Τρίτη 27 Ιουνίου 2017


Ο γάμος: Θεσμός, συντροφικότητα ή/και κάτι άλλο; (1ο μέρος)

 
 Η σύναψη γάμου είναι θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα όπως και η ίδρυση οικογένειας. Γάμος και οικογένεια προστατεύονται από τη νομοθεσία επειδή θεωρούνται συστατικά κύτταρα της κοινωνίας που, αν ευδοκιμούν, η κοινωνία ευτυχεί, και αν προσβάλλονται, βλάπτεται η κοινωνική συνοχή στις δομές της. Αυτά στηρίζονται σε πείρα χιλιετιών. Τον γάμο θεωρεί η χριστιανική Εκκλησία ένα από τα επτά μυστήρια. Με τον γάμο ασχολήθηκαν και οι άλλες μεγάλες θρησκείες αφιερώνοντας σημαντικό μέρος των κανόνων, των δοξασιών και της ηθικής διδασκαλίας τους στον γάμο, την οικογένεια και τις σχέσεις των δύο φύλων.
 
Η ανάμειξη της εκκλησίας στον γάμο έγινε κυρίως με την αναγνώριση του Χριστιανισμού σαν της επίσημης θρησκείας της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και η εκκλησιαστική τελετή (ο θρησκευτικός γάμος) έγινε απαραίτητη για την εγκυρότητα του γάμου με την απόφαση (νεαρά - novella) 91 του Λέοντος Στ΄ του Σοφού “περί του μη συμφύρεσθαι παλλακαίς”. Δηλαδή, με τους εκκλησιαστικούς ηγέτες και τους πατέρες της εκκλησίας αναμείχθηκαν στα θέματα του γάμου και της οικογένειας ηγέτες και αυτοκράτορες για να προστατέψουν τους θεσμούς αυτούς με αυστηρή νομοθεσία, από την οποία προήλθε (ξεχωριστός κλάδος του αστικού δικαίου) το οικογενειακό δίκαιο.
 
Το οικογενειακό δίκαιο τροποποιήθηκε στη χώρα μας πολλές φορές με βασικότερες τροποποιήσεις στη δεκαετία του 80 (“αυτόματο διαζύγιο”, αποποινικοποίηση της μοιχείας, μερική αποποινικοποίηση των αμβλώσεων, καθιέρωση του πολιτικού γάμου παράλληλα με τον θρησκευτικό, υποχρεωτική διατήρηση του επωνύμου της γυναίκας, εξίσωση του άνδρα και της γυναίκας, κατάργηση της ιδιότητας του εξωγάμου παιδιού, αντικατάσταση της πατρικής εξουσίας με τη γονική μέριμνα κλπ).
 
Διαχρονικά ο γάμος θεωρήθηκε θεμελιώδης κοινωνικός θεσμός και θωρακίστηκε με αυστηρούς κανόνες σε αστικό και ποινικό επίπεδο (jus cogens: αυστηρό δίκαιο). Για παράδειγμα, η μοιχεία ήταν έγκλημα (πλημμέλημα) και στόχευε την προστασία της νόμιμης οικογένειας που προερχόταν από γάμο. Το κράτος καταδίωκε τους μοιχούς (εκείνους που δεν είχαν συνδεθεί με γάμο και ήταν ήδη παντρεμένοι με άλλο ο καθένας σύζυγο) και τους καταδίκαζε σε ποινή και σε απαγόρευση να επιλέξουν ως σύζυγο αυτόν με τον οποίο μοιχεύθηκαν (κώλυμα γάμου), με εισβολές στην προσωπική και ερωτική τους ζωή και με ευθεία προσβολή κάθε πτυχής ιδιωτικότητας. Το έγκλημα της μοιχείας καταργήθηκε στην Ελλάδα την 20.08.1982, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες πολλών. Μέχρι τότε η νομολογία των δικαστηρίων ήταν ιδιαίτερα γαργαλιστική σε περιγραφές των συνθηκών κάτω από τις οποίες συλλαμβάνονταν με τη διαδικασία του αυτοφώρου εκείνοι που είχαν συνάψει εξώγαμες σχέσεις, με σκοπό τη διαπόμπευση (το ρεζίλεμα) και την ποινική καταδίκη.
 
