Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2017


Ο γάμος: Θεσμός, συντροφικότητα ή/και κάτι άλλο; (3ο μέρος)

Στα προηγούμενα άρθρα υποστηρίχθηκε πως η σύγχρονη (μόνιμη, αποκλειστική και διαρκής) σχέση ενός άνδρα με μια γυναίκα (και μιας γυναίκας μ’ έναν άνδρα) στηρίζεται στην ελευθερία σε όλες τις εκφάνσεις της κοινής ζωής. Δεν κυριολεκτεί η λέξη “σύζυγοι”. Εύστοχη είναι η λέξη “σύντροφοι” ή κάποια καλύτερη που να τονίζει τη συντροφικότητα (την ισότητα - ισοτιμία), χωρίς την οποία δεν υπάρχει σύγχρονος γάμος ή σύνδεσμος αγάπης με διάρκεια (ordo amoris - τάξη αγάπης).
 
Χωρίς ισότιμη σχέση ειλικρινών αισθημάτων και γνήσιας αγάπης, δεν έχει καμιά αξία οποιοσδήποτε “γάμος” (μυστήριο, τελετή, συγκατοίκηση). Ο σύγχρονος γάμος κάνει τη ζωή ποιοτικά καλύτερη και αυτούς που τον αποδέχονται ευτυχισμένους. Με όνειρα, με προοπτικές προόδου, προσωπικής ολοκλήρωσης και πληρότητας. Υπό την απαραίτητη προϋπόθεση να μην εμποδίζει αλλά να διευκολύνει και να ενισχύει τη διαμόρφωση της προσωπικότητας των συνδεομένων ερωτικά, της μόρφωσης, του επαγγέλματος, των ικανοτήτων και των άλλων στοιχείων που συγκροτούν και προάγουν την αξία κάθε ανθρώπου άσχετα από φύλο.
 
Οι λέξεις “ζευγάρι” και “ζεύγος” έχουν παλιώσει. Δεν είναι πια έννοιες ανεκτές. Δεν ακριβολογούν. Παραπέμπουν σε σύζευξη, ζυγό και αιχμαλώτους ή ανελεύθερους – δεσμευμένους. Βέβαια, η τέλεση γάμου είχε πάντα (για την πλειονότητα) την έννοια της εξέλιξης - ανέλιξης, της προς τα πάνω πορείας, του ανεβάσματος σε κάτι καλύτερο (σύμφωνη η φράση: “Ν’ ανέβουν τα σκαλιά της εκκλησίας”), δηλαδή της αναβάθμισης προσωπικά και κοινωνικά του άνδρα και της γυναίκας. Έπαυαν να είναι μόνοι κι αποκτούσαν σύντροφο. Τον “άλλο”, που, σε πολλές περιπτώσεις, μπορεί ν’ αγαπούσαν και να ήθελαν να είναι μαζί του ταίρι (λέξη καλύτερη από το ζεύγος – ζευγάρι), επειδή είχε επιλεγεί, ο άνδρας από τη γυναίκα και η γυναίκα από τον άνδρα και όχι από τους μεγαλύτερους, συνήθως από τους γονείς τους. Είχαν τη βεβαιότητα πως ταίριαζαν και θα ήταν καλύτερη η κοινή ζωή σε σύγκριση με την προηγούμενη κατάσταση της “μοναξιάς”. Αυτή η βεβαιότητα υπάρχει και στους σύγχρονους μελλόνυμφους. Συνεπώς, ο γάμος συγκεντρώνει την εκτίμηση της πλειονότητας.
 
Αυτοί που εναντιώνονται στον θεσμό του γάμου είναι μειοψηφία, συνήθως χωρισμένοι ή από πεποίθηση τοποθετημένοι υπέρ της απόλυτης ανεξαρτησίας και κατά οποιασδήποτε δέσμευσης.
 
Χωρίς ελευθερία, και η πιο ισχυρή ερωτική σχέση είναι -με μαθηματική ακρίβεια- παροδική, εύθραυστη - θνησιγενής και
 
·        (α΄) είτε θα καταλήξει, αργά ή γρήγορα, σε χωρισμό (με ή χωρίς διαζύγιο, που είναι ένα απλό χαρτί και τίποτα περισσότερο), ειρηνικό ή επεισοδιακό, για να πάψει η καταπίεση,
 
·        (β΄) είτε, αντί για σύνδεσμο αγάπης, θα μεταλλαχθεί σε θεατρική παράσταση, σε αληθινό θέατρο με ματαιόδοξους ηθοποιούς και τους δυο, που θα υποδύονται τους ρόλους των “παντρεμένων”, διατηρώντας ο καθένας, κατά κανόνα, “διπλή ζωή”: Την κοινωνικά εμφανή και την κρυφή, με το χτυποκάρδι και το άγχος της αποκάλυψης (“τον/την έπιασαν στα πράσα”).
 
Απορρίπτεται η φράση “δεσμός του γάμου”, επειδή ο γάμος δεν είναι πια δεσμός. Είναι μια νέα καλύτερη, ελεύθερη, ποιοτικά βελτιωμένη, ειλικρινής, ισότιμη, πιο άνετη ζωή δύο ετερόφυλων, του άνδρα και της γυναίκας, που δεν συνδέονται με δεσμό αλλά με τη συναίνεσή τους συμπράττουν στο πλαίσιο μιας κοινής ζωής, επειδή έχουν επιλέξει να συμβιώνουν πιστεύοντας πως η νέα αυτή κατάσταση τους ικανοποιεί και είναι ποιοτικά καλύτερη από την προηγούμενη. Κάνει την ύπαρξή τους να έχει σκοπό: Να χαίρεται ο ένας τον άλλο, ο ένας μαζί με τον άλλο. Ο ένας να επιδιώκει και ν’ απολαμβάνει την ευτυχία και τη χαρά του άλλου, που αισθάνεται σαν δική του ευτυχία και χαρά.
 
Δεν πρόκειται για εξιδανίκευση ούτε για ουτοπία. Πρόκειται για εντελώς νέο τύπο γάμου που έχει διάρκεια και κάνει αληθινά ευτυχισμένους τους συνδεόμενους ερωτικά ετερόφυλους. Ο γάμος αυτός διακρίνεται από τις παροδικές ερωτικές σχέσεις, τις ερωτικές περισπάσεις, τις επιπόλαιες επαφές και τις ανώριμες διασυνδέσεις, επειδή διαθέτει το στοιχείο της διάρκειας, της μονιμότητας, της αποκλειστικότητας, της γνησιότητας και απορρίπτει απολύτως τις έξω από αυτόν άλλες σχέσεις (του άνδρα με άλλη ή άλλες και της γυναίκας με άλλο ή άλλους) σαν ελεύθερη επιλογή τους και όχι σαν επιβολή ή απαγόρευση.
 
Στη γνήσια ερωτική σχέση ζωής οι άλλες ερωτικές επικοινωνίες αποκλείονται αυτόματα, χωρίς προσπάθεια ή απαγορεύσεις. Δεν έχουν πια νόημα. Ο άνδρας και η γυναίκα έχουν συντροφευτεί και αισθάνονται πληρότητα. Δεν επιδιώκουν άλλη ή άλλες σχέσεις, τις οποίες απορρίπτουν αμέσως.
 
