κειμένου.
 
Αυτό που θα ήθελα να θίξω εδώ είναι κάποια χαρακτηριστικά του ελληνικού σινεμά της δεκαετίας του ΄50 και του ΄60, που σχετίζονται λιγώτερο με το ταλέντο και την έμπνευση και παίρνουν πιό πολύ κοινωνικές ή ανθρωπολογικές διαστάσεις. Πρόκειται για τα καινά δαιμόνια, που συχνά ευαγγελίζονται τα έργα εκείνης της εποχής.
 
Εκ πρώτης όψεως, ο παληός ελληνικός κινηματογράφος είναι βαθιά ριζωμένος στην τοπική κοινωνία της εποχής, τα ήθη της, τις αξίες της και τον τρόπο ζωής της. Όμως, μια δεύτερη ανάγνωση, πιό προσεκτική, αποκαλύπτει πως η παγκοσμιοποίηση είχε ήδη αρχίσει από τότε, οι δε επιρροές τουΧόλυγγουντ στον ελληνικό κινηματογράφο είναι εμφανείς.
 
΄Οπως και σήμερα, έτσι και τότε, η παγκοσμιοποίηση έχει και θετικές και αρνητικές πτυχές. Σίγουρα ήταν θετικό το ότι ο ελληνικός κινηματογράφος ακολουθούσε τις αρχές του επαγγελματισμού, καθώς και το ότι άνοιγε παράθυρα στον έξω κόσμο, προωθούσε τον κοσμοπολιτισμό και διεύρυνε τους αισθητικούς μας ορίζοντες και όχι μόνο. Δυστυχώς, όμως, κάθε φορά που ο άθνρωπος εισάγει ιδέες και συμπεριφορές έχει την τάση να προτιμά τα κακά παρά τα καλά, είναι και αυτό ένα από τα ανεξήγητα φαινόμενα, που μάλλον σχετίζονται με τη φύση του ανθρώπου ή την ψυχολογία της μάζας.
 
Κατά τη γνώμη μου, τα τρία αρνητικά του αμερικανικού κινηματογράφου είναι η ωραιοποίηση της βίας, ο διαχωρισμός σε καλούς και κακούς με βάση κριτήρια κάθε άλλο παρά ουσιαστικά, και ο τρόπος που χρησιμοποιούνται τα οινοπνευματώδη ποτά, που διαφέρει ριζικά από τις παραδόσεις στην Ελλάδα.
 
Τη βία, ευτυχώς, δεν την πήραμε, και τα περισσότερα ελληνικά έργα ψυχαγωγούν και ευφραίνουν χωρίς τα κουραστικά γκρεμοτσακίσματα, κλωτσομπουνίδια και ατελείωτα κυνηγητά των αμερικανικών έργων. Η μεθοδολογία των καλών και των κακών, όμως, έχει εισαχθεί σχεδόν ατόφια, καθώς και η προβολή του οινοπνεύματος ως ναρκωτικής ουσίας και όχι ως απλού ποτού, όπως ήταν στην παράδοσή μας.
 
Σχετικά με τους καλούς και τους κακούς, η τάση που παρατηρείται είναι πως κάποιος είναι καλός επειδή είναι δικός μας, ενώ ο μή δικός μας είναι ο κακός. Δυστυχώς, έτσι κινείται ολόκληρη η ελληνική κοινωνία σήμερα, αν είσαι συγχωριανός μου, ανήκεις στο ίδιο κόμμα, στην ίδια ποδοσφαιρική ομάδα κτλ., θα σε υποστηρίζω ό τι και να κάνεις, ακόμη και εγκλήματα, ενώ αν δεν είσαι δικός θα σε βλέπω αρνητικά και θα ψάχνω να σου βρω λάθη. Αν δούμε πώς συμπεριφέρονται οι πολιτικοί μας στη Βουλή, είναι ακριβώς το παιχνίδι των καλών και των κακών. Δεν θα δούμε ποτέ εκπροσώπους διαφορετικών κομμάτων να συμφωνήσουν σε κάτι, ακόμη και αν δεν υπάρχει πραγματικός λόγος διαφωνίας. Βέβαια, δεν μπορώ να ξέρω αν αυτή τη “μεθοδολογία” μας την έφερε ο κινηματογράφος, ή το είχαμε ήδη. Ίσως είναι κάτι σαν την κότα με το αβγό, όμως σίγουρα συνετέλεσε ο κινηματογράφος στην εδραίωση του κάθε άλλο παρά επιθυμητού αυτού φαινομένου, ώστε σήμερα πιά οι καλοί και οι κακοί να είναι σαν δυό φατρίες, σαν τους πράσινους και τους βένετους.
 
