Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2018


Οι ναρκομανείς, οι νόμοι και οι τροποποιήσεις τους

Οι ναρκομανείς, οι νόμοι για τα ναρκωτικά και οι τροποποιήσεις τους

Στη χώρα μας είναι οξύτατο το πρόβλημα της διάδοσης των ναρκωτικών και του πολλαπλασιασμού των χρηστών, πολλοί από τους οποίους είναι πλήρως εξαρτημένοι (άρρωστοι – τοξικομανείς).

 
Η βουλή, προσπαθώντας ν’ ανταποκριθεί στο αίτημα καταπολέμησης των ναρκωτικών με την απηνή καταδίωξη των “εμπόρων του θανάτου”, θέσπισε νόμους δρακόντειους, με διαδοχικές νομοθετήσεις.
 
Με τον νόμο 3459/2006 αριθμήθηκαν εκ νέου (κωδικοποιήθηκαν) όλες οι παλαιότερες νομοθετικές ρυθμίσεις.
 
Με τους νόμους για τα ναρκωτικά προβλέπονται ποινές εξοντωτικές, κυρίως για τους “εμπόρους”, με συνηθέστερη την ποινή της ισόβιας κάθειρξης που επιβάλλεται χωρίς φειδώ από τα δικαστήριά μας.
 
Εξ αιτίας της αυστηρότητας των ποινών και της δικαστηριακής πρακτικής να επιβάλλουν συστηματικά (τ’ αρμόδια εφετεία κακουργημάτων) επί δικαίων και αδίκων και κυρίως επί των κοινωνικά και φυλετικά αδύνατων (: των νέων, των οικονομικά ανίσχυρων, των κοινωνικά άσημων και των “λαθρομεταναστών”) ισόβια κάθειρξη, οι τιμές των απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών (μαλακών και σκληρών) έχουν εκτιναχθεί στα ύψη. Οι μόνοι που ευημερούν είναι οι ναρκέμποροι, που επιμελώς κρύβονται, ενώ τα θύματα των ναρκωτικών καταδιώκονται, χαρακτηρίζονται από τα δικαστήρια ως “έμποροι” και εξοντώνονται, αντί ν’ αποστέλλονται σε κατάλληλα θεραπευτήρια.
 
Σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα δικαστήρια της χώρας μας επιβάλλουν γιγαντιαίες ποινές κατά των κατηγορουμένων για ανάμειξη στη διακίνηση και το εμπόριο παράνομων ναρκωτικών ουσιών, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε εξατομίκευση της ποινής, ώστε αυτή ν’ αποτελέσει μέσο σωφρονισμού του παραβάτη και βελτίωσης και όχι μέτρο εκδίκησης και εξόντωσης.
 
Για παράδειγμα, ενώ το Εφετείο της Ρώμης επέβαλε ποινή πέντε ετών εις βάρος Ελλήνων που κατηγορήθηκαν για μεταφορά ναρκωτικών ουσιών (χασίς) εντός των ιταλικών χωρικών υδάτων, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών επέβαλε για την ίδια πράξη στους ίδιους κατηγορούμενους, λαμβάνοντας υπόψη και την καταδικαστική απόφαση του Εφετείου Ρώμης, την ποινή της ισόβιας κάθειρξης και, στη συνέχεια, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών περιόρισε την ποινή στα δώδεκα χρόνια (σχετικά ασχολήθηκε ο Άρειος Πάγος και με την υπ’ αριθμό 1/2011 απόφαση της Ολομέλειάς του, εφαρμόζοντας τη συνθήκη της Λισαβόνας, εξαφάνισε τη δεύτερη καταδικαστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών).
 
Υπάρχουν αναρίθμητα παραδείγματα καταδικών σε εξοντωτικές και απάνθρωπες ποινές ακόμη και αθώων (επειδή οι δικαστές δεν είναι θεοί και συνεπώς κάνουν και λάθη, όπως δήλωσε η πρόεδρος του Αρείου Πάγου), που αθωώθηκαν μετά από προσφυγή τους στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), όπως συνέβη στην περίπτωση του Κωνσταντίνου Πυργιωτάκη (ο οποίος είχε καταδικαστεί αμετάκλητα, παρά τις αθωωτικές προτάσεις των εισαγγελέων, και, εν τέλει, αθωώθηκε μετά από την έκδοση απόφασης του ΕΔΔΑ και αφού είχε παραμείνει στις φυλακές για τεσσερισήμισι χρόνια).
 
