Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2018


Επανάληψη της διαδικασίας και ποινική δίκαιη δίκη

 Tο άρθρο 525 του Κ.Π.Δ. σε αντίθεση με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και η νομολογία

 
Η επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που προβλέπεται από το άρθρο 525 του Κ.Π.Δ. θεωρείται έκτακτη ποινική διαδικασία με σκοπό τη διόρθωση των σφαλμάτων της αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης, που αφορούν τον καταδικασθέντα ή το δικαστήριο.
 
Με την έκτακτη διαδικασία (του άρθρου 525 του Κ.Π.Δ.) επαναλαμβάνεται η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, στις εξής περιπτώσεις:
 
       (1) αν δύο άνθρωποι καταδικάστηκαν για την ίδια πράξη με δύο διαφορετικές αποφάσεις και γίνεται αδιαμφισβήτητα φανερό από τη σύγκρισή τους ότι ένας από τους δύο είναι αθώος,
 
       (2) αν, ύστερα από την καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα -άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν- γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε,
  
       (3) αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια, τα οποία είχαν προσαχθεί ή ληφθεί υπόψη στην ακροαματική διαδικασία, ή δωροληψία ή άλλη από πρόθεση παράβαση καθήκοντος του δικαστή ή του ενόρκου που μετείχε στο δικαστήριο, το οποίο αποφάσισε την καταδίκη. Οι αξιόποινες πράξεις πρέπει ν' αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, εκτός αν δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη,
 
       (4) αν, μετά την επελθούσα αμετάκλητη καταδίκη, αποδείχτηκε ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα, και
 
       (5) αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε (άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ και άρθρο 47§2 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ερωπαϊκής Ένωσης). Ειδικά με αυτήν την περίπτωση γίνεται λόγος στο τέλος της παρούσης σύντομης ανάλυσης.
     
H απαρίθμηση των περιπτώσεων δικαιολόγησης της επανάληψης της διαδικασίας είναι περιοριστική, επειδή, όπως υποστηρίζεται, αυτό υπαγορεύει η χάρη της ασαφούς έννοιας της “ασφάλειας του δικαίου” διατήρηση της ισχύος του δεδικασμένου.
 
Πρόκειται για εκδοχή ανεπιεική και απάνθρωπη, η οποία υποστηρίζεται από τους οπαδούς της θεοποίησης της κρατικής ισχύος και τους πολέμιους των αρχών του ανθρωπισμού, του πολιτισμού και των ανθρώπινων δικαιωμάτων καθώς και από εκείνους που υποστηρίζουν την επικράτηση του ισχυρού πάνω στον αδύναμο και της μάζας πάνω στη μονάδα.
 
Κατά τη σύγχρονη άποψη, που συμβαδίζει με την εποχή μας της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, δεν επιτρέπεται η όποια “ασφάλεια του δικαίου” να προκρίνεται της αθωότητας και της ελευθερίας και του τελευταίου πολίτη (με δεδομένες τις ισχύουσες στην πράξη αντισυνταγματικές κοινωνικές διαβαθμίσεις των πολιτών σε τάξεις πατρίκιων και πληβίων, δυνατών και αδυνάτων, ανάλογα με τις δυνάμεις εκάστου, κυρίως τις οικονομικές και πολιτικές, όπως τούτο διατυπώνεται και στις δικαστικές αποφάσεις ή, τουλάχιστον, στις περισσότερες), που εμπλέκεται στους μηχανισμούς δίωξης του σύγχρονου ολοκληρωτικού κράτους, το οποίο εμφανίζεται υπό τον διάτριτο μανδύα της δήθεν “δημοκρατικής πολιτείας”, τους θεσμούς της οποίας ουδείς διδάσκεται και ουδείς σέβεται, αποστρέφεται δε μετα βδεληγμίας ο κρατικός μηχανισμός και τα όργανά του (που στελεχώνουν και μετατρέπουν τις διακριτές λειτουργίες του κράτους σε εξουσίες), σε κάθε “ευκαιρία” και σε κάθε περίπτωση. Η ασφάλεια δικαίου προκρίνεται και πρέπει να γίνεται σεβαστή μόνο με την έκδοση ορθών και δίκαιων αποφάσεων, δυνάμει δίκαιης (ήρεμης και άνετης) ποινικής διαδικασίας που σέβεται όλα τα δικαιώματα και όχι μόνο τα στοιχειώδη του κατηγορουμένου καθώς και τις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου μεταξύ των οποίων προεξέχουσα θέση πρέπει να καταλαμβάνουν η αρχή της επιείκειας, της εν αμφιβολία απαλλαγής και όχι καταδίκης του κατηγορουμένου (in dubio pro reo), της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας μεταξύ πράξης του δράστη – κατηγορουμένου και της επιβαλλόμενης (και σωφρονιζούσης) ποινής, της μη μετατροπής του κατηγορουμένου από υποκειμένου σε αντικείμενο για λόγους γενικοπροληπτικούς, του σεβασμού του δικαιώματος σιωπής και μη αυτενοχοποίησης του κατηγορουμένου (nemo tenetur), του απόλυτου σεβασμού της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου (προ, κατά τη διάρκεια και μετά τη δίκη), του τεκμηρίου αθωότητας, της απαγόρευσης εμφάνισης, όρκισης και εξέτασης ανεπιτήδειων μαρτύρων, τους οποίους διορίζει σωρηδόν και καθιστά “μάρτυρες” ο κρατικός διωκτικός μηχανισμός, και οι συναφείς αρχές που έχουν προσλάβει υπερσυνταγματική ισχύ με την υποχρέωση πλήρους εφαρμογής του ΧΘΔΕΕ από 01.12.2009 (με βάση τους διακηρυγμένους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εδράζονται επί του τριπτύχου: Ειρήνη, Ευημερία και Αξίες της Ένωσης και καλύπτουν, ως βασικούς άξονες, μεταξύ των άλλων, τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης).
   
