Πέμπτη 11 Ιουλίου 2019


Δίκες και αποφάσεις σκοπιμότητας

 
Σε κάθε ποινικό δικαστήριο η δίκη αποτελείται από μια διαδικασία με αρχή, μέση και τέλος, που εξελίσσεται βάσει συγκεκριμένων κανόνων, των λεγόμενων “δικονομικών κανόνων”, οι περισσότεροι από τους οποίους περιλαμβάνονται σε ειδικό βιβλίο, τον “Κώδικα Ποινικής Δικονομίας” (ΚΠΔ).
 
Τα ποινικά δικαστήρια δικάζουν εκείνους (τους δράστες - κατηγορούμενους), οι οποίοι εκτελούν πράξεις (τις εγκληματικές και αξιόποινες πράξεις) που απαγορεύονται από τους νόμους.
 
Οι περισσότερες απαγορευμένες πράξεις περιλαμβάνονται σε άλλο βιβλίο, τον “Ποινικό Κώδικα” (ΠΚ).
 
Λόγω της πολυνομίας, υπάρχουν και οι λεγόμενοι “ειδικοί ποινικοί νόμοι”, με τους οποίους ποινικοποιείται, δηλαδή τιμωρείται με ποινές, πλήθος συμπεριφορών.
 
Είναι πιθανό ακόμα και ο πιο προσεκτικός και νομοταγής πολίτης να συρθεί σε δίκη σαν κατηγορούμενος για την παράβαση κάποιου από τους ειδικούς ποινικούς νόμους.
 
Κάθε δικαστήριο οφείλει (έχει “υπηρεσιακή υποχρέωση”) να ελέγχει με προσοχή αν μια ή περισσότερες πράξεις ενός ή περισσότερων κατηγορουμένων, που προσάγονται ενώπιόν του, είναι απαγορευμένες από τον Ποινικό Κώδικα (ή από ειδικό ποινικό νόμο) καθώς και αν πρέπει ή δεν πρέπει, σύμφωνα με τον νόμο, να επιβληθεί ποινή, χρηματική ή στέρησης της ελευθερίας του κατηγορουμένου ή των περισσότερων κατηγορουμένων.
 
Σύμφωνα με την ποινική νομοθεσία, είναι δυνατό να επιβληθεί στον κατηγορούμενο, αντί για ποινή, “μέτρο ασφαλείας”, όπως, για παράδειγμα, όταν ο κατηγορούμενος είναι ακαταλόγιστος (ψυχοπαθής, ανοϊκός κλπ), οπότε, ενδεχομένως, διατάσσεται ο εγκλεισμός του σε κλινική για θεραπεία.
 
Οι κώδικες (Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και Ποινικός Κώδικας) ισχύουν για ν’ αποκλείεται η αυθαιρεσία, επειδή το δικαστήριο οφείλει να τηρεί με απόλυτη προσήλωση, συνέπεια και ευθύνη τους λεγόμενους δικονομικούς και ποινικούς κανόνες.
 
Έτσι, απαγορεύονται οι δίκες σκοπιμότητας και επιτρέπονται μόνο οι δίκες που διεξάγονται σύμφωνα με τους νόμους, διότι, διαφορετικά, οι κρίνοντες (οι δικαστές), εάν δεν εφαρμόζουν πιστά, αν δεν σέβονται κι αν παραμερίζουν τους νόμους είναι ανεπαρκείς και διαπράττουν σοβαρά παραπτώματα, όπως είναι το έγκλημα της κατάχρησης εξουσίας (που προβλέπει το άρθρο 239 του Ποινικού Κώδικα).
 
Αν και πολλές φορές τα δικαστήρια δεν τηρούν και παραβαίνουν αυτούς τους νόμους (με συχνότητα που τείνει να γίνει κανόνας), δεν επιβάλλονται κυρώσεις στους κριτές (δικαστές και εισαγγελείς). Έτσι, η χώρα μας καταδικάζεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (το ΕΔΔΑ) για τις συχνές παραβάσεις, με την επιβολή προστίμων και άλλων συνεπειών που θίγουν το κύρος του κράτους.
 
Οι περισσότερες από τις δίκες που έχουν διεξαχθεί ή διεξάγονται κάτω από ανελεύθερα, αυταρχικά, τυραννικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα δεν είναι δίκες νομιμότητας, αλλά δίκες άδικες, δίκες σκοπιμότητας.
 
Συνεπώς, πρέπει ν’ αποκλείονται οι δίκες σκοπιμότητας και να ελέγχονται όσοι υποστηρίζουν και διεξάγουν τέτοιες άνομες δίκες, παραβιάζοντας τους νόμους, με τους οποίους προστατεύονται τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και οι ανθρώπινες ελευθερίες (όπως είναι το δικαίωμα υπεράσπισης και η ελευθερία του λόγου).
 
Πολλές από τις δίκες στη χώρα μας είναι δίκες σκοπιμότητας. Δηλαδή πρόκειται για δίκες που δεν στηρίζονται στους νόμους αλλά σε υπολογισμούς και μεθοδεύσεις που προϋποθέτουν παραμερισμό των νόμων.
 