Ο σύγχρονος γάμος χαρακτηρίζεται σαν γνήσια ερωτική σχέση για ν’ αποκλειστεί κάθε σχέση που εμπεριέχει το στοιχείο του υλικού υπολογισμού και κάθε υπολογισμού. Που δεν στηρίζεται σε αμοιβαία αισθήματα και έλξη. Αυτή η μη γνήσια σχέση θα έχει την ίδια προδιαγεγραμμένη κατάληξη: Δεν θα διαρκέσει. Θα διαλυθεί. Δεν θα δημιουργήσει ευτυχία στον άνδρα και στη γυναίκα και, οπωσδήποτε, θα ταλαιπωρηθούν και οι δύο, περισσότερο ή λιγότερο, μέχρι ν’ απεμπλακούν, ν’ απαλλαγούν οριστικά ο ένας από τον άλλο με ανακούφιση.
 
Ακόμα, δεν κυριολεκτεί η λέξη “ανδρόγυνο”, επειδή αναφέρεται σε κάτι ανύπαρκτο - σε κατασκευή της φαντασίας. Σα να πρόκειται για τρίτο πρόσωπο, πέρα και έξω από τους συνδεόμενους με την ελεύθερη και ανεπηρέαστη απόφασή τους (τη “συναίνεσή τους”). Σα να έχει γίνει πράξη το ακατόρθωτο: “Έσονται οι δύο εις σάρκα μία”, επειδή, στις ανθρώπινες διαστάσεις του, δεν μπορεί να υπάρξει τέτοιος απόλυτος σύνδεσμος, που πραγματοποιείται μόνο σε επίπεδο υπερβατικό - θρησκευτικό ή στα όνειρά μας. Οι δύο ενώνονται αδιάρρηκτα μόνο σύμφωνα με τις εκκλησιαστικές απόψεις και η απόλυτη ένωση γίνεται αντιληπτή θεολογικά και απαιτεί αντίστοιχη θρησκευτική και θεολογική ανάλυση για να προσεγγιστεί.
 
Ούτε η απόλυτη ταύτιση φέρνει ευτυχία επειδή πρόκειται γι’ ακρότητα. Κοινή ζωή και γάμος δεν προϋποθέτουν απόλυτες καταστάσεις και πλήρη ταύτιση. Προϋποθέτουν συνεργασία, σύμπραξη και αλληλοϋποστήριξη σε κάθε περίσταση της οικογενειακής και της κοινωνικής ζωής, όχι όμως απόλυτη ταύτιση, επειδή αν τυχόν υπάρξει τέτοια ταύτιση θα καταργηθεί ο διάλογος μεταξύ της γυναίκας και του άνδρα και σταδιακά θα επικρατήσει τουλάχιστον η πλήξη, επειδή δεν θα μπορούν πια να συνδιαλέγονται, να συγκρούονται δημιουργικά για να καταλήξουν στο καλύτερο αποτέλεσμα, να βελτιώνει ο ένας τον άλλο και να συντροφεύονται μεταξύ τους.
 
Δεν μπορεί να είναι σύντροφός σου κάποιος με τον οποίο ταυτίζεσαι στα πάντα ή σχεδόν στα πάντα. Ίσως να είναι οπαδός, ακόλουθος, θαυμαστής, υπόδουλος όχι όμως σύντροφος, ταίρι, ο δικός σου άνθρωπος με τον οποίο χαίρεσαι να επικοινωνείς κάθε ημέρα και κάθε στιγμή χωρίς να “βαριέσαι θανάσιμα”, με τη σκέψη: “Πάλι αυτός; Βαρέθηκα” και τα παρόμοια και γνωστά. 
 
Κατασκευές και πλάσματα της φαντασίας, του μυαλού μας, είναι οι έννοιες: “Γάμος”, “σύζυγος”, “οικογένεια” και “σύντροφος” μαζί με όλες τις συναφείς λέξεις -έννοιες- φράσεις, όταν δεν ανταποκρίνονται σε αληθινές καταστάσεις της ζωής (αν δεν στηρίζονται στην εμπειρική πραγματικότητα) και δεν αποτελούν προϊόν της ελεύθερης επιλογής και της συναίνεσης.
 
Για παράδειγμα, ο “σύντροφος” (ή ο “σύζυγος”) δεν είναι εκείνος με τον οποίο μια γυναίκα πιστεύει πως έχει συνδεθεί με την τελετή του γάμου, τη θρησκευτική τελετή ή την πολιτική διαδικασία (και αντίστροφα), αλλά εκείνος που έχει τέτοια συμπεριφορά, ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί “σύντροφος” (ή “σύζυγος”) με βάση τη συγκεκριμένη συντροφική (ή συζυγική) συμπεριφορά του ακόμα και χωρίς γαμήλια τελετή.
 
Ανάλογα: Του Δημήτρη και της Άννας παιδί δεν είναι ο Θανάσης, επειδή φαίνεται να συνδέεται βιολογικά (με “δεσμό αίματος”, DNA και χρωμοσώματα) με τον Δημήτρη και την Άννα, αλλά εκείνος (ο Θανάσης, εν προκειμένω) που εξωτερικεύει συμπεριφορά παιδιού, απονέμοντας πηγαίο σεβασμό στους γονείς του (τον Δημήτρη και την Άννα), επικοινωνώντας μαζί τους με δική του απόφαση, χωρίς καταναγκασμό, έχοντας χρονική και τοπική επικοινωνία με αυτούς, με ελεύθερη επιλογή του, ανταλλάσσοντας πληροφορίες, μετέχοντας σε οικογενειακά γεγονότα, σε χαρές και λύπες, και δείχνοντας με τη συμπεριφορά του πως αναγνωρίζει τον Δημήτρη και την Άννα ως πατέρα και μητέρα του, αντίστοιχα. Το ίδιο ισχύει για τον Δημήτρη, που, με τη συμπεριφορά του, διεκδικεί και αποκτά την ιδιότητα του πατέρα όπως και για την Άννα που με τη δική της συμπεριφορά, σε κάθε περίσταση, δείχνει στον Θανάση πως είναι η μητέρα του.
 
Η φύση δεν αναγνωρίζει καμιά από τις παραπάνω ιδιότητες. Δεν αναγνωρίζει και όλες τις άλλες, στις οποίες η ανθρώπινη γλώσσα και διάνοια έδωσε συγκεκριμένες σε κάθε μια ονομασίες. Πρόκειται για καθαρά κοινωνικές, δηλαδή φανταστικές - εικονικές, και όχι για φυσικές και πραγματικές ιδιότητες (είναι ιδιότητες μη αποδείξιμες εμπειρικά, με τις αισθήσεις).
 
Η φύση δεν αναγνωρίζει παιδιά, γιατρούς, μηχανικούς, μπακάληδες, τροχονόμους, δικαστές, αεροπόρους, αδελφούς, μητέρες, πατέρες, παπάδες, αξιωματικούς, οδηγούς, πλοιάρχους και όσους άλλους μπορεί κανείς να σκεφτεί και να προσθέσει. Κάθε μια από αυτές τις ιδιότητες, που είναι πλάσματα της φαντασίας μας (κατασκευές της διάνοιάς μας), για ν’ αποκτήσει υπόσταση και να μην παραμείνει στη σφαίρα της ανυπαρξίας και του μύθου, πρέπει να υποστηρίζεται από συγκεκριμένες συμπεριφορές, που να μπορούν να διαπιστωθούν κάθε στιγμή.
 