Οι λόγοι επανάληψης της διαδικασίας διαφοροποιούνται ως προς τις προϋποθέσεις, το ρυθμιστικό πεδίο και τη σημασία τους και διακρίνονται σε απόλυτους και σχετικούς.
 
Ως απόλυτοι ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 525 οι περιπτώσεις 1, 3 και 4, ενώ ως σχετικός λόγος θεωρείται η περίπτωση 2 του ιδίου άρθρου, που αναφέρεται στην αποκάλυψη νέων γεγονότων ή αποδείξεων. Στους απόλυτους λόγους κατατάσσονται και οι νέοι λόγοι επανάληψης του στοιχείου 5 του άρθρου 525 § 1 και του άρθρου 525Α του Κ.Π.Δ.
   
Σύμφωνα με τη γραμματική διατύπωση του νόμου, δεν τίθεται κανένας περιορισμός της επανάληψης της διαδικασίας σχετικά με τον έλεγχο των ουσιαστικών προϋποθέσεων της καταδίκης. Για αυτό θεμελιώνεται η επανάληψη της διαδικασίας και όταν ο σχετικός λόγος δεν αναφέρεται ευθέως στην ουσιαστική καταδίκη, αλλά στην αξιοποίηση των αποδείξεων, που αποτέλεσαν βάση της καταδικαστικής τελεσίδικης απόφασης.
 
1. Καταδίκη με διαφορετικές αποφάσεις δύο κατηγορουμένων για την ίδια πράξη.
 
Προϋποθέσεις για την εφαρμογή της περίπτωσης 1 του άρθρου 525 § 1 του Κ.Π.Δ. τίθενται:
 
       (α΄) η ύπαρξη καταδίκης δύο ή περισσότερων προσώπων για την ίδια πράξη,
 
       (β΄) η ύπαρξη διαφορετικών αμετάκλητων αποφάσεων και
 
       (γ΄) η διαπίστωση του ασυμβίβαστου των αμετάκλητων αποφάσεων.
   
Η πράξη για την οποία καταδικάσθηκαν δύο ή περισσότεροι άνθρωποι με τις δύο ή περισσότερες αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις οφείλει να είναι η αυτή, νοούμενη ως idem factum και όχι ως idem crimen, επειδή η ταυτότητα της πράξης αναφέρεται στο ιστορικό γεγονός και όχι στον νομικό χαρακτηρισμό.
 
Μόνη η μεταβολή του nominis juris του εγκλήματος, χωρίς αντίστοιχη μεταβολή πραγματικού γεγονότος, δεν διαφοροποιεί την αξιόποινη πράξη, αφού τα πληρούντα τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος στοιχεία παραμένουν τα ίδια. Ως ταυτότητα πράξης νοείται η ταυτότητα των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή των ιδίων κατά τον χρόνο και τον τόπο τέλεσης ιστορικών γεγονότων, που συγκροτούν κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία της την κατηγορία, ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτηρισμό που τους προσέδωσαν τα δικαστήρια κατά την έκδοση των διαφορετικών αποφάσεων.
   