Η αστική και ποινική νομοθεσία ταυτίζονταν με όσα ο λαός πίστευε για τον γάμο, την τέλεση και τις συνέπειές του και το οικογενειακό δίκαιο διατήρησε τον συντηρητικό χαρακτήρα του σχεδόν μέχρι το τέλος του 20ού αιώνα. Κάθε σοβαρή προσπάθεια μεταρρύθμισης, εκσυγχρονισμού και για ν’ αποκτήσει η γυναίκα ίσα με τον άνδρα αστικά και πολιτικά δικαιώματα αντιμετώπισε σοβαρές αντιδράσεις όχι μόνο από “εκκλησιαστικούς κύκλους”.
 
Εξ άλλου, είναι γνωστές οι απεγνωσμένες προσπάθειες στο παρελθόν να ελευθερωθούν οι έγγαμοι από τα δεσμά των λεγόμενων νεκρών γάμων και η δυσκολία με την οποία τα δικαστήρια, “κατ’ οικονομία”, έλυναν τους γάμους αυτούς, αποδεχόμενα τις γενόμενες μεθοδεύσεις (συμπαιγνίες) των διαδίκων - σε διάσταση συζύγων, προκειμένου να λύνονται οι αποτυχημένοι γάμοι (με περιγραφή του νόμου), επειδή απαγορευόταν σαν ανήθικη κάθε συμφωνία που οδηγούσε σε λύση του γάμου.
 
Σύμφωνα με πανευρωπαϊκή νομοθετημένη αρχή, για τη λύση του γάμου ήταν και εξακολουθεί να είναι απαραίτητη η έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, χωρίς την οποία δεν λύνεται ο γάμος. Τα δικαστήρια έχουν πάντα άμεση ανάμειξη στις οικογενειακές υποθέσεις και ειδικότερα στα ζητήματα του γάμου, του διαζυγίου και στις συγκρούσεις μεταξύ των συζύγων. Μέχρι σήμερα, η δικαστική παρέμβαση προσπαθεί να ρυθμίσει τις γαμικές σχέσεις, τις οποίες η ισχύουσα νομοθεσία προβλέπει εξαντλητικά, χωρίς τις ακρότητες του παρελθόντος, που καθόριζε η βασική αρχή πως ο γάμος είναι αδιάλυτος και, μόνο κατ’ εξαίρεση (“κατ’ οικονομία”, σύμφωνα με τον γενόμενο αποδεκτό εκκλησιαστικό όρο) επιτρεπόταν η λύση του ως αναγκαίο κακό (επειδή ίσχυε ο κανόνας: “Ους ο Θεός συνέζευξε, άνθρωπος μη χωριζέτω”).
 
Με βάση τις λαϊκές αντιλήψεις, η γυναίκα καταξιωνόταν μόνο με τον γάμο και την απόκτηση παιδιών. Οι ανύπαντρες και οι άτεκνες είχαν αρνητική αντιμετώπιση από την κοινωνία η οποία διαμόρφωσε συγκεκριμένους απαξιωτικούς και προσβλητικούς χαρακτηρισμούς, της “γεροντοκόρης” που έμεινε στο ράφι, της άτεκνης και άκληρης και παρόμοιους. Αρνητικά αντιμετωπιζόταν και ο ο εργένης, ο “γεροντοκόρος”, το γεροντοπαλήκαρο, ο παράξενος, ο άκληρος, ο μαγκούφης.
 
Η κοινωνική τάση ήταν υπέρ της δημιουργίας οικογένειας από τους νέους με τη σύναψη επιτυχημένου γάμου που αποτελούσε καταξίωση του άνδρα και της γυναίκας. Ως “ζευγάρι”, “ανδρόγυνο” και “σύζυγοι” μπορούσαν να γίνονται αποδεκτοί, σε αντίθεση με τους ανύπαντρους, άντρες και γυναίκες, τους οποίους η κοινωνία αντιμετώπιζε σαν να μειονεκτούσαν, εξ αιτίας της αγαμίας τους.
 