Εξαιρούνται τα ένστικτα τα οποία η μεν φύση αναγνωρίζει ο δε άνθρωπος περιορίζει. Αυτά διαπιστώνονται εμπειρικά όταν δεν αποβαίνει αποτελεσματική η ανθρώπινη προσποίηση, η αποκαλούμενη καλλιέργεια, που τα κρύβει ή τα διοχετεύει προς άλλες κατευθύνσεις με ανάλογες επίκτητες και επιτηδευμένες συμπεριφορές, οι οποίες σχεδόν πάντοτε διδάσκονται από τους μεγαλύτερους και έμπειρους στους μικρότερους και άπειρους. Στα ένστικτα εντάσσεται, για παράδειγμα, το μητρικό φίλτρο, η μητρική και πατρική στοργή, το αίσθημα οίκτου και συμπόνιας, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και όσα άλλα διαπίστωσε η παρατήρηση και η επιστήμη.
 
Στα παραπάνω παραδείγματα, αν ο Δημήτρης έχει (και δείχνει – εξωτερικεύει) συμπεριφορές πατέρα (ενδιαφερόμενος για το ανήλικο ή ενήλικο παιδί), νουθετώντας, διατρέφοντας, πλαισιώνοντας, υποστηρίζοντας ηθικά και υλικά, διδάσκοντας, σωφρονίζοντας, επικοινωνώντας χωρίς ν’ αρκείται στο ένστικτο του πατέρα (που μπορεί να είναι υποτονικό ή υποτυπώδες ή να λείπει σε κάποιες ακραίες περιπτώσεις) είναι πραγματικός πατέρας, σύμφωνα με τις συμπεριφορές του που είναι “πατρικές”.
 
Ομοίως η Άννα, με τις συμπεριφορές της (τις πέραν του μητρικού ενστίκτου ή φίλτρου που δεν ελέγχεται), διεκδικεί συνεχώς τη μητρική ιδιότητα, που δεν αποκτιέται με μόνη τη γέννηση του παιδιού, αλλά κατακτιέται μέσα στον χρόνο, εάν πλαισιώνει το παιδί όσο είναι ανήλικο, το ανατρέφει, ενδιαφέρεται γι’ αυτό, το διαπαιδαγωγεί κατάλληλα, το νουθετεί, νοιάζεται και επικοινωνεί, σύμφωνα με τις συμπεριφορές της που είναι “μητρικές”.
 
Μόνη η φυσική – βιολογική διαδικασία (η εγκυμοσύνη, η κύηση, η γέννηση του παιδιού, η γαλούχηση του βρέφους, το φυσικό μεγάλωμα, τα λοιπά φυσιολογικά) και μόνη η κοινωνική διαδικασία (η γνωριμία, η δημιουργία σχέσης ερωτικής, ο αρραβώνας, η τελετή του γάμου, η εγγραφή του στο ληξιαρχείο, η ονοματοδοσία και τα συναφή όσο πιστά κι αν τηρηθούν) δεν δίνουν ζωή στις εικονικές - κοινωνικές ιδιότητες που προαναφέρονται καθώς και σε όλες τις άλλες.
 
Υπόσταση και ζωή αποκτούν αυτές οι δοτές κοινωνικές ιδιότητες μόνο αν ανταποκρίνονται ουσιαστικά σε αυτό που χαρακτηρίζουν.
 
Κάθε ιδιότητα επιβεβαιώνεται με τις απαιτούμενες συμπεριφορές, έμπρακτα. Για παράδειγμα: Του παιδιού, της μητέρας, του πατέρα, του συντρόφου - συζύγου, του γιατρού, του δάσκαλου και ούτω καθ’ εξής.
 
Είναι αυτές οι παρατηρήσεις πραγματικές, έχουν ουσία ή φαντάζουν εξωπραγματικές και ανούσιες; Πάντοτε ίσχυαν αυτά που επισημαίνονται με αφορμή την έρευνα για την κατάσταση του γάμου σαν θεσμού που δεν έχει σχέση με τον γάμο των περασμένων γενεών.
 
Οι άνθρωποι πιστεύουν πάντοτε στην ύπαρξη πραγμάτων ανύπαρκτων. Κι’ αν κάτι το πιστεύεις με πάθος, το δημιουργείς από το τίποτα [“είναι έτσι, αν έτσι πιστεύετε”].
 
Θεωρούν υποστατά όσα έχει φτιάξει το μυαλό και, λόγω της προσήλωσης στις κατασκευές της φαντασίας, στις εικονικές καταστάσεις, ζουν σε εικονική, δηλαδή σε ψεύτικη, κατάσταση (σε εικονική πραγματικότητα) που νομίζουν πως είναι η αληθινή ζωή.
 
Αποτέλεσμα ήταν (και εξακολουθεί σε πολλά να είναι) η προσαρμογή της συμπεριφοράς τους στην εικονική “πραγματικότητα” και την ανάλογη δράση με οδηγό το ψεύτικο και εικονικό περιβάλλον που καταλήγει πάντοτε σε άτοπα (δηλαδή αρνητικά) αποτελέσματα, καθοδηγώντας (χειραγωγώντας) αληθινές συμπεριφορές και ανθρώπινες ενέργειες.
 
Εάν, δηλαδή, πιστεύει ο Δημήτρης πως η Ευαγγελία είναι η “σύζυγός” του επειδή, μετά τη γνωριμία και την ερωτική τους σύνδεση, τελέσθηκε ο γάμος του με αυτήν (και δεν δίνει τη σημασία που απαιτείται στη συμπεριφορά της, αλλ’ αρκείται στα τυπικά γνωρίσματα), θα νομίζει πως έχει σύζυγο (σύντροφο), ένα “δικό του” άνθρωπο, στον οποίο μπορεί να στηρίζεται και να τον εμπιστεύεται. Στην πραγματικότητα, είναι πιθανό να συζεί με τον πιο άσπονδο εχθρό και αντίπαλο, που απεργάζεται την καταστροφή του σε όλα τα επίπεδα (οικονομικά, κοινωνικά, επαγγελματικά, οικογενειακά, συναισθηματικά και άλλα).
 
Πολλά είναι τα κοινωνικά και πρακτικά παραδείγματα: Ο άνδρας - σύζυγος που συνδέεται με μια γυναίκα, επειδή μετείχαν και οι δύο στη γαμήλια τελετή, συγκεντρώνει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για την οικονομική κατάσταση της συζύγου του, μαθαίνει όλα τα απόρρητα που συνδέονται με το επάγγελμά της και, εξοπλισμένος με αυτή τη γνώση, πετυχαίνει να ιδιοποιηθεί την περιουσία της, να εισχωρήσει στο επαγγελματικό της περιβάλλον και στο τέλος να την εγκαταλείψει αποκομίζοντας όλα τα οφέλη που κατάφερε ν’ αποσπάσει στηριζόμενος στην πεποίθηση της γυναίκας ότι ήταν ο δικός της σύντροφος, ο δικός της άνθρωπος, λόγω του γάμου.
 