Η αξιούμενη στο πλαίσιο του άρθρου 525 § 1 Κ.Π.Δ. αμετάκλητη απόφαση καλύπτει την απαίτηση του νόμου, τόσο στην περίπτωση κατά την οποία είναι αμετάκλητη ως προς αυτόν μόνον που αιτείται την επανάληψη της διαδικασίας (σχετικό δεδικασμένο), όσο και στην περίπτωση κατά την οποία είναι αμετάκλητη ως τμήμα του διατακτικού της (μερικό δεδικασμένο). Η τυχόν απαίτηση ύπαρξης απολύτως αμετάκλητης απόφασης θα αντιστρατευόταν τόσο τον σκοπό της επανάληψης της διαδικασίας όσο και τον χαρακτήρα ως δικονομικού μηχανισμού επανόρθωσης του πλήθους των δικαστικών πλανών, προς ενεργοποίηση του οποίου αρκεί να καθίσταται φανερή η αδικία που υπέστη ο καταδικασθείς.
 
2. Αποκάλυψη νέων γεγονότων ή αποδείξεων.
 
 Ως γεγονότα ορίζονται τα αμέσως ή εμμέσως εμπειρικώς αντιληπτά, συγκεκριμένα και επιδεικτικά απόδειξης περιστατικά ή συμβάντα του παρόντος ή του παρελθόντος. Ως αποδείξεις νοούνται τα πραγματικά στοιχεία και, ειδικότερα, τα συγκεκριμένα κατά το περιεχόμενό τους αποδεικτικά μέσα, βάσει των οποίων καθίσταται δυνατός ο σχηματισμός γνώσης εκ μέρους του αμερόληπτου και πεπειραμένου δικαστή αναφορικά με την αλήθεια των κρίσιμων για την υπόθεση πραγματικών γεγονότων.
 
Ως νέα γεγονότα ή αποδείξεις κρίνονται εκείνα τα πραγματικά στοιχεία που δεν υποβλήθηκαν στο καταδικάσαν δικαστήριο, ασχέτως αν αυτά δημιουργήθηκαν μεταγενέστερα ή προϋπήρχαν της καταδίκης. Δεδομένου πως ως νέο πραγματικό στοιχείο χαρακτηρίζεται κάθε στοιχείο που δεν υποβλήθηκε μέχρι την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας ώστε να καταστεί προσιτό στους καταδικάσαντες δικαστές, η αξιούμενη σχετική έρευνα διενεργείται αποκλειστικά υπό το πρίσμα του συνόλου των μελών του καταδικάσαντος δικαστηρίου, χωρίς να ενδιαφέρει αν το μη τεθέν υπόψη του δικαστηρίου πραγματικό στοιχείο ήταν γνωστό στον κατηγορούμενο ή στους υπόλοιπους παράγοντες της δίκης. Επομένως, ως νέα γεγονότα ή αποδείξεις χαρακτηρίζονται όχι μόνο τα μη υποβληθέντα στην κρίση του καταδικάσαντος δικαστηρίου αλλά και όσα εν τέλει δεν κατέστησαν πραγματικά αντικείμενο εκτίμησης και αξιολόγησης εκ μέρους του κρίναντος δικαστή κατά τον σχηματισμό της λεγόμενης “δικανικής πεποίθησης”.
 
Ως άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται, κατά την αληθή έννοια του άρθρου 525 § 1 αριθ. 2 Κ.Π.Δ., εκείνα τα πραγματικά στοιχεία που δεν έγιναν από το δικαστήριο πραγματικώς αντιληπτά είτε καθ’ εαυτά είτε κατά το πραγματικό περιεχόμενό τους και τούτο δεν είναι σπάνιο λαμβανόμενων υπ' όψει των εφαρμοζόμενων συνοπτικών διαδικασιών, δια των οποίων ολοκληρώνονται και οι πλέον πολύπλοκες δίκες, κατ' ακολουθία των οποίων πλειστάκις επιβάλλονται απίστευτης αυστηρότητας, σκληρότητας και απανθρωπιάς ποινές. Τούτο οφείλεται και στην κατά κανόνα έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των παραγόντων της δίκης εισαγγελέων, δικαστών και δικηγόρων, η οποία επιδρά δυσμενώς στην τύχη και την ποινική μεταχείριση των πολιτών κυρίως των νέων, των οικονομικά και κοινωνικά ανίσχυρων και των αλλοδαπών (μεταναστών ή των καλούμενων λαθρομεταναστών) ως προς τους οποίους εφαρμόζεται ο κανόνας “εν αμφιβολία κατά του κατηγορουμένου”.
    
