Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2017


Ο γάμος: Θεσμός, συντροφικότητα ή/και κάτι άλλο; (2ο μέρος)

  
Η διαρκής, μόνιμη, αποκλειστική και ισότιμη ερωτική και συναισθηματική σχέση ενός άνδρα με μια γυναίκα, που ιδρύεται με κοινή τους απόφαση, δεν ανταποκρίνεται στον θεσμό του γάμου, όπως τον γνωρίσαμε μέχρι τώρα.
 
Ο γάμος είχε συγκεκριμένο αντικείμενο και σκοπό: Την αποκατάσταση της αδύναμης γυναίκας, το γρήγορο νοικοκύρεμα του ισχυρού άνδρα (“ή μικρός – μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου”), στο πλαίσιο μιας αδιάλυτης (στα χαρτιά και στην πράξη) σχέσης, που προοριζόταν να διαρκέσει όσο οι ζωές του άνδρα και της γυναίκας, την απόκτηση παιδιών, που θα διαιώνιζαν το όνομα πρώτα των γονέων του άνδρα και του ίδιου του άνδρα και ύστερα, αν ήταν δυνατό (ανάλογα με το πλήθος των παιδιών), και των γονέων της γυναίκας χωρίς καμιά αναφορά στην ίδια τη γυναίκα (που δεν είχε ίσα δικαιώματα με τον άνδρα, αλλά μόνο υποχρεώσεις), τη δημιουργία του κοινού – συζυγικού οίκου (της συζυγικής κατοικίας).
 
Κεφαλή” της οικογένειας ήταν ο άνδρας και αυτός πάντοτε είχε τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο σχετικά με τη ζωή της γυναίκας του, που υποχρεωτικά έπαιρνε και το επώνυμό του, που όφειλε να τιμήσει με τη σεμνή της διαγωγή, και σχετικά με τη ζωή των ανήλικων αλλά και των ενήλικων παιδιών και γενικά της οικογένειάς του. Έτσι, για παράδειγμα, ο κύριος Ιωάννης Παπαδόπουλος με τη σύζυγό του ίδρυαν την οικογένεια του Ιωάννη Παπαδοπούλου, ο κύριος Δημήτριος Λιάκουρας την οικογένεια του Δημητρίου Λιάκουρα και ούτω καθ’ εξής.
 
Δεν ήταν δυνατό η κυρία Άννα Ευθυμιάδη να έχει και να εκπροσωπεί την οικογένεια Ευθυμιάδη, αλλά ήταν μέλος της ανδρικής οικογένειας κάτω από το επώνυμο του άνδρα που θα τη χαρακτήριζε στην υπόλοιπη ζωή της (παράδειγμα χαρακτηριστικό η περίπτωση της Ντόρας θυγατέρας του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη που είναι γνωστή ως Ντόρα Μπακογιάννη, με το επώνυμο του συζύγου της).
 
Εξ άλλου, τα γυναικεία επώνυμα, χωρίς εξαίρεση (ίσως με μόνη τη Μαρία Κάλας), διατυπώνονται στη γενική πτώση, στη λεγόμενη γενική κτητική, επειδή υποδηλώνουν πως η συγκεκριμένη γυναίκα, η κυρία Παπαδοπούλου ή η κυρία Ευσταθιάδου, ανήκουν και είναι ιδιοκτησία του κυρίου Παπαδόπουλου ή του κυρίου Ευσταθιάδη και όχι οποιουδήποτε άλλου, ούτε του πατέρα τους, του οποίου το επώνυμο απέβαλαν με την τέλεση του γάμου τους.
 
Η γυναίκα όφειλε τυφλή υπακοή στον άνδρα (και στον πλέον ανόητο ή ηλίθιο) και, αν αντιδρούσε ή διατύπωνε τις απόψεις της, συγκέντρωνε τις επιπλήξεις και την αποδοκιμασία όλων, ακόμη και του δικού της περιβάλλοντος, της πατρικής της οικογένειας. Ή σιωπή αποτελούσε “κόσμημα” για τη γυναίκα, που όφειλε να παραμένει σιωπηλή ειδικά όταν μιλούσαν και αποφάσιζαν οι άνδρες και, κυρίως, ο άνδρας της (αποκαλούμενος “κύρης”, “κύριος”, “αφέντης”, “αρχηγός του οίκου” και με παρόμοιους χαρακτηρισμούς).
 