Η Θάλεια που ζει με τον Γιάννη στο εικονικό περιβάλλον και την ψεύτικη πραγματικότητα (που φτιάχνει ο γάμος σαν τελετή και όχι σαν ουσία απτή και εμπειρικά αποδείξιμη) καταστρώνει σχέδιο για ν’ απαλλαγεί από τον Γιάννη, ο οποίος έχει ήδη προσαρμόσει τη ζωή του στα όσα πιστεύει για αληθινά και όχι στα όσα συμβαίνουν: Πείθει τον Γιάννη να εγγραφούν σαν μέλη στο καζίνο. Του δηλώνει πως της αρέσει να πηγαίνουν εκεί για να διασκεδάζουν παίζοντας τυχερά παιχνίδια. Ο Γιάννης ικανοποιεί την επιθυμία της γυναίκας που θεωρεί σύντροφό του και εκδίδει κάρτα εισόδου. Η Θάλεια προσποιείται πως πηγαίνει στην τουαλέτα, έχει ήδη προετοιμάσει σχέδιο διαφυγής, και φεύγει από το καζίνο. Κατευθύνεται στη συζυγική κατοικία, παραλαμβάνει τα ανήλικα παιδιά της μαζί με τα έπιπλα και την οικοσκευή και, με τη βοήθεια του εραστή της, εγκαθίσταται σε άλλο σπίτι. Όταν ανήσυχος ο Γιάννης επιστρέφει στο σπίτι του τρελαμένος από την αγωνία για την τύχη της συζύγου του, βρίσκει στο μοναδικό τραπέζι που έχει απομείνει στο άδειο σπίτι ένα δικόγραφο - αίτηση που απευθύνεται στο δικαστήριο. Στην αίτηση αυτή έχει γράψει η Θάλεια πως ο σύζυγός της είναι παθολογικά παίχτης τυχερών παιχνιδιών. Εγκαταλείπει για να ικανοποιήσει το πάθος του τη συζυγική κατοικία και ξημεροβραδιάζεται στο καζίνο. Δεν στηρίζει οικονομικά και ηθικά την οικογένειά του και, για τον λόγο αυτό, αναγκάστηκε να τον εγκαταλείψει. Αποτέλεσμα: Ο Γιάννης απέμεινε μόνος. Αποξενώθηκε από τις δύο θυγατέρες του. Καταστράφηκε το επάγγελμά του. Υποχρεώθηκε από τα δικαστήρια να πληρώνει διαστροφές στη “σύζυγο” και στα δύο παιδιά του και κατάντησε σε μεγάλη ηλικία να μένει μόνος του σε μια παράγκα, χωρίς περιουσία και χωρίς παρηγοριά.
 
Πως συμπεριφέρθηκε ο Ηλίας στη σύζυγό του Ειρήνη, όταν διαπίστωσε πως αυτή ήθελε να φύγει διαλύοντας τον χωρίς περιεχόμενο γάμο τους: Η Ειρήνη, με την οποία ο Ηλίας είχε ζήσει κάποιες δεκαετίες (στο πλαίσιο της εικονικής πραγματικότητας που φτιάχνεται όταν δίνεται σημασία στην τελετή του γάμου σα να είναι κάτι το υπερκόσμιο που αλλάζει τη ζωή), δεν άντεχε πια και ήθελε να φύγει από την καταπίεση ετών και από τις κακοποιήσεις του συζύγου της. Ο Ηλίας, χρησιμοποιώντας όσα ήξερε σχετικά με το επιτυχημένο ελεύθερο επάγγελμά της, έφτιαξε σχέδιο εξόντωσής της και πλουτισμού του. Αφαίρεσε όλα τα χρήματα από τον επαγγελματικό λογαριασμό της γυναίκας, που ήταν κατ’ απαίτησή του κοινός, άρχισε να τη δυσφημεί και να τη διασύρει σαν σύζυγό του, που ήταν παράδειγμα πίστης και αφοσίωσης σε αυτόν (λόγω της τέλεσης του γάμου και της από αυτόν δημιουργούμενης εικονικής πραγματικότητας), και επιστράτευσε έναν επίορκο δικηγόρο με τον οποίο συνεργάστηκε για να εξοντώσει την Ειρήνη. Ο δικηγόρος (οικογενειακός “φίλος”, με βάση τα κριτήρια της “εικονικής πραγματικότητας”) έπεισε τη σύζυγο - θύμα πως έπρεπε να παραμείνει στη συζυγική κατοικία επειδή δήθεν αυτό επιβαλλόταν από τον νόμο μέχρι να εκδοθεί διαζύγιο. Μέχρι τότε ο Ηλίας πέτυχε ν’ αποσπάσει σταδιακά, με τη βοήθεια του “δικηγόρου”, το σύνολο της ακίνητης περιουσίας της Ειρήνης, το σύνολο των οικονομιών της και το σύνολο των πραγμάτων που είχε αυτή αποκτήσει με τη σκληρή για δεκαετίες δουλειά της.
 
Στο τέλος, ο Ηλίας πλούτισε, η Ειρήνη έχασε την περιουσία της, ανάλαβε την πλαισίωση των ενήλικων παιδιών της και, πέρα από αυτά, κατάντησε υπηρέτρια των παιδιών επειδή πίστευε ότι είχε την υποχρέωση να τα φροντίζει μέχρι το τέλος της ζωής της, κατευθύνοντας τις ενέργειές της εξ αιτίας της εικονικής πραγματικότητας που βίωνε.
 
Με την τέλεση του γάμου ο άνδρας νόμιζε πως απέκτησε ιδιόκτητη σύζυγο αφοσιωμένη και πιστή. Το ίδιο πίστευε και η γυναίκα ως προς την αφοσίωση και την πίστη, εκτός από το στοιχείο της ιδιοκτησίας, επειδή η ίδια ήταν ιδιοκτησία του άνδρα της. Αποτέλεσμα ήταν πως για τον άνδρα και τη γυναίκα η αποκτηθείσα (ουσιαστικά εικονική) ιδιότητα των συζύγων κάλυπτε κάθε ανάγκη τους, επειδή είχαν την πεποίθηση ότι ο γάμος είχε αυτοτελή υπόσταση και τους μετέβαλε σε κάτι άλλο από τη στιγμή που είχε τελεστεί.
 
Πίστευαν πως είχαν μεταλλαχθεί σε “μία σάρκα”, σε ένα σώμα μέσω της τελετής - μυστηρίου του γάμου και αυτήν την πίστη αναπαρήγαγαν σε κάθε περίσταση. Δεν είχε σημασία αν η γυναίκα (πολλές φορές και ο άνδρας) δεν είχε ερωτηθεί για τον μελλοντικό της σύζυγο, που άλλοι είχαν επιλέξει και αποφασίσει. Δεν είχε σημασία αν ο άνδρας και η γυναίκα δεν διέθεταν αισθήματα ο ένας για τον άλλο αγάπης ή, έστω, απλής συμπάθειας (ίσχυε η συμβουλή των μεγαλύτερων με πείρα: “Δεν πειράζει. Σιγά – σιγά θα τον/την συνηθίσεις”). Δεν είχε σημασία αν ο ένας σιχαινόταν τον άλλο, αν τον μισούσε ή αν δεν μπορούσε να τον ανεχτεί. Σημασία είχε η τέλεση του γάμου που κάλυπτε όλες τις αντιρρήσεις, τις ελλείψεις, τα ενοχλητικά ελαττώματα και τη δυσαρμονία.
 