Ερευνηθέντα και απορριφθέντα, έστω και κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση, αποδεικτικά στοιχεία δεν στοιχειοθετούν λόγο επανάληψης της διαδικασίας, ενώ θα έπρεπε να στοιχειοθετούν σημαντικότατο λόγο επανάληψης, επειδή η εσφαλμένη δικαστική εκτίμηση δεν επιτρέπεται να καταλήγει στην καταδίκη του καταδιωκόμενου αθώου πολίτη για οποιοδήποτε λόγο και οποιαδήποτε ασφάλεια ή ανασφάλεια δικαίου και δεν συνάδει προς τη βασική αρχή συνταγματικής περιοπής περί της αξίας (αξιοπρέπειας) του ανθρώπου.
 
3. Ψεύδος ή πλαστότητα στοιχείων, δωροληψία ή παράβαση καθήκοντος.
 
Α. Ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή γνωμοδοτήσεων πραγματογνωμόνων.
 
Ψευδές είναι το αποδεικτικό μέσο, του οποίου το περιεχόμενο είναι αντίθετο προς την πραγματικότητα.    
 
Ως κατάθεση νοείται κάθε ανακοίνωση, στην οποία προβαίνει ο εξεταζόμενος, εκθέτοντας τη γνώση του επί ορισμένων πραγματικών περιστατικών. Η ανακοίνωση μπορεί να είναι προφορική, γραπτή ή και κωδικοποιημένη, στην περίπτωση της ειδικής γλωσσικής επικοινωνίας με κωφάλαλους. Ως γνωμοδότηση νοείται η έκθεση της πραγματογνωμοσύνης, στην οποία ο έχων τις ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης εισφέρει πορίσματα του γνωστικού αντικειμένου του ή διαγιγνώσκει συγκεκριμένα γεγονότα ή στοιχεία ή αξιολογεί αυτά.
 
Δεν χωρεί επανάληψη της διαδικασίας, εάν η πράξη της ψευδούς κατάθεσης ή γνωμοδότησης ήταν γνωστή κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, επειδή για την ευδοκίμηση της αίτησης επανάληψης απαιτείται η ψευδής κατάθεση ή γνωμοδότηση να είχε ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του αιτούντος. Εάν συνεπώς η ψευδότητα ήταν γνωστή και δεν λήφθηκε υπόψη ή αποκλείεται εξ αρχής να επηρέασε το δικαστήριο, τότε δεν τίθεται ζήτημα δικαστικής πλάνης. Άλλωστε η τάση είναι ν' απορρίπτονται οι αιτήσεις επανάληψης της διαδικασίας, επειδή θεωρείται από την πλειονοψηφία των σύγχρονων κριτών πως δήθεν αμφισβητείται η αυθεντία των κρίσεών τους με την απονομή ουσιαστικής δικαιοσύνης, αντί της τυπικής, δια της οποίας φαίνεται να “ειρηνεύει” η κοινωνία και να αδικείται ο αδύναμος πολίτης, ο νέος, ο οικονομικά ανίσχυρος και ο ξένος (μετανάστασης ή, κατά τη σύγχρονη, προοδευτική ορολογία, ο λαθρομετανάστης), χωρίς, βέβαια, εξ αυτής της αδικίας να θίγονται (τουλάχιστον εμφανώς) τα συμφέροντα οποιουδήποτε και, ειδικά, τα συμφέροντα των ισχυρών και των κρατούντων.
 
Β. Πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια.
 
Τα πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια πρέπει να είναι είτε μη γνήσια, είτε νοθευμένα, είτε προϊόντα ψευδούς βεβαίωσης ή υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης. Τα μη γνήσια ή νοθευμένα ή αναληθή έγγραφα πρέπει να έχουν προσαχθεί με επίκληση στην ακροαματική διαδικασία ως αληθή και να έχουν αναγνωστεί και εκτιμηθεί κατά τους όρους του άρθρου 364 Κ.Π.Δ. Διαφορετικά ο σχετικός λόγος επανάληψης της διαδικασίας απορρίπτεται ως απαράδεκτος, χωρίς να ερευνάται αν τα αναφερόμενα έγγραφα θα είχαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του αιτούντος. Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί να έγινε επίκληση αυτών αποκλειστικά στην προδικασία, ούτε να έχουν προταθεί απλώς από κάποιον διάδικο στο ακροατήριο, χωρίς ν' αναγνωστούν και αξιοποιηθούν για την έκδοση απόφασης. Απαιτείται να προκύπτει, ότι τα εν λόγω έγγραφα προσήχθησαν και αξιοποιήθηκαν στην ακροαματική διαδικασία σε βάρος του καταδικασθέντος, επειδή η κυρίαρχη τάση είναι ν' απορρίπτονται εξ υπαρχής οι αιτήσεις επανάληψης της διαδικασίας.
 