Μεταξύ των πολλών περιπτώσεων υπέρμετρων και άδικων ποινών (πέραν των καταδικών αθώων, με την ανάποδη εφαρμογή της θεμελιώδους δικονομικής αρχής και της αρχής του δικαίου, σύμφωνα με την οποία “σε περίπτωση αμφιβολίας, επιβάλλεται το δικαστήριο ν’ αθωώνει τον κατηγορούμενο”) εντάσσονται οι καταδίκες σε ισόβια κάθειρξη νεαρών, επειδή συγγενείς τους υπήρξαν ναρκομανείς και δεν θέλησαν να τους καταδώσουν, οι καταδίκες σε ισόβια ατόμων που δεν είχαν ασχοληθεί με ναρκωτικά για ολόκληρη τη ζωή τους και κάποτε παρανόμησαν, γύρω στα πενήντα χρόνια τους ή κοντά σε αυτά. Άλλες καταδίκες σε δεκάδες χρόνων κάθειρξης (καθώς και σε ποινές ισοβίων) ατόμων, στα χέρια ή στην κατοχή των οποίων δεν βρέθηκε ούτε ίχνος ναρκωτικής ουσίας, αλλά η διακίνηση ή εμπορία πιθανολογήθηκε από άλλα στοιχεία χωρίς να καταστεί αδιαμφισβήτητη.
 
Η καταδίκη σε ισόβια κάθειρξη άλλων αν και μπόρεσαν ν’ αποδείξουν πως ήταν επιτυχημένοι επιχειρηματίες και δεν ήταν λογικό να είχαν ανάμειξη με την εμπορία ναρκωτικών.
 
Οι περιπτώσεις τέτοιων καταδικών είναι πραγματικά αναρίθμητες. ‘Όμως, ούτε και με τις καταδίκες σε απάνθρωπες ποινές δικαίων και αδίκων, ένοχων και αθώων, μειώθηκε η εμπορία και η διακίνηση των ναρκωτικών και, όπως πρόσφατα σωστά παρατήρησε κάποιος από τους πολιτικούς της αριστεράς (ο Φώτης Κουβέλης), η συγκεκριμένη αυστηρή νομοθεσία δεν συνέβαλε στη βελτίωση της κατάστασης, ούτε στην ελάχιστη επίλυση του προβλήματος των ναρκωτικών.
 
Λόγω της αύξησης του αριθμού των τοξικομανών, της αύξησης των θανάτων από τα ναρκωτικά, της αύξησης της δίωξης για ναρκωτικά, της αύξησης των φυλακισμένων και των προφυλακισμένων για ναρκωτικά (στην Ελλάδα στατιστικά υπάρχουν οι περισσότεροι φυλακισμένοι και προφυλακισμένοι) και της αντίστοιχης μείωσης της αποτελεσματικότητας των μέτρων, ποινικών, σωφρονιστικών και θεραπευτικών, η απόφαση ν’ αποποινικοποιηθεί η χρήση των ναρκωτικών ή η δίωξή της σε βαθμό πταίσματος φαίνεται ως εξέλιξη θετική (αν συνδυαστεί και με άλλες μεταρρυθμίσεις και με την επιβαλλόμενη εκλογίκευση των ποινών).
 
Συνεπώς, οι με αφορισμούς και συνθήματα αντιδράσεις των περισσότερων πολιτικών κομμάτων και διάφορων αναρμόδιων και αρμόδιων δεν φανερώνει αληθινό ενδιαφέρον για την καταπολέμηση της διάδοσης και της εμπορίας των ναρκωτικών. Αποδίδονται στους καθαρά δημαγωγικούς σκοπούς, τους οποίους έχουμε συνηθίσει να υπομένουμε ελπίζοντας πως κάποτε η κατάσταση αυτή θ’ αλλάξει, όταν θ’ αλλάξει η νοοτροπία και το μορφωτικό επίπεδο της πλειονοψηφίας των πολιτών και όταν οι πολιτικοί μας θα πάψουν να δημαγωγούν και θα σκύψουν με ενδιαφέρον για την επίλυση των σοβαρών κοινωνικών προβλημάτων, ένα από τα πιο σοβαρό είναι το πρόβλημα των ναρκωτικών.
 
Ε. Παπαδάκης

 

Your rating: None Average: 4.6 (14 votes)