Ήταν τόσο δυνατός ο γάμος σαν κοινωνικός θεσμός καθολικής αποδοχής που όποιος επιδίωκε τη λύση του αμέσως μεταβαλλόταν σε παραβάτη των κοινωνικών θεσμών (του θείου ή φυσικού δικαίου). Τον θεωρούσαν σαν ανόσιο. Άλλωστε, κάθε προσπάθεια ή συμφωνία που βοηθούσε τη λύση του γάμου ήταν παράνομη και άκυρη (νομικά ανυπόστατη και ανήθικη) μέχρι και τη δεκαετία του 80 και λίγο πέραν αυτής.
 
Υπό αυτό το βάρος ο γάμος συνέθλιβε τους συζύγους (μέχρι σήμερα γίνεται λόγος για τα βάρη του γάμου με αναφορά στις δαπάνες διαβίωσης των συζύγων)! Κυρίως συνθλιβόταν η γυναίκα για την οποία πολλοί εξακολουθούν να υποστηρίζουν πως η νομοθεσία της παρείχε προνόμια, σε σύγκριση με τον άνδρα: Στο δικαίωμα για διατροφή σε βάρος του άνδρα και για την επιμέλεια των παιδιών που κατά κανόνα την αποκτούσε με δικαστικές αποφάσεις.
 
Όμως, δεν πρόκειται για προνόμια, αλλά για παραχωρήσεις από επιείκεια. Η γυναίκα σαν πρόσωπο με μειωμένα δικαιώματα σε όλα τα επίπεδα (κατάσταση που εξακολουθεί όχι με την ίδια ένταση του παρελθόντος ιδιαίτερα στην αμοιβή της εργασίας της), η οποία δεν ασκούσε επάγγελμα και είχε την ιδιότητα της “νοικοκυράς”, δηλώνοντας ως απασχόλησή της τα “οικιακά”, με ελάχιστες εξαιρέσεις κάποιων γυναικών οι οποίες, με τους προσωπικούς και μοναχικούς αγώνες τους, είχαν ξεφύγει (και αναδείχτηκαν κοινωνικά και επαγγελματικά), διεκδικούσε το στοιχειώδες δικαίωμα στην επιβίωση της ίδιας και του ανήλικου παιδιού ή των παιδιών της, όταν, παρά τις προσπάθειες, τις καταπιέσεις και την ιώβεια υπομονή της, εγκαταλειπόταν από τον σύζυγό της (απροστάτευτη και ανεπάγγελτη χωρίς πόρους ζωής, “στους πέντε δρόμους”). Αυτό το δικαίωμα αναγνωριζόταν από τα δικαστήρια που της ανάθεταν την επιμέλεια των παιδιών, με εξαίρεση τα αγόρια που, μετά την ηλικία των δέκα χρόνων τους, παραδίδονταν στον πατέρα, που τον θεωρούσαν ικανότερο να αναθρέψει άνδρες.
 
Πολλά έχουν γραφεί σχετικά με αυτήν την κατάσταση και τους αγώνες των γυναικών ν’ αποκτήσουν στοιχειώδη δικαιώματα. Δηλαδή, ίσα δικαιώματα σαν ισότιμες ανθρώπινες υπάρξεις.
 
Στη γυναίκα πριν από λίγες δεκαετίες, ειδικά τη δεκαετία του 50 - 60 (μέχρι και τη δεκαετία του 80), η πολιτεία δεν αναγνώριζε θεμελιώδη πολιτικά δικαιώματα. Μόλις κατά τη δεκαετία του 50 απέκτησε το δικαίωμα ψήφου, το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, που ήταν αποκλειστικό ανδρικό προνόμιο. Έως τη γενόμενη “ριζική” τροποποίηση του οικογενειακού δικαίου του Αστικού Κώδικα, η γυναίκα δεν είχε το δικαίωμα να εμπορεύεται, χωρίς την άδεια του συζύγου της, και η μαρτυρία της δεν είχε αξία μεγαλύτερη της μαρτυρίας παιδιού ή τρελού (παράφρονος).
 
Επίσης, έχουν γραφεί πολλά για τους άνδρες που έχαναν κατά κανόνα κάθε δικαίωμα επιμέλειας των παιδιών τους με αποτέλεσμα ν’ αποξενώνονται από αυτά, στην περίπτωση διάλυσης του γάμου και χωρισμού, με ή χωρίς έκδοση διαζυγίου.
 
Αυτές οι καταστάσεις θα πρέπει ν’ ανήκουν οριστικά στο παρελθόν, αναφέρονται όμως για να γίνει ολοφάνερος ο λόγος για τον οποίο ο σύγχρονος γάμος δεν έχει σχέση με αυτά που ίσχυαν παλιότερα, με εξαίρεση εκείνους που εξακολουθούν πεισματικά ν’ αναπαράγουν το παρελθόν μηρυκάζοντας όσα η σύγχρονη ζωή σπρώχνει στο περιθώριο.
 
Στο παρελθόν, όταν ουσιαστικά είχε λυθεί ο γάμος ως σχέση και σύνδεσμος αγάπης, εξακολουθούσε να διατηρείται τυπικά στα χαρτιά και στο ληξιαρχείο για πολλά χρόνια και, πολλές φορές, για δεκαετίες ή για πάντα. Από αυτόν τον νεκρό γάμο και οι δύο “σε διάσταση” σύζυγοι αντλούσαν δικαιώματα, ο ένας έναντι του άλλου, και διατηρούσαν ανάλογες υποχρεώσεις και καθήκοντα. Τούτο επισημαίνεται για να τονιστεί η μεγάλη κοινωνική σημασία του γάμου σαν πράξης που ρυθμίζει το δίκαιο (δικαιοπραξίας sui generis: ιδιότυπης) και η επίδρασή του στη ζωή του πολίτη.
 
Παράλληλα με τον νεκρό, υπήρχαν οι ανεπίσημοι και παράνομοι γάμοι, από τους οποίους προέκυπταν παιδιά που, χωρίς να φταίνε και χωρίς να ερωτηθούν, αποκτούσαν το κοινωνικό στίγμα των εξώγαμων. Τελικά, ο νόμος κατάργησε τη λέξη εξώγαμα και υιοθέτησε τη φράση: “Παιδιά χωρίς γάμο των γονέων τους”. Όχι Γιάννης, Γιαννάκης. Πάντως, ουσιαστικά τέτοιο στίγμα δεν αναγνωρίζει πια η κοινωνία που, παρά τη βραδυπορία της, έχει σημειώσει σημαντικές προόδους σε αυτόν τουλάχιστον τον τομέα.
 
Δεν έχει σημασία η τυπική διατήρηση του “γάμου”. Δηλαδή η ύπαρξη σημείωσης στα βιβλία ή στα ηλεκτρονικά αρχεία του ληξιαρχείου που τον αναφέρει. Οι σύγχρονοι άνδρες και γυναίκες ασχολούνται με την ουσία της σχέσης. Απαιτούν και έχουν, κατά κανόνα, σχέση αληθινής επικοινωνίας, σχέση ουσίας. Δεν συμβιβάζονται με τους τύπους. Εξαιρούνται οι περιπτώσεις της σκόπιμης διατήρησης του καταγεγραμμένου “γάμου” για λόγους οικονομικού ή ανάλογου συμφέροντος που δεν ενδιαφέρουν την παρούσα ανάλυση.
 