Γ. Δωροληψία ή άλλη από πρόθεση παράβαση καθήκοντος δικαστή ή ενόρκου.
 
Ως δωροληψία ή άλλη από πρόθεση παράβαση καθήκοντος δικαστή ή ενόρκου νοούνται τα εγκλήματα της δωροδοκίας δικαστή (άρθρο 237 § 1 Π.Κ.), της παραβίασης δικαστικού απορρήτου (άρθρο 251 Π.Κ.), της αποσιώπησης λόγου εξαίρεσης (άρθρο 254 Π.Κ.) και της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ.).
 
Ο περιορισμένος αυτός κατάλογος των εγκλημάτων, που κατά τον νομοθέτη θεμελιώνουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας, αποτυπώνει τον εξαιρετικό χαρακτήρα της διάταξης αυτής του Κ.Π.Δ. και τη με δυσμένεια αντιμετώπισή του από τους αρμόδιους.
 
Δεν λείπουν και οι απόψεις, που υποστηρίζουν ορθώς, ότι η συγκεκριμένη υποπερίπτωση του άρθρου 525 § 1 αρ. 3 Κ.Π.Δ. καθίσταται άνευ σημασίας, διότι οι συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις δεν φτάνουν σχεδόν ποτέ στα εκθέματα των ποινικών δικαστηρίων.
 
Επισημαίνεται, επίσης, ότι, καθώς η αξίωση αμεροληψίας και αντικειμενικότητας της δημόσιας υπηρεσίας αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα στην περίπτωση των δικαστικών λειτουργών, η παροχή της δυνατότητας θεμελίωσης της επανάληψης διαδικασίας με τις συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις φαίνεται να προωθεί παράλληλα και την ίδια την δικαιοκρατική εικόνα του ποινικού συστήματος. Πρόκειται περί ερμηνευτικής αστοχίας και ερμηνευτικού προσχήματος, επειδή τίποτα δεν προωθεί τη “δικαιοκρατική εικόνα” του ποινικού συστήματος εκτός από τον πλήρη αποκλεισμό της εξακολουθητικώς παρατηρούμενης καταδίκης αθώων και αδύναμων πολιτών, κυρίως νέων, άπορων και ξένων (μεταναστών χωρίς “χαρτιά”) με τις τηρούμενες άκρως συνοπτικές ποινικές διαδικασίες κυρίως από τα ανώτερα ποινικά δικαστήρια (τα ποινικά εφετεία), στις καταδικαστικές αποφάσεις των οποίων σημειώνονται συχνά πλήρως θεμελιωμένες απαλλακτικές μειονοψηφίες (ώστε είναι δυνατό να γίνει λόγος περί παρατηρούμενης σχετικής προόδου, ενστάλαξης λίγων σταγόνων δροσιάς στο ζόφο των καταδικαστικών αποφάσεων, όπως θα επεσήμαινε παλαιός και αληθινός ποινικολόγος).
 
4. Η ύπαρξη αντίθετης αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης ή βουλεύματος.
 
Η διαπίστωση της ύπαρξης αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης ή βουλεύματος, που αντιφάσκει στην αμετάκλητη καταδίκη του ιδίου προσώπου για την ίδια πράξη, συνιστά μια ισχυρή απόδειξη της ύπαρξης πραγματικού σφάλματος στη μία από τις δύο συγκρινόμενες αποφάσεις.
 
Απαιτείται ως προϋπόθεση ύπαρξης αντιφατικών αποφάσεων και, ειδικότερα, επίκλησης ορισμένης αμετάκλητης αθωωτικής δικαιοδοτικής κρίσης (απόφασης ή βουλεύματος), η οποία ν' αντιπαρατίθεται στην αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση που προσβάλλεται με την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας. Εάν, συνεπώς, η μεταγενέστερη κρίση αφορά και πάλι καταδίκη του ιδίου προσώπου για την πράξη, για την οποία είχε καταδικασθεί προηγουμένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 525 § 1 αριθ. 4 Κ.Π.Δ. και, επομένως, δεν χωρεί επανάληψη της διαδικασίας.
 