Το οικογενειακό επώνυμο της γυναίκας εξαφανιζόταν, μετά την τέλεση του υποχρεωτικά θρησκευτικού γάμου, μαζί με την προσωπικότητα της γυναίκας, που έπαυε ν’ ανήκει στην πατρική της οικογένεια και ανήκε πλέον στον άνδρα – αφέντη, στον οποίο όφειλε απόλυτη υπακοή, σεβασμό και προπαντός πίστη και αφοσίωση μέχρι θανάτου. Για αγάπη και για συναισθήματα δεν γίνεται εδώ λόγος, επειδή η αγάπη αναφέρεται και σε άψυχα πράγματα και σαν πράγμα αντιμετωπιζόταν για χιλιετίες η γυναίκα (σαν “res” με συγκεκριμένο ιδιοκτήτη που ήταν και ο ιδιοκτήτης του οίκου – domus, ο dominus – κύριος και κάπως έτσι ή χειρότερα την αντιμετωπίζει διαχρονικά η μουσουλμανική θρησκεία, αφήνοντάς της υποτυπώδη δικαιώματα).
 
Ο άνδρας, με την τέλεση του γάμου, αποκτούσε αποκλειστικά δικαιώματα επί της προσωπικότητας και του σώματος της γυναίκας, που ανήκαν σε αυτόν ιδιοκτησιακά, σύμφωνα με την εκκλησιαστική εντολή “η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα”. Ερμηνευόταν πως η γυναίκα όφειλε να σέβεται τον άνδρα – ιδιοκτήτη της και να τον τιμά, άσχετα αν αυτός την τιμούσε ή όχι. Να μην είναι μόνο αλλά και να φαίνεται τίμια, όπως λέχθηκε, σύμφωνα με την ιστορία, για τη γυναίκα (ιδιοκτησία) του Καίσαρος. Πάντως, ο άνδρας όφειλε να μεριμνά για το “καλό” της γυναίκας του, όπως θα μεριμνούσε για την λοιπή ιδιοκτησία του (ή όπως ο Χριστός για την Εκκλησία, σύμφωνα με την εκκλησιαστική διδασκαλία). Έπρεπε να τη φροντίζει, να τη διατρέφει, να την προστατεύει, να την καθοδηγεί και να τη σωφρονίζει ακόμη και με επιτρεπτή και πολλές φορές βάναυση χειροδικία, επειδή ο άνδρας είχε δικαίωμα, πέραν του συζυγικού δικαιώματος - καθήκοντος, “και να δέρνει” (σύμφωνα με το αντίστοιχο ρητό).
 
Μέχρι και σήμερα αυτές οι καταστάσεις και οι, ας πούμε, “αρχές” εξακολουθούν να επιδρούν, όχι σαν απόηχος, στη ζωή του άνδρα και της γυναίκας άμεσα (επειδή επιθυμεί να ισχύουν ο άνδρας και πολλές φορές και η ίδια η “παραδοσιακή” γυναίκα) ή έμμεσα (επειδή επιθυμούν οι γονείς του άνδρα και πολλές φορές και της γυναίκας).
 
Αυτό φαίνεται από την καθημερινότητα των συνδεόμενων με τη σύμβαση του γάμου άνδρα και γυναίκας.
 
Κατά κανόνα (με εξαιρέσεις), ο άνδρας απαιτεί από τη γυναίκα του να τον φροντίζει, ιδιαίτερα αν είναι πρωτότοκος και μοναχογιός (με χειρότερη τη δεύτερη περίπτωση), όπως τον φρόντιζε και τον περιποιόταν η μητέρα του, με την οποία συνδεόταν με το γνωστό οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Δυστροπεί και εξεγείρεται αν η γυναίκα – σύζυγός του δεν του μαγειρεύει, δεν τον πλένει, δεν φροντίζει με επιμέλεια για την καθαριότητα της κατοικίας τους και του ίδιου, δεν ψωνίζει, δεν ασχολείται με την ανατροφή του παιδιού ή των παιδιών του και δεν εκτελεί τα καθήκοντα που εκτελούσε διαχρονικά η γυναίκα σαν ιδιοκτησία του άνδρα, η σύζυγος – αντικείμενο εκμετάλλευσης, με προεξάρχον το καθήκον που εκτελείται (όχι απαραίτητα) επί της συζυγικής κλίνης.
 
Ακόμη, η σύγχρονη νομοθεσία, που εντάσσεται στον κλάδο του οικογενειακού δικαίου, δίνει προβάδισμα (σε πολλές περιπτώσεις) και προνόμια στον άνδρα, τονίζοντας ουσιαστικά την υπεροχή του φύλου του σε σύγκριση με τη γυναίκα κάτω από το καθεστώς του γάμου. Έτσι, αν δεν υπάρξει ρητή συμφωνία, πριν από την τέλεση του γάμου, για το επώνυμο των παιδιών, τα παιδιά θα παίρνουν υποχρεωτικά το επώνυμο του άνδρα και όχι της γυναίκας. Αυτή η άδικη και άνιση ρύθμιση αποτελεί κατάλοιπο των παλιών ανδροκρατικών απόψεων και νόμων.
 
Στην προκείμενη σύντομη ανάλυση και στην παράθεση σκέψεων και διαπιστώσεων σχετικά με τον σύγχρονο γάμο, δεν ασχολούμαστε με τη νομοθεσία και με το οικογενειακό δίκαιο, που ρυθμίζει σε νομικό επίπεδο (σύμφωνα με τη θέληση του νομοθέτη, έλληνα και ευρωπαίου) τα ζητήματα που είναι σχετικά με τον γάμο και την οικογένεια.
 