Λόγω της σημασίας που απέδιδε η κοινωνία στον γάμο σαν θεμελιώδη θεσμό, η λύση του ήταν σχεδόν αδύνατη και οι διαζευγμένοι αντιμετώπιζαν την κατακραυγή του περιβάλλοντός τους, ιδιαίτερα οι ζωντοχήρες, που αποτελούσαν ενεργό κίνδυνο για τους έγγαμους άνδρες, σε αντίθεση με τους ζωντοχήρους, που η κοινωνία τους αντιμετώπιζε με κατανόηση και έσπευδε να τους παρηγορήσει με προξενιά και ευκαιρίες “αποκατάστασης”.
 
Η “αποκατάσταση” ταίριαζε περισσότερο στην ανύπανδρη γυναίκα, η οποία υποχρεωνόταν (και χωρίς τη θέλησή της), μέσα σε σύντομο διάστημα πολλές φορές πριν τη νομική ενηλικίωση (στην παιδική ηλικία των 14 έως 17 ετών), ν’ αποκτήσει σύζυγο, ο οποίος ήταν ταυτόχρονα ο “προστάτης” στη θέση του πατέρα που αποτελούσε την κεφαλή της οικογένειας, σύμφωνα με τις απόλυτα ανδροκρατικές απόψεις της ρωμαϊκής νομοθεσίας που ίσχυσαν σε ολόκληρη την Ευρώπη και πέραν αυτής (patria potestas: πατρική εξουσία). Οι ρωμαϊκές πρωτόγονες απόψεις αποτελούσαν μέχρι το τέλος του 20ού αιώνα το θεμέλιο της ευρωπαϊκής και ελληνικής νομοθεσίας, κατάλοιπα της οποίας συναντάμε ακόμα στους νόμους, στο οικογενειακό δίκαιο, και σε δικαστικές αποφάσεις.
 
Αυτή η κατάσταση επικρατούσε λόγω των αντίστοιχων συντηρητικών αντιλήψεων που αποδίδονται στην έλλειψη παιδείας και ενημέρωσης της πλειονότητας των πολιτών καθώς και στον τότε αγροτικό χαρακτήρα της κοινωνίας που απαιτούσε την απόκτηση (ή παραγωγή) πολλών παιδιών. Όμως, τι ισχύει σήμερα και πως αντιμετωπίζεται ο γάμος από τους νέους: Σαν θεσμός, σαν αναγκαίο κακό, σαν καλό, σαν μέσο κοινωνικής καταξίωσης ή σαν κάτι άλλο και ποια η εξέλιξή του;
 
Οι νέοι δεν δίνουν προτεραιότητα στον γάμο και δεν τον θεωρούν απαραίτητο και καθοριστικό της ζωής τους μέχρι που παύουν να είναι νέοι. Φτάνοντας οι άνδρες σε ηλικία κοντά στα πενήντα ο γάμος συγκεντρώνει ξαφνικά όλα τα υπαρξιακά ενδιαφέροντά τους. Για τη γυναίκα, αντίστοιχα, ο γάμος δεν συγκεντρώνει το ενδιαφέρον της μέχρι να πλησιάσει τα τριάντα χρόνια και γίνεται έμμονη ιδέα μετά την υπέρβαση αυτού του ορίου.
 
Ο γάμος έπαψε να θεωρείται σαν διαδικασία που παρέχει στον νέο, άνδρα και γυναίκα, τη δυνατότητα αυτοτελούς και ανεξάρτητης ζωής. Σε αυτό συνέτεινε η ευκολία με την οποία λύνεται ο γάμος, που είναι μεγαλύτερη από την ευκολία σύναψής του, δηλαδή η γενόμενη απομυθοποίησή του σαν θεσμού και σαν μυστηρίου της εκκλησίας.
 
Επειδή ο γάμος μπορεί να λυθεί με μονομερή απόφαση οποιουδήποτε από τους συζύγους, δεν αποτελεί εμπόδιο στη ζωής του νέου ένας αποτυχημένος γάμος. Εμπόδιο δεν αποτελεί ούτε η απόκτηση εξώγαμων παιδιών, μετά την ορθή κατάργηση της διάκρισης, που στιγμάτιζε το γεννημένο εκτός γάμου παιδί (μούλικο, μπάσταρδο κλπ).
 