Προαπαιτούμενο για τη δυνατότητα επίκλησης μιας αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης, η έκδοση της οποίας προηγήθηκε της αμετάκλητης καταδίκης του ίδιου του αιτούντος, συνιστά η διαπίστωση ότι η ύπαρξη του αθωωτικού δεδικασμένου ήταν άγνωστη τόσο στο δικαστήριο, που θα μπορούσε διαφορετικά να το λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη, όσο και στον καταδικασθέντα, που θα ήταν σε θέση να το προβάλει στη δίκη που κατέληξε στην καταδίκη του ή, επί ερημοδικίας του, ενώπιον του αναιρετικού δικαστηρίου.
 
Εν κατακλείδι, αμφότερες οι υπό σύγκρουση αποφάσεις καταδικαστική και αθωωτική οφείλουν να είναι αμετάκλητες, δηλαδή να μην επιτρέπεται εναντίον τους η άσκηση ενδίκου μέσου ή το επιτρεπόμενο ένδικο μέσο να μην ασκήθηκε μέσα στη νόμιμη προθεσμία ή ν' ασκήθηκε εμπρόθεσμα και ν’ απορρίφθηκε. Αίτηση υποβαλλόμενη, ενόσω διαρκεί η προθεσμία για άσκηση των προβλεπόμενων από τον νόμο ενδίκων μέσων θεωρείται απαράδεκτη και, συνεπώς, ο διαθέτων αθωωτική απόφαση, εάν είναι φυλακισμένος, θα παραμείνει για απροσδιόριστο χρόνο, ίσως και μέχρι της έκτισης της ποινής του, στη φυλακή, περιμένοντας, με υπομονή και όσο χρειαστεί, να καταστή αμετάκλητη η αθωωτική απόφαση (και όταν αθωωθεί θα υποβάλλει αίτηση αποζημίωσης για να λάβει, αν λάβει, κατ' ανώτατο όριο το ποσό 29 € ανά ημέρα άδικης στέρησης της ελευθερίας του).
 
5. Παραβίαση δικαιώματος που αφορά τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε.
 
Στην έννοια του δικαιώματος που αφορά τον δίκαιο χαρακτήρα της τηρηθείσης διαδικασίας υπάγονται όλα τα δικαιώματα και ελευθερίες του τίτλου Ι της ΕΣΔΑ (άρθρα 2-18 ) και όσα δικαιώματα καθιερώνονται με πρόσθετα πρωτόκολλα που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα και κυρίως τα θεμελιώδη δικαιώματα, που προβλέπονται από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ισχύει από 011.012.2009 μαζί με τη Συνθήκη της Λισαβόνας.
 
Σύμφωνα με το άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ, “κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, νομίμως λειτουργούν, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως”.
 
Από τη διατύπωση αυτή προκύπτει το γενικό δικαίωμα για δίκαιη δίκη και τα επί μέρους δικαιώματα του κατηγορουμένου.
 
Ως δίκαιη δίκη ορίζεται εκείνη που διεξάγεται με την ουσιαστική τήρηση όλων των δικαιωμάτων των διαδίκων καθώς και των υποχρεώσεων των οργάνων απονομής ποινικής δικαιοσύνης, επιδιώκοντας συγχρόνως την πληρέστερη διαμόρφωση ή και τη διεύρυνση του υφισταμένου νομοθετικού πλέγματος αποτελεσματικής υπεράσπισης των διαδίκων και διασφάλισης της ακεραιότητας της διαδικασίας.
 
Οι ειδικότερες καταδικαστικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) σε βάρος της χώρας μας, κατ' ακολουθία των οποίων θεμελιώθηκε ο σχετικος λόγος επανάληψης της διαδικασίας, κατ’ άρθρο 525 § 1 αριθ. 5 Κ.Π.Δ., συνθέτουν τρεις επί μέρους κατηγορίες περιπτώσεων παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος που αφορά τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας:
 
        (α΄) η πρώτη αναφέρεται στην παραβίαση δικαιώματος παροχής επαρκούς χρόνου και αναγκαίων ευκολιών στον κατηγορούμενο χάριν προετοιμασίας της υπεράσπισής του,
 
        (β΄) η δεύτερη περιλαμβάνει τις περιπτώσεις παραβίασης του δικαιώματος κλήτευσης και εξέτασης μαρτύρων και
 
        (γ΄) η τρίτη περικλείει τις περιπτώσεις παραβίασης του δικαιώματος σε εύλογο χρόνο (λογική προθεσία – λογική διάρκεια) διεξαγωγής της δίκης.   
 