Στόχος μας είναι να περιγράψουμε τη σχέση του άνδρα και της γυναίκας όπως είναι πραγματικά και όχι όπως θα θέλαμε να είναι ή θα έπρεπε να είναι ή νομίζουμε πως είναι, με αναφορά στον σύγχρονο γάμο ή όπως αλλιώς λέγεται αυτή η σχέση που συνδέει σταθερά ένα άνδρα και μια γυναίκα (“συντροφικότητα”, “ανδρόγυνο”, “οικογένεια”, “συμβίωση”, “συγκατοίκηση”, “αγαπητικοί”, “lovers”).
 
Δεν εξετάζονται οι περίφημες ομοφυλοφιλικές και άλλες παρόμοιες σχέσεις, που θεωρούμε σχέσεις του περιθωρίου, έστω και να έχουν αναδυθεί στο φως, στη δημοσιότητα και απολαμβάνουν της κοινωνικής ανοχής ή κοινωνικής επιδοκιμασίας.
 
Στο πρώτο μέρος της ανάλυσης έγινε αναφορά στα στοιχεία που απαιτούνται για να υπάρξει αληθινός γάμος ή, ορθότερα, αληθινή ερωτική σχέση. Η σχέση αυτή έχει ουσία, νόημα και διάρκεια αν έχει στηριχθεί και οικοδομείται διαρκώς επάνω στην ελευθερία του άνδρα και της γυναίκας και στις απόλυτα συνεχώς ανανεωνόμενες ελεύθερες επιλογές τους, χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς καταναγκασμούς και χωρίς νομικές ή άλλες κοινωνικές, οικογενειακές, παραδοσιακές ή συγκυριακές ρυθμίσεις.
 
Κάθε ρύθμιση, κανόνας και οδηγία που τυχόν επιδρούν αποφασιστικά στη σχέση αυτή του άνδρα και της γυναίκας, μειώνοντας ή θίγοντας την απόλυτη ελευθερία τους στις επιλογές, τις αποφάσεις και τις κινήσεις, βλάπτει άμεσα τη γνησιότητα, τη σταθερότητα και τη διάρκεια της σχέσης που, πρέπει να τονιστεί, είναι σχέση απόλυτης, απεριόριστης και ατόφιας ελευθερίας. Και δεν επιτρέπεται να μεταλλάσσεται ή να αλλοιώνεται σε κάτι άλλο (διαφορετικό) διατηρώντας την επίφαση της σχέσης και του συνδέσμου του άνδρα και της γυναίκας που αναγκάζονται να γίνουν ηθοποιοί για το υπόλοιπο ή για μεγάλο μέρος της ζωής τους, προσποιούμενοι τους αρμονικά συνυπάρχοντες και τους ερωτικά ταυτιζόμενους.
 
Μόνη η ελευθερία δίνει χαρά και η στέρησή της, έστω και στο ελάχιστο, προξενεί λύπη, που με τη σειρά της προορίζεται να διαβρώσει το οικοδόμημα της αγάπης, του έρωτα και των γνήσιων αισθημάτων, που μπορούν να στηρίξουν τη διάρκεια και να γρανιτώσουν την απόφαση του άνδρα και της γυναίκας να γίνουν μονάδα αληθινής αγάπης που δεν καταλύεται ούτε από τον θάνατο.
 
Ο σύγχρονος γάμος -η συντροφικότητα- δεν ανέχεται κανένα από τα στοιχεία και τα συστατικά του παλιού, “παραδοσιακού” γάμου που έχει ήδη πεθάνει, επειδή στηριζόταν στην ανισότητα, την καταπίεση, την αδικία και, προπάντων, στην προσποίηση (το θέατρο μπροστά στους άλλους και στην κοινωνία. Γι’ αυτό είχε μεγάλη σημασία για τον άνδρα και τη γυναίκα “τι θα πει η κοινωνία”, δηλαδή ο στενός κύκλος των γνωστών, των ευάριθμων συγγενών και των φίλων που δεν τους καιγόταν καρφί για το αν ο άνδρας και η γυναίκα περνούσαν καλά ή είχαν μεταξύ τους συγκρούσεις και δυσαρμονία).
 
Η διατήρηση του γάμου στα βιβλία ή στην ηλεκτρονική μονάδα δεδομένων του ληξιαρχείου, η συγκατοίκηση στη συζυγική κατοικία, η κοινή εμφάνιση σε κοινωνικές εκδηλώσεις του άνδρα και της γυναίκας δεν συγκροτούν γάμο, αλλά θεατρική παράσταση με διάρκεια και συνεχές επιδέξιο παίξιμο των ρόλων του συζύγου και της συζύγου, του πατέρα και της μητέρας, του ανδρόγυνου, του ζεύγους και της οικογένειας. Αυτό συμβαίνει όταν απουσιάζει η ελευθερία, επειδή μαζί της παίρνει τον έρωτα, την αγάπη και τα γνήσια συναισθήματα, αφήνοντας από επιείκεια τη συνήθεια, πάνω στην οποία δεν μπορεί να στηριχθεί ο σύγχρονος γάμος αλλά ένα άρρωστο “βόλεμα” - θάνατος του έρωτα και της χαράς.
 