Άσχετα από την ευκολία λύσης και σύναψής του, ο γάμος σαν κοινωνικός θεσμός (θεσμός του αστικού δικαίου και μυστήριο της εκκλησίας) εξακολουθεί να γοητεύει τους νέους και, παρά την καθυστέρηση στη σύναψή του, θεωρείται πράξη σοβαρή για τη ζωή, ανεξάρτητα από ηλικία, ιδιότητα, επάγγελμα και προσωπική κατάσταση.
 
Ο γάμος (που είναι σύμβαση) συνάπτεται κατά κανόνα με εκκλησιαστική τελετουργία, με τρόπο πανηγυρικό. Προσκαλούνται οι συγγενείς των μελλόνυμφων, οι φίλοι και, ει δυνατό, ολόκληρος ο συγγενικός, επαγγελματικός, φιλικός και κοινωνικός περίγυρός τους. Στην τελετή του γάμου συγκεντρώνεται ολόκληρο το ενδιαφέρον των μελλονύμφων και των στενών συγγενών τους και η ημέρα τέλεσης του γάμου είναι η μεγαλύτερη γιορτή στην οποία μετέχουν όλοι, συγγενείς και μη, φίλοι, γνωστοί και άλλοι.
 
Σύμφωνα με τις επικρατούσες απόψεις, οι σύζυγοι δεν είναι και δεν θεωρούνται συγγενείς, επειδή, όπως διδάσκει η εκκλησία, αποτελούν και οι δύο ένα σώμα (“έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν”). Αυτό τονίζεται για να δειχτεί πως πρέπει οι σύζυγοι να ταυτίζονται ώστε να συγκροτήσουν σταθερή οικογένεια με αντοχή στις δυσκολίες και τις αντιξοότητες, για την προστασία των παιδιών που γεννιούνται στο πλαίσιο της οικογένειας και μέσα στον γάμο .
 
Με τις σημερινές εργασιακές και κοινωνικές συνθήκες της θεσμοθετημένης ισότητας άνδρα και γυναίκας, οι απόψεις για τον γάμο, που επικράτησαν επί εκατονταετίες και χιλιετίες, έχουν μεταβληθεί και αντικατασταθεί από άλλες, εν πολλοίς εντελώς αντίθετες. Έτσι, η λέξη “σύζυγοι” δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. “Σύζυγοι”, δηλαδή οι συνδεδεμένοι ή οι ευρισκόμενοι υπό τον αυτό ζυγό, δεν υπάρχουν πιά. Υπάρχουν δύο αυτοτελείς και αυτεξούσιες προσωπικότητες που αποφάσισαν να ζουν κάτω από την ίδια στέγη, στην ίδια κατοικία (χωρίς αυτό να είναι απαραίτητο), και να επιδιώκουν κοινούς σκοπούς κυρίως κοινωνικούς, ένας από τους οποίους είναι η απόκτηση και ανατροφή παιδιών, με τελικό στόχο την ευτυχία (να περνούν καλύτερα). Συνεπώς, δεν είναι “σύζυγοι” αλλά ελεύθεροι άνθρωποι, οι οποίοι κάθε στιγμή επιβεβαιώνουν την ελευθερία τους με συγκεκριμένες επιλογές τους και στα πιο ασήμαντα πράγματα, που τους δίνουν χαρά.
 
Συμπορεύεται ο άνδρας με τη γυναίκα επειδή αισθάνονται και οι δύο ευτυχισμένοι και, με την κοινή ζωή, τις κοινές επιλογές, αποφάσεις και πράξεις, μεγιστοποιούν την ελευθερία τους. Άλλωστε, η ελευθερία κατηύθυνε τους δύο ετερόφιλους στην απόφαση να συμβιώσουν (και διατηρεί τη συμβίωση) και όχι οποιοσδήποτε καταναγκασμός ή υποχρέωση, ούτε η εγγραφή σε ληξιαρχείο ή η τέλεση του γάμου με την πολιτική ή την εκκλησιαστική διαδικασία. Εάν χαθεί η αίσθηση της ελευθερίας χάνεται και το νόημα οποιουδήποτε γάμου ή άλλης ανάλογης σχέσης.
 