Από τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ απορρέει μόνη η υποχρέωση επίτευξης αποτελέσματος για το κράτος - παραβάτη καθώς η επιλογή των κατάλληλων μέσων προς τούτο απόκειται κατ' αρχήν στο τελευταίο. Επομένως, για τη διόρθωση τυχόν σφαλμάτων, το Δικαστήριο του Στρασβούργου δεν αναπτύσσει ακυρωτικό αποτέλεσμα σε σχέση με την απόφαση του ημεδαπού δικαστηρίου αλλ' απαιτείται προς τούτο η ανάληψη ενδίκων μέσων υπό το εσωτερικό δίκαιο.
 
Υποστηρίζεται πως έχει ήδη εκδηλωθεί μια “ιμπεριαλιστική” πολιτική του ΕΔΔΑ, με αποφάσεις που επεξέτειναν το ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ σε τομείς, όπως οι παροχές κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικής πρόνοιας, παρά τον γραμματικό περιορισμό της διάταξης στις αστικές και ποινικές διαφορές.
    
Η διάταξη του Κ.Π.Δ. περί επανάληψης της ποινικής διαδικασίας, λόγω έκδοσης απόφασης του ΕΔΔΑ, δεν εφαρμόζεται αναλογικά επί αποφάσεως άλλων διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων, όπως η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, ενώ θα έπρεπε να εφαρμόζεται, εάν θα ήθελε η ελληνική κοινωνία να ανήκει στις κοινωνίες που έχουν εισέλθει στον 21ο αιώνα και δεν βρίσκονται ακόμη στον Μεσαίωνα και στην παρακμή, κατάσταση την οποία απολαμβάνουν τα όργανα του παρακμασμένου νεοελληνικού κράτους, χωρίς ν' αντιδρά η κοινωνία των πολιτών, ελλείψει ενδιαφέροντος καθώς και ενημέρωσης, επειδή περί άλλα τυρβάζει και ασχολείται.
 
Σχετικά πρέπει να τονιστεί πως για να εφαρμόζουν τα ελληνικά δικαστήρια τη συνθήκη της Λισαβόνας, που ισχύει από 01.12.2009 στην Ελλάδα όπως και σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, χρειάστηκε να εκδοθεί απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου μετά από 1,2 έτηαπό την ισχύ της συνθήκης αυτής (ΟλΑΠ 1/2011) για ν' αποδεχτούν τα δικαστήρια την εφαρμογή της, επειδή μέχρι την έκδοση αυτής της απόφασης η συνθήκη της Λισαβόνας δεν γινόταν αποδεκτή (σα να μην υπήρχε). Αποτέλεσμα ήταν, ότι τα δικαστήρια ανέβαλαν με διάφορα προσχήματα την εκδίκαση των υποθέσεων προκειμένου να εκδοθεί πρώτα η απόφαση της Ολομέλειας και μετά ν’ αποφασίσουν σύμφωνα με αυτήν. Έτσι, πολλές υποθέσεις καθυστέρησαν και καθυστερούν για υπέρμετρο χρονικό διάστημα και πολλοί κατηγορούμενοι, που θα έπρεπε ν’ απαλλαγούν, εξακολουθούν να βρίσκονται σε κατάσταση ομηρίας, δηλαδή σε μακρόχρονη – υπέρμετρη υποδικία κατά παράβαση ειδικά και του προαναφερόμενου άρθρου 6§1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που, παρά τις αντίθετες εκδοχές, έχει άμεση σχέση με τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας και της απόφασης.
 
ΟΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ.
 
1. Η ύπαρξη αμετάκλητης απόφασης.
 
Σύμφωνα με το άρθρο 546 § 2 Κ.Π.Δ., αμετάκλητη είναι η απόφαση κατά της οποίας δεν επιτρέπεται η άσκηση ενδίκου μέσου ή το επιτρεπόμενο ένδικο μέσο δεν ασκήθηκε μέσα στη νόμιμη προθεσμία ή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και απορρίφθηκε.
 