Γνήσια σχέση άνδρα και γυναίκας είναι εκείνη που δεν επηρεάζεται στις δομές της από όλες τις εξωτερικές επιδράσεις, τις οποίες αποκρούει αποφασιστικά. Τις αποκρούουν δηλαδή μαζί ο άνδρας και η γυναίκα που έχουν ελεύθερα αποφασίσει, με την ανεπίληπτη επιλογή τους, να είναι μαζί για πάντα ή για όσο χρονικό διάστημα διατηρηθούν ζωντανά και ισχυρά τα συναισθήματα αγάπης, σεβασμού, ενδιαφέροντος, στοργής και όλα τα άλλα που χαρακτηρίζουν τις γνήσιες σχέσεις του σταθερού ερωτικού συνδέσμου ενός άνδρα με μια γυναίκα (και μιας γυναίκας με έναν άνδρα).
 
Τέτοιες επιδράσεις ενδεικτικά είναι, οι παρεμβάσεις των γονέων και των συγγενών (κυρίως των αδελφών) του άνδρα ή της γυναίκας, οι παρεμβάσεις των ενήλικων παιδιών του άνδρα και της γυναίκας ή του άνδρα ή της γυναίκας, εάν ο άνδρας, η γυναίκα ή και οι δύο απέκτησαν παιδιά από προηγούμενους γάμους τους, οι αναμείξεις στενών οικογενειακών φίλων ή φίλων του άνδρα ή της γυναίκας, οι παρεμβολές ειδικών συμβούλων ή συμβούλων γάμου, οι απόψεις πνευματικών (ιερέων και μοναχών) καθώς και παρόμοιες παρεμβολές που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στη νόθευση της σχέσης, στη χαλάρωση της επικοινωνίας του άνδρα με τη γυναίκα και τελικά καταλήγουν στη διάλυση της σχέσης και του λεγόμενου σταθερού δεσμού (μετατρέποντας πολλές φορές τους ερωτικά ταυτιζόμενους σε ασυμφιλίωτους αντιπάλους και εχθρούς θανάσιμους που επιδιώκουν ο ένας την πλήρη υποταγή και εξόντωση του άλλου για να χαρούν).
 
Οι συγγενείς, στενοί και απώτεροι, οι φίλοι, οικογενειακοί και άλλοι, τα παιδιά, ανήλικα ή ανήλικα, και οποιοιδήποτε άλλοι – τρίτοι δεν έχουν θέση στον στενό κύκλο που διαγράφει η όμοια στενή μέχρι ταύτισης σχέση του άνδρα και της γυναίκας, στο πλαίσιο του σύγχρονου γάμου ή της αντίστοιχης σύγχρονης σχέσης που δεν ταυτίζεται αλλά διαφέρει ριζικά από τον παραδοσιακό γάμο της ανισότητας, της καταπίεσης, του βασανιστικού εξαναγκασμού και της υποταγής.
 
Όλοι αυτοί – οι τρίτοι βρίσκονται εκτός της σχέσης και ποτέ μέσα σε αυτήν. Διαφορετικά παύει να υπάρχει άμεσος, ισχυρός, γνήσιος και διαρκής σύνδεσμος του άνδρα με τη γυναίκα. Αυτός ο σύνδεσμος χαλαρώνει καθώς αρχίζει σταδιακά ή άμεσα να (συμ) περιλαμβάνει τους άλλους, τους τρίτους που τελικά επικρατούν, εκτοπίζουν τους δύο ετερόφυλους συντρόφους και εγκαθίστανται οι ίδιοι στην θέση του άνδρα και της γυναίκας που μετατρέπονται σε κοινούς κομπάρσους στο θέατρο με τον τίτλο “οικογένεια”.
 
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ψεύτικου γάμου και ψεύτικης σχέσης – συνδέσμου ενός άνδρα και μιας γυναίκας που αποτελεί διαρκή θεατρική παράσταση μπροστά στην κοινωνία (στο κοινωνικό, κοινό περιβάλλον του άνδρα και της γυναίκας) είναι ο γάμος στον οποίο άμεσα αναμειγνύονται κυρίως τα ενήλικα παιδιά που δεν ενδιαφέρονται για τα συναισθήματα των γονέων τους, του άνδρα και της γυναίκας (“δεν δίνουν δεκάρα”). Ενδιαφέρονται μόνο για τα στενά, προσωπικά, εγωπαθή, καθαρά ωφελιμιστικά και υλικά συμφέροντά τους αδιαφορώντας για τα αισθήματα, τις ανάγκες και τις επιθυμίες του άνδρα – πατέρα και της γυναίκας – μητέρας (ή, ανάλογα, του άνδρα - παππού και της γυναίκας – γιαγιάς, η ζωή των οποίων χάνει σημαντικό μέρος από την αξία της, ξευτελιζόμενη με την παρέλευση του χρόνου και τη συνεχή γήρανση τούτων που συνοδεύεται από την αδυναμία, την ασθένεια και την έκπτωση των νοητικών λειτουργιών, πολύ ή λίγο).
 