Ο γάμος δεν έχει (είναι αδύνατο να έχει) σχέση με δεσμούς και αλυσίδες, όπως τον καταλάβαιναν οι παλαιότεροι (σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο, με τον γάμο περιτίθεται στους συζύγους μια γλυκιά αλυσίδα και, συνεπώς, πρόκειται για (αλυσο) δεμένους - εξαρτημένους και όχι για ελεύθερους ανθρώπους από και δια της τέλεσης του γάμου).
 
Οι εξαναγκασμοί, οι υποχρεώσεις, οι πιέσεις, οι εκβιασμοί, οι συμβιβασμοί, οι απαγορεύσεις, οι ποινές, οι καταδίκες και οι νόμοι δεν γεννούν ευτυχία και διάρκεια, ούτε ο γάμος σαν θεσμός ή σαν διαδικασία μπορεί να συνδέσει τον άνδρα και τη γυναίκα με τον πανηγυρικό και επίσημο χαρακτήρα του.
 
Ο “γάμος” σαν έννοια αποτελεί νοητική κατασκευή πολλές φορές κενή, επειδή δεν αναφέρεται σε αληθινή κοινή σχέση του άνδρα και της γυναίκας ή σε κοινωνία βίου (κοινή ζωή), αλλά διατηρεί αυτή την ονομασία λόγω της τέλεσης και της καταγραφής του στο ληξιαρχείο.
 
Μόνο η “συναίνεση” στηρίζει τη μόνιμη και σταθερή σχέση, όπως σωστά είχε αναφέρει (πριν από εκατονταετίες) στη νομοθεσία για τον γάμο ο Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός, προβάλλοντας τη συναίνεση σαν στοιχείο της έγγαμης σχέσης και του γάμου που υπερκαλύπτει ακόμη και τη σωματική επαφή (“το συγκαθευδήσαι”).
 
Με άλλα λόγια, η έντονη και διαρκής επιθυμία του άνδρα και της γυναίκας, που πρέπει να επιβεβαιώνεται κάθε στιγμή, να συγκατοικούν, να συμπράττουν, να συναποφασίζουν, να ιεραρχούν ελεύθερα τις ανάγκες και τις δράσεις τους, να συλλειτουργούν (και όχι απλά να συνυπάρχουν), κατά άλλη διατύπωση να συνεργάζονται και να συζούν, αποτελεί τη σχέση του γάμου (τον γάμο), άσχετα από επισημοποιήσεις, τελετουργίες, δηλώσεις, αναγνωρίσεις, καταγραφές, ληξιαρχεία και επικυρώσεις. Μέσα σε αυτή τη σχέση της απόλυτης ελευθερίας, της συντροφικότητας και όχι των όποιων καταναγκασμών, απαγορεύσεων και υποχρεώσεων, μπορούν να μεγαλώσουν και ν’ αναπτυχθούν παιδιά, ένα ή περισσότερα, σε περιβάλλον θετικό και σε κλίμα ομόνοιας, ειρήνης, υγείας, ευτυχίας, πολιτισμού και προόδου.
 
Κύριο στοιχείο της κοινής ζωής και, συνεπώς, του “γάμου” είναι να υπάρχουν κοινά ενδιαφέροντα του άνδρα και της γυναίκας ώστε να μην πλήττουν, να μη βαριέται ο ένας τον άλλο, αλλά συνεχώς ν’ ανανεώνεται και ν’ αναζωογονείται η μεταξύ τους επικοινωνία. Έτσι διατηρείται το ενδιαφέρον και η διάθεση (η όρεξη) για “συνοίκηση” (συγκατοίκηση) και κοινή δράση σε περιβάλλον ευφορίας. Κάθε μέρα και κάθε στιγμή οι δύο ετερόφυλοι έχουν κάτι να πουν, κάτι να μοιραστούν. Να γελάσουν, να προβληματιστούν, να θυμώσουν ή να λυπηθούν. Υπάρχει μεταξύ τους κοινωνία (αδιάκοπη επικοινωνία).
 