Πολλές γυναίκες, παρασυρόμενες ακόμα και σήμερα από τη μεγάλη πίεση της λεγόμενης πατρικής τους οικογένειας και από το ευρύτερο κοινωνικό τους περιβάλλον, συμβιβάζονται, δεν επιλέγουν αλλά δέχονται προεπιλεγμένο σύζυγο, με προξενιό, μόνο και μόνο για να παντρευτούν και να καταξιωθούν έναντι της κοινωνίας αλλά και του εαυτού τους. Να γίνουν κυρίες και ν’ “αποκατασταθούν”, σύμφωνα με τις “παραδοσιακές” αντιλήψεις που εξακολουθούν να υπάρχουν.
 
Η γυναίκα που υποχωρεί, αποδεχόμενη τις παρωχημένες αντιλήψεις, ταλαιπωρείται επειδή τέτοιος συμβιβασμένος “γάμος”, χωρίς συντροφικότητα, συναίνεση και ελευθερία, αποτελεί βασανιστήριο με τη στέρηση της ελευθερίας και την αποδοχή άλλου ανθρώπου, του συζύγου, με τον οποίο δεν ταιριάζει. Γι’ αυτό δεν τον επέλεξε, αλλά της τον επέλεξαν.
 
Με τη γέννηση παιδιού ή παιδιών η κατάσταση της γυναίκας - συζύγου χειροτερεύει. Πιέζεται συναισθηματικά να παραμείνει συμβιβασμένη πιστεύοντας πως προστατεύει το παιδί ή τα παιδιά με την υπομονή της. Υποχωρώντας. Κάνοντας συνεχείς συμβιβασμούς με καταπιέσεις. Φθάνοντας πολλές φορές στα ακραία όρια της αντοχής της. Οδηγός της είναι η λαθεμένη πίστη πως τα παιδιά μεγαλώνουν καλύτερα μέσα στο πλαίσιο μιας οικογένειας. Ακόμα κι’ αν αυτή η “οικογένεια”, δηλαδή η ίδια με την ιδιότητα της υπηρέτριας, υπάρχει χάρη στους συμβιβασμούς, την υπομονή, την καταπίεση κάθε ελεύθερης πνοής και τις υποχωρήσεις. Πρόκειται για ψεύτικη (εικονική) οικογένεια που βεβαιώνεται μόνο από τα χαρτιά του ληξιαρχείου και τα από αυτό εκδιδόμενα “πιστοποιητικά”.
 
Ανάλογα παθαίνουν και πολλοί άνδρες που πιέζονται από τη μητέρα τους να “νοικοκυρευτούν”: Να βρουν μια γυναίκα – θύμα συνήθως, πρόθυμη ν’ αναλάβει υπηρεσία και να την αντικαταστήσει στον ρόλο της θεραπαινίδας (της πρόθυμης υπηρέτριας) τον οποίο εκτελούσε η μητέρα εθελοντικά, με αντάλλαγμα την “αποκατάσταση”, όπως την εννοούσαν εδώ και κάποιες χιλιετίες.
 
Αθεράπευτη είναι η περίπτωση της κατά τον τίτλο μητέρας που ενδιαφέρεται και ενεργεί χάρη του πρωτότοκου και, μάλιστα, του μοναχογιού που υπερέχει. Δεν συγκρίνεται με κανένα άλλο άνδρα, ούτε με τον σύζυγό, ο οποίος, με τη γέννηση του παιδιού, εκπλήρωσε την αποστολή του. Ο μοναχογιός χωρίς αμφιβολία ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της μητέρας και όχι της συζύγου, επειδή περί συντρόφου και σύγχρονων αντιλήψεων δεν γίνεται λόγος. Ο μοναχογιός δογματικά ανήκει πάντοτε στη μητέρα του που τον καθοδηγεί μέχρι τα βαθιά της γεράματα, που μόνο όταν την προσεγγίσουν επιτρέπει στον άνδρα να ωριμάσει. Γι’ αυτό, ενδεχομένως οι περισσότεροι άνδρες καθυστερούν να ωριμάσουν, σε αντίθεση με τις γυναίκες που ξέρουν τι θέλουν ακόμα και πριν ενηλικιωθούν.
 
Η ανάμειξη της μητέρας στα ζητήματα του γάμου ξεφεύγει από το πλαίσιο της παρούσης ανάλυσης. Επίσης ξεφεύγει η ανάμειξη των γονέων και των τρίτων. Είναι ζητήματα στα οποία ανήκει ξεχωριστή ανάπτυξη. Τονίζεται πάντως πως στον σύνδεσμο των ερωτικά συνδεόμενων, άνδρα και γυναίκας, δεν υπάρχει χώρος για οποιονδήποτε τρίτο. Και όλοι ανεξαιρέτως, εκτός από τους δύο ερωτικά συνδεόμενους, είναι τρίτοι. Η θέση των τρίτων είναι εκτός του στενού τους συνδέσμου, που νοερά σχηματίζεται από τα αισθήματα και την ερωτική τους έλξη που είναι διανοητική - πνευματική και, σε δεύτερο επίπεδο, σωματική. Η πνευματική και η σωματική έλξη διατηρούνται στις γνήσιες σχέσεις του σύγχρονου ερωτικού συνδέσμου ή του σύγχρονου γάμου της ισοτιμίας και της συναίνεσης άσχετα από τον χρόνο που δεν τις φθείρει αλλά τις ενισχύει με γρανιτώδη αντοχή.
 
Ο γάμος στις σύγχρονες πολιτιστικά προοδευμένες κοινωνίες θεωρείται κοινωνικός θεμελιώδης θεσμός. Όμως, δεν υπάρχει ουσιαστικά αν δεν συνοδεύεται από τη συντροφικότητα του άνδρα με τη γυναίκα όπως περιγράφτηκε παραπάνω.
 
Ακόμα ο σύγχρονος γάμος της συντροφικότητας, της συναίνεσης και της ισότητας ή ισοτιμίας στηρίζεται στην ειλικρίνεια για να διαρκέσει αρμονικά χωρίς χρονικό όριο.
 
Η ειλικρίνεια δεν έχει σχέση με τις δηλώσεις, τις αποκαλύψεις, τις ομολογίες, τις υποσχέσεις, τη συνέπεια και ό τι άλλο σχετικό. Έχει σχέση με την αναγνώριση των δυνατοτήτων και των αδυναμιών, των ικανοτήτων και των ελλείψεων του άνδρα απέναντι στη γυναίκα και της γυναίκας απέναντι στον άνδρα. Με άλλα λόγια, δεν αναγνωρίζονται πια ανδρικοί και γυναικείοι προκαθορισμένοι αυστηρά ρόλοι, καθήκοντα και αρμοδιότητες όπως γινόταν παλιά, όταν υπήρχαν αυτοί οι ξεχωριστοί ρόλοι τους οποίους όφειλαν να παίζουν εκπληρώνοντας αντίστοιχα προδιαγεγραμμένα καθήκοντα, που ήταν καθήκοντα της γυναίκας, τα περισσότερα και τα κατώτερα, και καθήκοντα του άνδρα, τα ανώτερα και ευγενέστερα.
 