Με την ανάμειξή τους (άμεση συνήθως και έμμεση) προσπαθούν ν’ αποσπάσουν και να εκβιάσουν ωφέλειες, κυρίως υλικές αλλά και ηθικές. Επιχειρούν να προσεταιριστούν τον άνδρα - πατέρα ή τη γυναίκα – μητέρα ή ταυτόχρονα και τους δύο, καλλιεργώντας με τέχνη τα πάθη και τις αδυναμίες τους, αδιαφορώντας αν οι παρεμβάσεις και οι προσπάθειες αυτές μπορούν να βλάψουν και συνήθως καταστρέφουν τη στενή σχέση έρωτα και ταύτισης του άνδρα και της γυναίκας που τελικά απομονώνονται.
 
Ο άνδρας, όταν ασχολείται με το παιδί ή με τα παιδιά που απέκτησε με τη γυναίκα (ή με άλλη γυναίκα), και αντίστοιχα η γυναίκα, όταν ασχολείται με το παιδί ή με τα παιδιά, πέραν από το μέτρο, καταλήγουν να καταστρέψουν τη σχέση τους ελευθερίας, επειδή υποδουλώνονται στις επιθυμίες, στις θελήσεις και στις παρεμβάσεις των παιδιών. Αυτή η αρνητική εξέλιξη αποτελεί τον κανόνα σύμφωνα με τον οποίο ο άνδρας και η γυναίκα επιτρέπουν (και δεν ανέχονται απλά) στα παιδιά να τους ενοχλούν και να τους ταράζουν με τις αυθαίρετες εισβολές στη δική τους στενή και απόλυτα προσωπική σφαίρα ζωής.
 
Η επίδραση των ενήλικων παιδιών οφείλεται στη χαλαρότητα της σχέσης και του συνδέσμου του άνδρα και της γυναίκας – γονέων τους. Η χαλαρότητα αυτή που καταλήγει στη διάρρηξη και στη σύγκρουση, οφείλεται στον εγωισμό του άνδρα και της γυναίκας ή του ενός από τους δύο. Ο εγωισμός που τυφλώνει τον άνθρωπο και εμποδίζει τη χρήση του λογικού, ωθεί τον ένα ή την άλλη ή αμφότερους να προσεταιριστούν κάποιο ή κάποια από τα παιδιά τους, εξ αιτίας της ταύτισης που αισθάνονται με αυτό ή με αυτά και όχι με τον σύντροφό τους. Εξακολουθεί να κυριαρχεί η πίστη πως με την απόκτηση παιδιών διαιωνίζεται η προσωπικότητα του γονέα. Χαρακτηριστική είναι κυρίως η αναφορά της μητέρας στον μοναχογιό της σε κάθε περίπτωση και σε κάθε περίσταση: “Ο Γιωργάκης μου (που μπορεί να έχει ηλικία και τεσσάρων δεκαετιών) είχε γεννηθεί, όταν πήγαμε για πρώτη φορά στη Θάσο”. “Ο Θανάσης μου (πάλι ενήλικος σε ώριμη ηλικία) είχε τελειώσει τη θητεία του, όταν πρωτοέβρεξε στο χωριό μετά από δύο χρόνια ξηρασίας”. Ανάλογες είναι οι δηλώσεις κυρίως των μητέρων που αντικαθιστούν τη χριστιανική χρονολόγηση (μετά Χριστό και προ Χριστού) με εκείνη από της γέννησης ή προ της γέννησης του κανακάρη τους. Σε αυτές τις άπειρες περιπτώσεις δεν είναι δυνατό να γίνει λόγος για γάμο σύγχρονο ή παραδοσιακό, αρμονικό ή με προβλήματα, επειδή ο γάμος προ πολλού έχει εξαφανιστεί και το θέατρο βρίσκεται στην χιλιοστή επανάληψη του έργου της προσποίησης (ηθοποιίας) και της ματαιοδοξίας.
 
Για να διατηρηθεί ο σύγχρονος γάμος ως διαρκής και σταθερός σύνδεσμος, υγείας, ευτυχίας και χαράς, τα παιδιά (κυρίως τα ενήλικα) δεν επιτρέπεται να παρεμβαίνουν. Παραμένουν εκτός της σχέσης του άνδρα και της γυναίκας και αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί αν υπάρχει ταύτιση μεταξύ των δύο, του άνδρα και της γυναίκας, και σχέση αρμονίας.
 