Χαρακτηριστικό παράδειγμα δίκης σκοπιμότητας, που δεν στηρίχτηκε στους νόμους, είναι εκείνη που διενεργήθηκε ενώπιον του πενταμελούς εφετείου Αθηνών, που καταδίκασε τον ανήλικο αλλοδαπό σαν να ήταν ενήλικος [νομικά επίλεκτα: “καταδίκη αλλοδαπού ανηλίκου σαν ενηλίκου”].
 
Συγκεκριμένα, όταν το δικαστήριο διαπίστωσε πως ο κατηγορούμενος αλλοδαπός, όταν δικάστηκε στον πρώτο βαθμό και καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης δέκα πέντε ετών ήταν ανήλικος, αντί να τον παραπέμψει σε δικαστήριο ανηλίκων, διορθώνοντας το σφάλμα, τον δίκασε σαν ενήλικο και του επέβαλε ποινή ίση με τον χρόνο που είχε παραμείνει άδικα στη φυλακή.
 
Ο αλλοδαπός είχε στερηθεί την ελευθερία του για διάστημα μεγαλύτερο από τέσσερα χρόνια και του επέβαλαν ποινή τεσσάρων ετών, τεσσάρων μηνών και είκοσι πέντε ημερών.
 
Έτσι, ο αλλοδαπός ελευθερώθηκε μετά από τόσα χρόνια άδικης φυλάκισης και το κράτος, με την επιβολή της ποινής, κάλυψε το σφάλμα της καταδίκης του ανηλίκου (και απέφυγε την υποχρέωση να τον αποζημιώσει για τα χρόνια της άδικης στέρησης της ελευθερίας του), διεξάγοντας δίκη σκοπιμότητας, στην οποία αντιστοιχεί και ποινή σκοπιμότητας.
 
Τέτοιες δίκες είναι συχνές και δεν προάγουν το αίσθημα δικαιοσύνης. Δεν είναι δυνατό να υποστηριχτεί πως μιμούνται τα δικαστήρια τον Σολομώντα, εκδίδοντας “σολομώντειες” αποφάσεις, επειδή, αντί τέτοιας μίμησης, οφείλουν οι δικαστές να τηρούν (να σέβονται) τους νόμους με αίσθημα επιείκειας και με ανθρωπιά, που τείνει να εκλείψει από την τραχιά κοινωνία μας.  
 
Πολλές είναι οι δίκες σκοπιμότητας, οι καταδίκες σκοπιμότητας και οι από σκοπιμότητα εξαπολυόμενες ποινικές διώξεις και προφυλακίσεις, κυρίως των αδύνατων, των ασθενών, των γενόμενων στόχων από τα ΜΜΕ, των νέων αλλά και αντιπάλων των ισχυρών (παραδείγματα: Η προφυλάκιση όλων των μελών της οικογένειας κατηγορουμένου στην υπόθεση “Siemens”, η προφυλάκιση του ηγουμένου Εφραίμ και η διατήρησή της για να ικανοποιηθεί ο διάχυτος αντικληρικαλισμός, η καταδίκη σε ισόβια κάθειρξη άσχετου αδελφού τοξικομανούς, για να υποχρεωθεί σε παράδοση ο τοξικομανής, η προφυλάκιση ετοιμόγεννης με το πρόσχημα της συμμετοχής της σε ανύπαρκτη εγκληματική οργάνωση, η διατήρηση της φυλάκισης στρατιωτικού ηλικίας 91 ετών, με το πρόσχημα ότι δεν μετάνιωσε και δεν σωφρονίστηκε ακόμα, μετά από 40 χρόνια στέρησης της ελευθερίας του, και άλλα αναρίθμητα αντίστοιχα παραδείγματα δικαστικής απανθρωπιάς).
 
Από σκοπιμότητα, δεν καταδικάζονται αποδεδειγμένα ένοχοι, όπως οι εμπρηστές των πόλεων κουκουλοφόροι, τα μέλη ακραίων πολιτικών οργανώσεων για τις βεβηλώσεις μνημείων, οι οργανωμένοι βάνδαλοι που καταστρέφουν δημόσια περιουσία, οι κομματικοί εγκάθετοι, οι υποστηριχτές τοκογλύφων νομικοί και άλλοι με ανάλογες κατηγορίες παραβατών.
 
Άλλοι, πάλι από σκοπιμότητα, δεν διώκονται, όπως οι πολιτικοί απατεώνες, οι καταχραστές του δημοσίου χρήματος, όταν μέρος από αυτό εισρέει σε κομματικά ταμεία, οι πάμπλουτοι φεουδάρχες και οι ίδιοι οι κριτές καθώς και οι συγγενείς τους.
 
Συνεπώς, διαπιστώνουμε την ύπαρξη δικών σκοπιμότητας που καταλήγουν είτε σε άδικη καταδίκη, είτε σε άδικη αθώωση.
 
Διαπιστώνουμε την ύπαρξη διώξεων από σκοπιμότητα και αποχής από διώξεις για τον ίδιο λόγο. Σε αυτές τις περιπτώσεις σημειώνεται περιφρόνηση του νόμου, κατάχρηση εξουσίας και έλλειμμα σοβαρό ήθους και ηθικής που μεγαλώνει επικίνδυνα και μπορεί να καταλήξει στην υποχώρηση των θεμελίων της κοινωνίας μας που ήδη σείονται εξ αιτίας της κρίσης των θεσμών και της απώλειας εθνικού προσανατολισμού…
 
Ε. Παπαδάκης
Your rating: None Average: 4.9 (22 votes)