Κατά κανόνα, μόνο ο άνδρας μορφωνόταν και σπούδαζε και αυτός είχε το δικαίωμα στην προίκα, που σήμερα προξενεί απέχθεια σαν θεσμός, συνήθεια και έθιμο. Όμως, στην πράξη, άτυπα, είναι ευπρόσδεκτη.
 
Η γυναίκα προοριζόταν να κυριαρχεί μέσα στο σπίτι της, έχοντας τη λεγόμενη κλειδοκρατορία, κι’ αυτή τυπικά και για παρηγοριά. Η κυριαρχία της ίσχυε όταν απουσίαζε ο άνδρας που με την παρουσία του στη συζυγική κατοικία αναλάμβανε αμέσως τη διοίκηση (“αρχηγού παρόντος πάσα αρχή παυσάτω”), επιβάλλοντας τη χωρίς αντιλογία (αντίρρηση) απόλυτη και νομικά κατοχυρωμένη θέλησή του.
 
Η θέληση του άνδρα περιοριζόταν μόνο όταν γινόταν αποδεδειγμένα ακραία και καταντούσε παράπτωμα καθώς εκδηλωνόταν με βαναυσότητες, χειροδικίες και άλλους εξτρεμισμούς. Γινόταν όμως λόγος για το “δυσαπόδεικτο των συζυγικών παραπτωμάτων”, δηλαδή την αδυναμία ν’ αποδειχτούν τα αδικήματα που τελούσε κυρίως ο σύζυγος μέσα στη συζυγική κατοικία, χωρίς την παρουσία μαρτύρων. Έτσι ο βάναυσος άνδρας – σύζυγος ξέφευγε από την καταδίκη που έπεφτε στους αδύναμους γυναικείους ώμους με τη γενική αποδοκιμασία της γυναίκας – συζύγου σχεδόν σε κάθε περίπτωση. Ειδικά στην περίπτωση της λύσης του γάμου η κοινωνία δεχόταν σαν αδυναμία της “να κρατήσει τον άνδρα της”. Αντίστοιχη δυσμενή αντιμετώπιση σπάνια είχε η ανδρική κακή διαγωγή που παρέμενε στο απυρόβλητο.
 
Στον σύγχρονο γάμο επικρατεί ένα είδος ισονομίας, με τη γυναίκα να μοιράζεται τις οικιακές δουλειές με τον σύντροφό της όπως ακριβώς μοιράζεται και τις δαπάνες συντήρησης της κοινής κατοικίας και της διαβίωσής τους. Τούτο συμβαίνει λόγω του δικαιώματος και της συμμετοχής της γυναίκας στην παραγωγική διαδικασία ή, ορθότερα, επειδή εργάζεται και η γυναίκα, μερικές φορές πολύ περισσότερο και αποτελεσματικότερα από τον άνδρα - σύζυγό της. Γι’ αυτό απαίτησε η γυναίκα και στη συνέχεια πέτυχε ν’ απαλλαγεί από το μισό ή από μέρος των οικιακών εργασιών και φροντίδων που αποτελούσε τη μοναδική της απασχόληση.
 
Με την προοπτική της σύνδεσης της ζωής μιας γυναίκας με τη ζωή ενός άνδρα στη σχέση που ονομάζεται γάμος από τη μια μεριά παίζει βασικό ρόλο ο αυθορμητισμός, η ερωτική έλξη ή η αποκαλούμενη “χημεία” αλλά, από την άλλη μεριά, επικρατούν διάφοροι υπολογισμοί που εξασθενούν τον αυθορμητισμό και την ερωτική έλξη εξουδετερώνοντας ακόμα και τα πιο ειλικρινή, βαθιά και ισχυρά συναισθήματα.
 
Ίσως οι περισσότερες γυναίκες και η πλειονότητα των ανδρών δεν συνάπτουν σύγχρονο γάμο αλλά προτιμούν και προκρίνουν τον “παραδοσιακό” γάμο του συμφέροντος και του βολέματος. Γι’ αυτό παρατηρείται από τους ειδικούς αύξηση των “διαζυγίων” και διαλύσεις περισσότερων “γάμων” από ο τι στο παρελθόν.
 
Η αύξηση των διαζυγίων οφείλεται στην ευκολία με την οποία λύνονται οι γάμοι. Βέβαια, αντί να αναφέρεται πως απελευθερώθηκε ο άνδρας και η γυναίκα από μια σχέση καταναγκασμού που ρυθμιζόταν από επίσημα έγγραφα και όχι από τη βούλησή τους, λέμε πως “βγήκε διαζύγιο” ή “διαλύθηκε ο γάμος”. Στη θέση των προσώπων, του άνδρα και της γυναίκας, τέθηκαν οι κατασκευασμένες έννοιες “γάμος” και “οικογένεια”, που ενδιαφέρει να υπάρχουν εικονικά άσχετα αν ο άνδρας και η γυναίκα υποφέρουν και φθείρονται καθημερινά.
  
Παλιότερα, εξ αιτίας της αρχής πως ο “γάμος” ήταν αδιάλυτος και τα διαζύγια αποτελούσαν την εξαίρεση (μετά από μακροχρόνιες και σκληρές δικαστικές αντιδικίες), ο άνδρας και η γυναίκα παρέμεναν μαζί αναγκαστικά αν και ο γάμος τους δεν είχε περιεχόμενο και η επικοινωνία τους είχε διακοπεί.
 
Η αναγκαστική συγκατοίκηση των συζύγων, που ταυτιζόταν με την έννοια του γάμου, προξενούσε πολλές φορές άλυτα προβλήματα και συμπλέγματα εξ αιτίας της στέρησης της ελευθερίας σε αυτούς που όφειλαν να συμβιώνουν, εξ αιτίας του νομικού καταναγκασμού και της κοινωνικής επιβολής (σημειωτέον πως η εγκατάλειψη της συζυγικής κατοικίας θεωρείται σαν δήθεν σοβαρός λόγος διαζυγίου, επειδή κλονίζει συθέμελα τη σχέση των συζύγων). Ο βίος τους γινόταν αβίωτος και οι συγκρούσεις έφταναν σε ακρότητες, χειροδικίες, τραυματισμούς και, κάποιες φορές, σε φόνους. Τέτοιες καταστάσεις υπάρχουν και σήμερα, με τη διαφορά ότι το ξεμπέρδεμα είναι εύκολο και η απελευθέρωση κατορθωτή χωρίς περιπλοκές.
 
Αρκεί να συνειδητοποιήσει ο άνδρας και η γυναίκα πως δεν συμφέρει η αναγκαστική συγκατοίκηση και η συνύπαρξη, όταν έχουν χαθεί τα στοιχεία που ενώνουν δύο ετερόφυλους σε κοινή ζωή. Αν χαθεί η αμοιβαία αγάπη, η εκτίμηση, ο σεβασμός, η έλξη και ο ενθουσιασμός, που πάντοτε υπάρχουν στην αρχή της σχέσης, δεν έχει νόημα οποιοσδήποτε συναισθηματικός ή άλλος εξαναγκασμός για εξακολούθηση των παραστάσεων του θεάτρου της δήθεν “οικογένειας”.
 