Με βάση την ταύτιση ο άνδρας και η γυναίκα (φυσικοί ή θετοί γονείς οι ίδιοι ή μη) αντιμετωπίζουν τα ανήλικα και κυρίως τα ενήλικα παιδιά μαζί, με κοινή συμπεριφορά και με κοινές ενέργειες και πράξεις. Αποκρούουν απόλυτα και δεν επιτρέπουν ούτε στα παιδιά να διαταράξουν τον σκληρό και στενό πυρήνα της σχέσης – συνδέσμου του άνδρα και της γυναίκας (έγγαμων ή άγαμων).
 
Η συμπεριφορά τους είναι ενιαία και σαν τέτοια είναι αποτελεσματική και ωφελεί πρώτα τους ίδιους (τον άνδρα και τη γυναίκα), που συνεχίζουν να συζούν αρμονικά και ελεύθερα, και μετά τα παιδιά τα οποία αντλούν αληθινή ωφέλεια χωρίς να ικανοποιούνται οι εγωκεντρικές τους επιδιώξεις και τα καπρίτσια τους.
 
Στις περιπτώσεις που ο άνδρας προσεταιρίζεται τη θυγατέρα ή η γυναίκα προσεταιρίζεται τον γιό (σύμφωνα με τον κανόνα), ο σύνδεσμος άνδρα και γυναίκας σπάει και καταστρέφεται και η διαρκής, δυνατή, στενή και ελεύθερη σχέση ταύτισης διαλύεται για πάντα. Αν παραμένει ο γάμος ως τυπική σύμβαση, έχει φύγει η ευτυχία και ο άνδρας με τη γυναίκα μετατρέπονται σε αληθινούς “συζύγους” που βαθμιαία σιχαίνονται ο ένας τον άλλο θανάσιμα. Αποξενώνονται και καταντούν “δυο ξένοι στο ίδιο σπίτι” με όλες τις αρνητικές συνέπειες. Υπήρξε, για παράδειγμα, περίπτωση (όχι ακραία) ο άνδρας και η γυναίκα, σαν σύζυγοι, να χωρίζουν ακόμα και τα τρόφιμα μέσα στο ψυγείο τους, σε δικά μου και δικά σου, και να συγκρούονται για το ποιος θα μαγειρέψει ή θα χρησιμοποιήσει τα οικιακά σκεύη και τα έπιπλα, μετά από την παρέλευση κάποιων χρόνων απόλυτης ταύτισης και θερμής ερωτικής σχέσης. Τούτο οφειλόταν στις παρεμβάσεις των τρίτων καθώς και των ενήλικων παιδιών που από τη σύγκρουση του άνδρα και της γυναίκας (την οποία έντεχνα καλλιέργησαν) είχαν την ελπίδα πως θ’ αποκτούσαν περισσότερα οφέλη.
 
Σε όλες τις περιπτώσεις που ο άνδρας ή η γυναίκα ή και οι δύο μαζί προσφέρονται να γίνουν υπηρέτες του παιδιού ή των παιδιών, αγαπώντας πλεγματικά και με εγωπάθεια τους εαυτούς τους (μέσω των παιδιών τους, που νομίζουν πως τους ανήκουν και γι’ αυτό τα υπηρετούν με αφοσίωση και αηδή δουλοπρέπεια), δεν μπορούμε να μιλάμε για διατήρηση του γάμου ή της συντροφικότητας ή της σχέσης ή του συνδέσμου. Στη θέση αυτών μπαίνει το παιδί ή τα παιδιά (δηλαδή οι επίδοξοι “διάδοχοι”) που αποτελούν στόχο των άνδρα και γυναίκα – γονέων, με αποτέλεσμα αυτοί να παύουν ν’ αποτελούν ενότητα και διαλύουν τη σχέση τους αγάπης. Στην περίπτωση αυτή ο άνδρας και η γυναίκα δεν μπορούν να καταλάβουν, ότι το παιδί ή τα παιδιά που προήλθαν από αυτούς είναι άλλοι άνθρωποι, τελείως ξεχωριστοί, με δική τους αυτοτελή σκέψη, δικές τους επιλογές και αποφάσεις, και ξεχωριστά συμφέροντα, που τα επιδιώκουν με πάθος. Ο μοναδικός αληθινός (και αδιάφορος) “σύνδεσμος” είναι η βιολογική συγγένεια που δεν πρέπει να παίζει στη σύγχρονη εποχή κανένα ρόλο. Άλλωστε, πολύ ισχυρότερες και υγιέστερες αποδεικνύονται οι σχέσεις των θετών παρά των φυσικών γονέων στις περισσότερες περιπτώσεις.
 