Χωρίς συνεχή επικοινωνία του άνδρα με τη γυναίκα δεν εννοείται σύγχρονος γάμος και χωρίς συνεχή και αρμονική συνεννόηση και στα ασήμαντα ζητήματα της καθημερινότητας δεν υπάρχει γάμος αλλά αλληλοκοροϊδία (εμπαιγμός του ενός προς τον άλλο), προσποιήσεις και θέατρο ματαιοδοξίας. Δεν χρειάζονται τα “πρέπει” στον γάμο. Χρειάζεται διάθεση να βρίσκεσαι με τον άλλο που μπορεί να γίνει και ο άλλος σου εαυτός (alter ego) με τη συνήθεια και τα αμοιβαία συναισθήματα σε καθοριστικό ρόλο για να διατηρείται η σχέση των δύο ετερόφυλων ή να διατηρείται ο “γάμος”.
 
Η απόλυτη ελευθερία εκείνων που συνδέονται με ερωτική σχέση αληθινής αγάπης, άνδρα και γυναίκας, δημιουργεί διάρκεια και ευτυχία στο πλαίσιο της οικογένειας (από τον άνδρα, τη γυναίκα και τα παιδιά που δένονται με αισθήματα που συνεχώς ανανεώνονται).
 
Με πλήρη ελευθερία, τον αποκλεισμό κάθε ελέγχου του ενός από τον άλλο, ο άνδρας και η γυναίκα που συμβιώνουν απολαμβάνουν τα αγαθά της αληθινά κοινής ζωής, της αμοιβαίας αγάπης, της αλληλοϋποστήριξης, επειδή και οι δύο αυτοπεριορίζονται και διατηρούν τη λεγόμενη αμοιβαία πίστη σαν δική τους επιλογή και απόφαση και όχι σαν προϊόν επιβολής και καταναγκασμού (“επειδή έτσι πρέπει”). Με αυτή την προϋπόθεση αποκλείεται και δεν έχει περιεχόμενο η ζήλεια του ενός για τις πράξεις του άλλου (αλλά ισχύει το ακριβώς αντίθετο). Αποκλείεται ο φόβος επιλογής άλλου ερωτικού συντρόφου από τη γυναίκα ή από τον άνδρα και δεν έχει νόημα και η δήλωση “με απάτησε” ή “τον απάτησε”, διότι, σε περίπτωση σύναψης άλλης σχέσης ερωτικής ή προσωπικής του άνδρα ή της γυναίκας με άλλο πρόσωπο, αυτός που συνάπτει την άλλη (τη λεγόμενη “εξώγαμη”) σχέση δεν απατάει κανένα και συγκεκριμένα τον “σύζυγό” του, αλλά κάνει άλλη καλύτερη ή διαφορετική επιλογή στο πλαίσιο της απόλυτης ελευθερίας του. Αυτή η ενέργεια αποτελεί σαφή δήλωση πως δεν θέλει να διατηρήσει την προηγούμενη προσωπική κατάσταση (και ερωτική σχέση), άσχετα με την ύπαρξη γάμου ή ελεύθερης σχέσης με μονιμότητα.
 
Σε καμιά περίπτωση δεν “απατάει” εκείνος που επιλέγει νεότερη (ή άλλη) ερωτική σχέση σαν σχέση που τον ικανοποιεί (τον “καλύπτει”), επειδή η νέα σχέση παίρνει τη θέση της προηγούμενης, η οποία παύει να λειτουργεί για κάποιους λόγους που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω. Από τη σχέση αυτή, με την τέλεση γάμου ή χωρίς αυτόν, μπορεί να προκύψουν και προκύπτουν επί μέρους μόνιμες καταστάσεις, ευθύνες και υποχρεώσεις με την απόκτηση κοινών περιουσιακών στοιχείων αξίας, με τη γέννηση παιδιού ή παιδιών ή και με την άσκηση κοινού επαγγέλματος, την τυχόν ίδρυση κοινής επιχείρησης και εν γένει με την ανάμειξη των συμφερόντων, υλικών, ηθικών, συναισθηματικών και άλλων, του άνδρα και της γυναίκας. Δεν μπορούν, όμως, και δεν πρέπει αυτές ή παρόμοιες καταστάσεις – συνέπειες της συμβίωσης και της κοινής ζωής (με μεγάλη ή μικρή διάρκεια) να διατηρήσουν τη μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας σχέση, επειδή η διατήρηση ή η διάλυση της σχέσης εναπόκειται στην ελεύθερη από πιέσεις βούληση του ενδιαφερόμενου, άνδρα ή γυναίκας.
 