Εξίσου επικίνδυνα είναι τα πράγματα με το αλκοόλ. Όλοι θυμόμαστε τον Ορέστη Μακρή στηνΚάλπικη Λίρα και αλλαχού, όπου υποδύεται με άριστο τρόπο τον μπεκρή, περνώντας το μήνυμα πως όταν δεν είσαι ευτυχισμένος στη ζωή σου το ρίχνεις στο κρασοπότι. Αλλά και στα περισσότερα ελληνικά έργα θα βρείτε πάντα τουλάχιστον μιά σκηνή, όπου ο ήρωας πίνει γιατί είναι σε απόγνωση ή γιατί χρειάζεται θάρρος να κάνει την ερωτική του εξομολόγηση. Αυτός ακριβώς είναι και ο ρόλος του οινοπνεύματος στον αμερικανικό κινηματογράφο: είσαι σεκλετισμένος, στενοχωρημένος, νευριασμένος; "givemeadrink". Είσαι ζοχαδιασμένος, αναστατωμένος, ψυχοπλακωμένος; "givemeadrink" – και πάει λέγοντας. Ποτέ δεν θα ακούσετε στα έργα αυτά ένα διάλογο π.χ. για το πόσο ταιριάζει η γεύση του τάδε κρασιού με το τάδε έδεσμα, διότι στην κουλτούρα εκείνη τα οινοπνευματώδη ποτά δεν είναι γεύση, είναι “φτιάξιμο”, “intoxication”. Με τον τρόπο αυτό, εισάγουμε σιγά-σιγά μιά κουλτούρα αλκοολισμού και αφήνουμε κάτι το υποδεέστερο να επικρατήσει πάνω σε αυτό που είχαμε, το οποίο ήταν κάτι το ανώτερο και βασιζόταν σε γνώση και παράδοση χιλιετιών.
 
Όντως, ένα από τα λίγα πράγματα, που πραγματικά αξίζει να είναι κανείς υπερήφανος σαν νεοέλληνας, είναι η σοφία, με την οποία αντιμετωπίζουμε το αλκοόλ, όπως έχω γράψει και αλλού [βλ. το άρθρο μουΝομικά Επίλεκτα: ”Ελληνική Οινοποσία].
 
Μπορεί να μην κληρονομήσαμε ολόκληρη τη σοφία των αρχαίων, όμως τις ιδέες τους για το οινόπνευμα τις κρατήσαμε. Στα αμερικανικά έργα και σήριαλ, το αντικείμενο που φιγουράρει συχνότερα από όλα δεν είναι το πιστόλι, αυτό βγαίνει μόνον στα έργα βίας, αλλά το ποτήρι, το οποίο είναι πανταχού παρόν. Εμείς δεν το είχαμε αυτό στην παράδοσή μας, κάθε άλλο. Σήμερα, όμως, λόγω της παγκοσμιοποίησης, έχουμε τους μεγαλύτερους ρυθμούς αύξησης του αλκοολισμού στη νεολαία σε όλη την Ευρώπη.
 
Είναι γεγονός πως χρειαζόμαστε μοντέλα για μιά καλύτερη οργάνωση της κοινωνίας μας, αλλά είναι υποχρεωτικό να εισάγουμε μόνον τα κακά παραδείγματα;
 
 
 
Dr Gerassimos Fourlanos
Your rating: None Average: 5 (17 votes)