Το παιδί ή τα παιδιά δεν ανήκουν στους γονείς κυρίως μετά την ενηλικίωσή τους. Σαν άνθρωποι άλλοι (και ξεχωριστοί) παραμένουν, στις υγιείς καταστάσεις, έξω και μακριά από τον στενό σύνδεσμο και τη σχέση έρωτα (αγάπης) του άνδρα και της γυναίκας.
 
Τα παιδιά, απολαμβάνοντας τις υπηρεσίες, το ενδιαφέρον και τις προσφορές, μικρές ή μεγάλες, των γονέων τους δεν ανεξαρτητοποιούνται αλλά προσκολλώνται στους γονείς τους οποίους απομυζούν μέχρι και σε ηλικίες ωριμότητας, δυστυχώντας και αποκτώντας πλήθος ελαττωμάτων (πλεγμάτων). Ταυτόχρονα από αυτές τις σχέσεις της εγωπάθειας και των συμπλεγμάτων (κόμπλεξ) προκύπτουν άλλες, χειρότερες καταστάσεις: Τα “ευεργετούμενα” παιδιά χάνουν κάθε αίσθηση σεβασμού, εκτίμησης και στη συνέχεια αγάπης προς τους γονείς, τους οποίους αντιμετωπίζουν σαν πηγή συνεχών παροχών που, αν ελαττωθούν ή πάψουν, θεωρούν πως αδικούνται επειδή χάνουν “κεκτημένα δικαιώματα ”. Δεν είναι σπάνιες (αντιθέτως, είναι συχνές) οι περιπτώσεις που τα παιδιά μοιράζουν την περιουσία του άνδρα και της γυναίκας (ξεχωριστή ή κοινή) παρουσία τούτων και συμπεριφέρονται σα να αναφέρονται σε ήδη πεθαμένους τους οποίους κληρονομούν.
 
Συγκεκριμένα, τα παιδιά που ευεργετήθηκαν με τις παροχές και υπηρεσίες (των γονέων - δούλων), εύχονται τον θάνατο του άνδρα και της γυναίκας – γονέων τους για ν’ αποκτήσουν με την ιδιότητα των κληρονόμων τις περιουσίες τους, που, αν είναι περισσότερα από ένα, έχουν φροντίσει να διαμοιράσουν πριν από τον θάνατο των γονέων τους (είναι οι “χάσκοντες κληρονόμοι”, όπως έλεγαν παλιότερα, δηλαδή οι κληρονόμοι που γελούν με την αναγγελία του θανάτου των κληρονομουμένων – γονέων τους).
 
Εάν ο άνδρας και η γυναίκα – γονείς έχουν χαρίσει τις περιουσίες τους στα παιδιά που αποδέχτηκαν να υπηρετούν, καταλήγουν οπωσδήποτε σε γηροκομείο ή σε άλλη αποθήκη ηλικιωμένων, με αναλγησία, και γι’ ανταμοιβή και πληρωμή των υπηρεσιών και των παροχών.
 
Σε πολλές περιπτώσεις παρεμβαίνουν, κατόπιν πρόσκλησης ή απρόσκλητα, ιερείς (πνευματικοί) οι οποίοι προσπαθούν να διατηρήσουν τον νεκρό γάμο, συστήνοντας υπομονή χάρη των παιδιών ή χάρη της κοινωνίας ή χάρη του θεσμού και του μυστηρίου. Όμως, η υπομονή δεν έχει καμιά σχέση με τον αληθινό σύνδεσμο του άνδρα με τη γυναίκα και με τον αληθινό και σύγχρονο γάμο. Αν κάνει υπομονή ο άνδρας ή η γυναίκα ή και οι δύο, θα υποστούν ένα άμεσο, διαρκές και ατέλειωτο μαρτύριο που θα τους καταντήσει σε ανθρώπινα κουρέλια, χωρίς όνειρα, χωρίς προοπτική και χωρίς ελπίδα. Η υπομονή σε αυτήν την περίπτωση ισοδυναμεί με καταδίκη και το αποτέλεσμα θα είναι να δυστυχήσουν ο άνδρας, η γυναίκα και, πολύ περισσότερο, το παιδί ή τα παιδιά της υπομονής.
 
Ο σύγχρονος γάμος δεν χρειάζεται οποιαδήποτε τελετή, επισημότητα και καταγραφή, ούτε υπομονή. Στηρίζεται στη σχέση ισοτιμίας του άνδρα με τη γυναίκα και αντίστροφα. Αποκλείει όλους τους τρίτους και κυρίως το παιδί ή τα παιδιά από τον στενό σύνδεσμο διάρκειας και αισθημάτων, έρωτα και ταύτισης του άνδρα και της γυναίκας (τον απαραβίαστο σκληρό πυρήνα). Αποτελεί μονάδα που απαρτίζεται από τον άνδρα και τη γυναίκα. Μονάδα διαρκούς απόλαυσης άσχετα με την ηλικία που όσο γίνεται μεγαλύτερη τόσο σφυρηλατεί τον σύνδεσμο διάρκειας και της ευτυχίας που ανανεώνεται χωρίς διακοπή.
 