Με οδηγό τις κοινωνικές συνθήκες που χαρακτηρίζονται από την ισότητα των φύλων, την εργασία της γυναίκας ν’ αποτελεί κανόνα, τον καταιγισμό της πληροφόρησης, τη δυνατότητα συνεχούς ενημέρωσης, κυρίως ηλεκτρονικά, την πρόοδο των επιστημών σε όλα τα επίπεδα και την άμεση επικοινωνία των ανθρώπων άσχετα από τον τόπο της κατοικίας τους, που μπορεί να βρίσκεται στο άλλο άκρο της γης, ο γάμος δεν είναι πλέον θεμελιώδης θεσμός, ούτε συντροφικότητα. Είναι κάτι περισσότερο και διαφορετικό από αυτά.
 
Ο γάμος στην εποχή μας έχει σαν περιεχόμενο την ελευθερία και την ισότιμη δυνατότητα του άνδρα και της γυναίκας να συνδέονται μεταξύ τους με μόνιμη, αποκλειστική και διαρκή σχέση εξακολουθητικής επικοινωνίας, με βάση την ελεύθερη επιλογή τους, που πρέπει να ανανεώνεται συνεχώς, καθημερινά. Αυτός ο σύνδεσμος κάνει τους δύο ετερόφυλους ευτυχισμένους και δυνατούς (σε σύγκριση με την προηγούμενη χωρίς τον σύνδεσμο αυτό ζωή τους), για ν’ αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες μέσα στην κοινωνία με την κοινή δράση τους, υποστηρίζοντας σε κάθε περίσταση ο ένας τον άλλο, επειδή έτσι ικανοποιούνται και ευτυχούν, χωρίς να εξαναγκάζονται ούτε να υποχρεώνονται από τρίτους ή από νόμους.
 
Η απόκτηση παιδιών δεν αποτελεί τον κύριο στόχο του άνδρα και της γυναίκας αλλά ένα από τους σοβαρότερους και πιο υπεύθυνους, επιλογή τους ελεύθερη και κοινή, που δεν συνδέεται με προϋποθέσεις και υπολογισμούς αλλ’ αποτελεί επιβεβαίωση της επιθυμίας για κοινή ζωή, συγκατοίκηση και κοινή δράση σε όλα τα κοινωνικά επίπεδα καθώς και επιβεβαίωση του έρωτα και της ταύτισής τους.
 
Η απόκτηση παιδιών είναι μια σοβαρή απόδειξη της επιθυμίας του άνδρα και της γυναίκας ν’ αποκτήσουν την ιδιότητα των γονέων, που συνοδεύεται από την υποχρέωση ενημέρωσης σχετικά με τον τρόπο ανατροφής και διαπαιδαγώγησης των παιδιών. Σήμερα δεν αρκεί το ένστικτο του γονέα για να πλαισιωθούν και μεγαλώσουν τα παιδιά. Η ιδιότητα του γονέα συνοδεύεται πιά με την υποχρέωση ενημέρωσης του τρόπου της διαπαιδαγώγησης σε επίπεδο επιστημονικό.
 
Με οδηγό την κοινή πείρα, γνωρίζουμε πως πολλοί γάμοι (ίσως οι περισσότεροι) διατηρούνται τυπικά. Στην ουσία, ο άνδρας και η γυναίκα, αν και φαίνεται ν’ αποτελούν “ανδρόγυνο” ή “συζύγους” ή “ζευγάρι”, ακολουθούν διαφορετικές πορείες και σαν μοναδικό στοιχείο της μεταξύ τους προσέγγισης απομένει η ίδια διεύθυνση κατοικίας. Το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να δώσει ζωή στον γάμο και η τυπική διατήρησή του ενδιαφέρει το ληξιαρχείο και την εφορία, ίσως και τους κοινούς φίλους που απευθύνουν προσκλήσεις επικοινωνίας και στους δύο συζύγους.
 