Ούτε οι συγγενείς, ούτε τα ενήλικα ή ανήλικα παιδιά, ούτε οποιοσδήποτε άλλος επιτρέπεται να πειθαναγκάζει και να συγκρατεί μαζί εκείνους που δεν διατηρούν τίποτα κοινό και ικανό να τους συνδέει και στη θέση της αγάπης έχει εγκατασταθεί το μίσος, η βαριεστιμάρα, η ρουτίνα, η αδιαφορία και τα άλλα αρνητικά αισθήματα που δείχνουν πως έφτασε η στιγμή της χωρίς επιστροφή απομάκρυνσης. Και απομάκρυνση δεν σημαίνει διάλυση, επειδή αυτή έχει ήδη συμβεί πριν από τον οριστικό χωρισμό, που είναι τυπικός. Σημαίνει ανάκτηση και τυπικά της αδάμαστης ελευθερίας.
 
Τον σύγχρονο γάμο αποφασίζει σχεδόν πάντα η γυναίκα και ο άνδρας συναινεί και, κατά κανόνα, ακολουθεί άλλοτε με προθυμία και άλλοτε με δισταγμό, εξ αιτίας των προκαταλήψεων που εξακολουθούν να επηρεάζουν μαζί με τις επιδράσεις και αντιδράσεις του περιβάλλοντός του, οικογενειακού και ευρύτερου.
 
Την τέλεση γάμου αποφασίζει ο άνδρας μόνο όταν δηλώσει η γυναίκα, με την οποία συνδέεται συναισθηματικά, ότι θα τον εγκαταλείψει. Τότε ενεργοποιείται και προτείνει τον γάμο ο άνδρας για να μη χάσει την ερωμένη του.
 
Η διαφορά ηλικίας παίζει σημαντικό ρόλο, σε αντίθεση με το παρελθόν, με τους γάμους ανδρών που ήταν μεγαλύτεροι, μια ή περισσότερες δεκαετίες από τη γυναίκα – σύζυγό τους, επειδή οι νοοτροπίες διαφέρουν μεταξύ των σημαντικά μεγαλύτερης ηλικίας και των μικρότερης και δεν είναι δυνατή ή εύκολη η συνεννόηση ενός άνδρα μέσης ηλικίας με μια νεαρή γυναίκα και αντίστροφα.
 
Στο παρελθόν ήταν δυνατός ο αταίριαστος γάμος μιας γυναίκας 14 έως και 17 ετών με ένα άνδρα ενήλικο ή μέσης ηλικίας. Σήμερα τέτοιος γάμος είναι αδιανόητος και αποτελεί ανωμαλία.
 
Στον σύγχρονο γάμο οι ηλικίες του άνδρα και της γυναίκας είναι ανάλογες και η ηλικιακή διαφορά τείνει στο μηδέν. Έτσι, είναι δυνατή η συνεννόηση μεταξύ τους και η αρμονική τους συνύπαρξη υπό τις προϋποθέσεις του προαναφέρθηκαν.
 
Ηλικιακές διαφορές μέχρι και μιας δεκαετίας περίπου δεν δημιουργούν προβλήματα. Μεγαλύτερες διαφορές καταλήγουν σύντομα σε διάλυση, κατά κανόνα επεισοδιακή, εξ αιτίας της αντίδρασης κυρίως του άνδρα που δεν θέλει να παραδεχτεί ότι η νεαρότερη γυναίκα τον εγκαταλείπει. Θίγεται ο εγωισμός και η αυτοπεποίθησή του εξ αιτίας της ανωριμότητας και των αδυναμιών του χαρακτήρα του.
 
Όταν συνδεθεί ένας άνδρας με μια γυναίκα, στο πλαίσιο γάμου ή άλλης ανάλογης σχέσης, η διάρκεια, η αρμονία της σχέσης και η ύπαρξη ομαλής κοινής ζωής και οργανωμένης οικογένειας, με την απόκτηση παιδιών ή και χωρίς αυτά, εξαρτάται από το αν τον πρώτο λόγο και τη “διοίκηση” έχει ο άνδρας ή η γυναίκα.
 
Αν διοικεί, αμέσως ή εμμέσως, και αποφασίζει στα σοβαρά ζητήματα η γυναίκα, η οικογένεια διατηρείται και ευτυχεί. Αν διοικεί ο άνδρας, η οικογένεια κατά κανόνα διαλύεται στα εξ ων συνετέθη και, αν συνδιοικούν μαζί ο άνδρας και η γυναίκα, δημιουργούνται συγκρούσεις και συνεχείς εντάσεις που καταλήγουν πολλές φορές στη γενική διάλυση.
 
Οι παραπάνω διαπιστώσεις είναι ασφαλείς και μπορεί να ελεγχθεί η αλήθειά τους από την πείρα μας με αφετηρία το οικογενειακό περιβάλλον εκάστου, με κύρια αναφορά στη λεγόμενη “πατρική οικογένεια”. Θα διαπιστωθεί πως πάντοτε, άμεσα ή έμμεσα, αποφάσιζε με σύνεση η μητέρα και πάντοτε ακολουθούσε ο πατέρας – σύζυγος, σε όλα τα σοβαρά αλλά και τα απλούστερα θέματα.
 
Συνεπώς, ο άνδρας, στον σύγχρονο γάμο και σε κάθε παρόμοια σχέση, οφείλει ν’ αναγνωρίζει τις γυναικείες ικανότητες, την ωριμότητα της γυναίκας, που κακώς χαρακτηρίστηκε σαν δήθεν “γυναικεία πονηριά”, τις δεξιότητες και τις αντοχές της και ανάλογα να προσαρμόζει τη συμπεριφορά του, συνεργαζόμενος με συμμόρφωση στις γυναικείες υποδείξεις (της γυναίκας - συντρόφου) στους περισσότερους τομείς της σύγχρονης ζωής. Οφείλει ακόμα ν’ αναγνωρίσει πως ο άνδρας και σε ώριμη ηλικία μπορεί να παραμείνει ανώριμος και επιπόλαιος, αν δεν συνεργαστεί με τη σύντροφό του στη ζωή και δεν παραδεχτεί τη σε πολλά, ίσως στα περισσότερα, υπεροχή της, με τη σκέψη ότι μόνο η γυναίκα μπορεί να γίνει άμεσα και όχι έμμεσα συνεργός στο έργο της Δημιουργίας με την κύηση (το θαύμα αυτό της ζωής) και μόνο η γυναίκα είναι σε θέση, κατά κανόνα, ν’ αναλάβει τους ρόλους και των δύο γονέων, σε αντίθεση με τον άνδρα, ο οποίος, κατ’ εξαίρεση, σε σπάνιες περιπτώσεις, όταν έχει καθοδηγηθεί από μητέρα με αρετές, μπορεί να αναπληρώσει τη μητέρα και να πλαισιώσει μόνος του το παιδί ή τα παιδιά μέχρι να μεγαλώσουν.
 
Χωρίς εγωισμούς, με σωφροσύνη, γνώση και σύνεση ο άνδρας και η γυναίκα στον σύγχρονοι γάμο συνδέονται, συνεργάζονται, αγωνίζονται και δημιουργούν για να γίνει η προσωπική τους ζωή καλύτερη, φωτεινή, παραδεισένια με προοπτική την αιωνιότητα
 
Ε. Παπαδάκης
 
Δείτε επίσης:
Your rating: None Average: 4.6 (45 votes)