Ο άνδρας αισθάνεται απαραίτητη την παρουσία της γυναίκας και η γυναίκα αδημονεί να συναντήσει τον άνδρα, κάθε στιγμή, κάθε λεπτό, κάθε δευτερόλεπτο. Οι δύο όταν βρίσκονται μαζί στον ίδιο τόπο ή στην ίδια κατοικία έχουν ν’ ανταλλάξουν πολλά. Μπορούν να συζητήσουν και δεν χορταίνουν τον διάλογο. Μοιράζονται τα πάντα επειδή αυτό τους κάνει να χαίρονται. Ανταλλάσσουν απόψεις, γνώμες, πληροφορίες, αισθήματα. Κάνουν κοινά πράγματα τα οποία απολαμβάνουν. Καταστρώνουν προγράμματα και σχέδια διάφορων ενεργειών. Δημιουργούν μαζί ή βοηθάει ο ένας στην εργασία του άλλου και αυτή η βοήθεια ανταποδίδει ευχαρίστηση κυρίως όταν είναι αποδοτική. Δεν έχουν τις ίδιες απόψεις, αλλά οι διαφορές τους φτιάχνουν αρμονία καθώς συναντώνται μέσα από την επικοινωνία την οποία αναζητούν και επιδιώκουν. Η σωματική απουσία του άνδρα ή της γυναίκας καλύπτεται από την ενημέρωση και, όταν ο άνδρας ή η γυναίκα πληροφορηθεί πως ο άλλος βρίσκεται σε περιβάλλον ευχάριστο ή διασκεδάζει ή προοδεύει ή δημιουργεί, συμμερίζεται αυτή την ευχαρίστηση χωρίς να αισθανθεί ζήλεια ή φθόνο ή ανησυχία ή άλλο αρνητικό συναίσθημα.
 
Μαζί παίρνουν αποφάσεις και τις πραγματοποιούν. Με κοινή συμπεριφορά πλαισιώνουν το παιδί ή τα παιδιά τα ανήλικα και ενιαία αντιμετωπίζουν και στηρίζουν το παιδί ή τα παιδιά τα ενήλικα, στα οποία δεν επιτρέπουν να παρέμβουν στη σχέση τους, που μένει πάνω, έξω και μακριά από όλους τους τρίτους.
 
Όταν βρίσκονται μαζί μπορούν να συμπεριφέρονται με πλήρη ελευθερία, χωρίς προσποιήσεις, χωρίς μυστικά που δεν έχουν υποχρέωση ν’ “αποκαλύψουν”, εκτός αν το επιθυμούν, ούτε πιέζουν ο ένας τον άλλο για αποκαλύψεις ή δηλώσεις.
 
Μαζί μαθαίνουν νέα πράγματα και, αν αυτό τους ευχαριστεί, μπορεί να σπουδάσουν, να ασχοληθούν με νέες επιστήμες ή ξένες γλώσσες, να βελτιώσουν τη μόρφωσή τους, να εξαλείψουν τα ελαττώματά τους, βοηθώντας ο ένας τον άλλον, και να απολαύσουν τη ζωή χωρίς καταπιέσεις, πείσματα, εγωισμούς και τα τόσα ασήμαντα, με τα οποία οι “σύζυγοι” μπορούσαν, έφταναν και φτάνουν στα άκρα και σε συγκρούσεις αλληλοεξόντωσης.
 
Ο σύγχρονος γάμος θέλει σύγχρονο άνδρα και σύγχρονη γυναίκα. Δεν θέλει Ταλιμπάν [nomika epilekta “Οι Ταλιμπάν στην Ελλάδα”] ούτε εγωπαθείς, κομπλεξικούς και κολλημένους. Η εποχή μας έχει πετύχει να καταλάβει πως τον γάμο δεν τον κάνουν οι τελετές και οι κοινωνικές προκαταλήψεις. Ο γάμος δεν γίνεται και δεν υπάρχει για τον γάμο.
 
Τον γάμο τον συνιστά μόνο η ελευθερία σε όλους τους τομείς και τις εκφάνσεις της ζωής. Η ελευθερία, χωρίς κανένα περιορισμό, δημιουργεί τον αληθινό έρωτα που συνοδεύει τον άνδρα και τη γυναίκα κάνοντας τη ζωή τους φωτεινή, ζωή αληθινής ευτυχίας που ταυτίζεται με την πρόοδο και καταλήγει στην απόλαυση κάθε χαράς την οποία στερήθηκαν στις προηγούμενες εποχές και γενεές (στους αιώνες και στις χιλιετίες), επειδή δεν έβαλαν την ελευθερία στο κέντρο της κοινής ζωής, στο κέντρο του σύγχρονου, αληθινού γάμου.
 
Ε. Παπαδάκης
 
Δείτε επίσης:

 

 

Your rating: None Average: 4.9 (18 votes)