Τι συμβαίνει, όμως, στην πραγματικότητα; Ο άνδρας – σύζυγος διατηρεί εκτός γάμου ερωτική ή ερωτικές σχέσεις και συνδέσμους και ανάλογη είναι η κοινωνική του συμπεριφορά. Ομοίως, η γυναίκα – σύζυγος διατηρεί τις δικές της ερωτικές επικοινωνίες με άλλον ή άλλους άνδρες. Και οι δύο σύζυγοι φροντίζουν με επιμέλεια να κρύβουν την πραγματική τους ζωή, ο ένας από τον άλλο. Αναλώνονται σε επεισόδια ζήλειας, σε συγκρούσεις χωρίς αφορμές και εύχονται, όταν δεν επιδιώκουν, ο ένας την καταστροφή του άλλου. Αυτός, σε αδρές γραμμές, είναι κατά κανόνα ο σύγχρονος γάμος. Πολλοί σύζυγοι σύντομα καταλαβαίνουν το θέατρο του γάμου και σπεύδουν να τον λύσουν και τυπικά, με την έκδοση διαζυγίου (με την υποχρεωτική παρέμβαση του δικαστηρίου). Άλλοι θέλουν να φαίνονται σαν σύζυγοι, για λόγους κοινωνικούς ή και οικονομικούς, και διατηρούν τον γάμο τους, που ταυτίζεται με τη συγκατοίκηση, χωρίς να συνοδεύεται από τα στοιχεία εκείνα, που ενώνουν τους συζύγους “σε σάρκα μία”.
 
Συμπέρασμα: Ο γάμος δεν διατηρεί τον παλιό του χαρακτήρα. Έχει αντικατασταθεί ήδη από άλλη ειλικρινή σχέση που συνδέει τον άνδρα με τη γυναίκα (και τη γυναίκα με τον άνδρα) με διάρκεια και δύναμη.
 
Η σχέση αυτή μπορεί να λέγεται “συντροφικότητα” και δεν προϋποθέτει οπωσδήποτε τη σύναψη “γάμου” και την καταγραφή της σύμβασης αυτής στο ληξιαρχείο.
 
Η συντροφικότητα περιέχει (α΄) έντονα, γνήσια και διαρκή συναισθήματα αγάπης, σεβασμού και προσήλωσης του ενός προς τον άλλο, (β΄) επιθυμία του άνδρα και της γυναίκας να μοιράζονται μεταξύ τους τις χαρές της ημέρας και τις λύπες, με την ανταλλαγή πληροφοριών και πρόθυμη αφήγηση γεγονότων, (γ΄) θέληση του ενός να βοηθάει τον άλλον, χωρίς γογγυσμό, με χαρά και προθυμία, που δεν επιβάλλονται, σαν να βοηθάει τον εαυτό του, (δ΄) συχνή κατάστρωση προγραμμάτων κοινών ενεργειών, επειδή αυτό προξενεί χαρά, (ε΄) υποστήριξη του ενός στο επάγγελμα και τις δραστηριότητες του άλλου, χωρίς ίχνος φθόνου ή ανταγωνισμού, (στ΄) συγκατοίκηση, όταν αυτή είναι εφικτή, χωρίς εξαναγκασμό και χωρίς τη στέρηση της ελευθερίας κινήσεων του άνδρα ή της γυναίκας και (ζ΄) χωρίς απαίτηση ο ένας να αναφέρει στον άλλο αναγκαστικά ό, τι συμβαίνει, επειδή η εξωτερίκευση απορρήτων εναπόκειται στην ελεύθερη απόφαση του συντρόφου, άνδρα ή γυναίκας. Δεν υπάρχει δηλαδή καθήκον αλήθειας σε αυτή την υγιή και σύγχρονη σχέση ειλικρίνειας, επειδή όλα εξαρτώνται από την αβίαστη επιλογή και την απόλυτη ελευθερία τους.
 
Μόνο η σχέση συντροφικότητας, όπως περιγράφεται εδώ, έχει αξία, δηλαδή διάρκεια, και μπορεί να οδηγήσει σε αυτό που όλοι επιδιώκουμε στη ζωή, την ευτυχία.  
 
 
Ε. Παπαδάκης
 
Your rating: None Average: 4.8 (44 votes)