2. Η ύπαρξη καταδικαστικής απόφασης κατ’ άρθρο 525 Κ.Π.Δ. για πλημμέλημα ή κακούργημα.
 
Ως καταδικαστική θεωρείται η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, η οποία κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο για ορισμένη αξιόποινη πράξη και του επιβάλλει για αυτή ορισμένη ποινή.
 
3. Η ύπαρξη απόφασης για πλημμέλημα ή κακούργημα.
 
Η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται παραδεκτά υπέρ του κατηγορηθέντος, εφ' όσον η προσβαλλόμενη αμετάκλητη κρίση αφορά αποκλειστικά σε κακούργημα ή πλημμέλημα.
 
Η ΥΠΟΒΟΛΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΔΙΚΑΙΟΥΜΕΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ
    
Σύμφωνα με το άρθρο 527 § 1 Κ.Π.Δ., η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή τον σύζυγό του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και τον δεύτερο βαθμό ή από τον συνήγορό του ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε. Η αίτηση αυτή μπορεί να υποβληθεί και μετά τον θάνατο του καταδικασμένου ή έπειτα από την έκτιση ή την παραγραφή της ποινής που του επιβλήθηκε.
 
Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 525, 527 και 528 Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι προϋπόθεση για την παραδοχή τής αίτησης επανάληψης της διαδικασίας είναι η ύπαρξη έννομου συμφέροντος (προωρπικού, άμεσου και ενεστώτος), κατά τα οριζόμενα στο εφαρμοζόμενο αναλόγως άρθρο 463 Κ.Π.Δ.
 
Έννομο συμφέρονυπάρχει, όταν σε βάρος του καταδικασμένου εξακολουθούν να υπάρχουν οι έννομες συνέπειες από την καταδικαστική απόφαση και η άρση τους είναι δυνατή με την επανάληψη της διαδικασίας. Ειδικότερα απαιτείται:
 
       (α΄) ο δικαιούμενος σε υποβολή της αίτησης επανάληψης πρέπει να υφίσταται βλάβη από την προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή να προκύπτει η επέλευση δυσμενούς συνέπειας σε βάρος του,
 
       (β΄) ο δικαιούμενος πρέπει να επιδιώκει ορισμένο όφελος από την παραδοχή της αίτησης και βελτίωση της θέσης του,
 
       (γ΄) το συμφέρον πρέπει να είναι προσωπικό, ν' αναφέρεται δηλαδή στον δικαιούμενο σε άσκηση του ενδίκου βοηθήματος και όχι σε άλλον διάδικο.
 
Η αίτηση υποβάλλεται στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο, και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση και πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διότι διαφορετικά είναι απαράδεκτη.
 
Ο εισαγγελεύς στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο τη βασιμότητά της είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα. Κατόπιν εισάγει την αίτηση στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 Κ.Π.Δ. δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο όπου υπηρετεί. Μόλις υποβληθεί η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, το συμβούλιο, που είναι αρμόδιο να την κρίνει, αποφαίνεται μέσα σε τρεις ημέρες, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέως, για την αναστολή ή μη της εκτέλεσης της ποινής που εκτίει ο αμετάκλητα καταδικασμένος.
 
Εν κατακλείδι, καθίσταται σαφές ότι o έκτακτος χαρακτήρας της επανάληψης της διαδικασίας παρέχει σαφή ένδειξη για το ότι η “έννομη τάξη” (δηλαδή τα αρμόδια κρατικά όργανα) ανέχεται την ύπαρξη εσφαλμένων ή ελλιπών δικαιοδοτικών κρίσεων και υποδηλώνει ότι ο νομοθέτης επιλύει τη σύγκρουση μεταξύ δικαιοσύνης και ασφάλειας δικαίου υπέρ της δεύτερης, ενώ έπρεπε και πρέπει να ισχύει και να εφαρμόζεται το εντελώς αντίθετο: Να επικρατεί, σε κάθε περίπτωση, η δικαιοσύνη και ν' αποκλείεται η καταδίκη αθώου σε κάθε περίπτωση, παραμεριζόμενης της “ασφάλειας δικαίου” και των κατασκευών εν γένει, που δικαιολογούν και θεσμοθετούν την αδικία.
 
Έτσι, υποστηρίζεται από τους κρατιστές, ότι ακόμη κι αν δεν υπήρχε ο κλειστός αριθμός (numerus clausus) των λόγων επανάληψης της διαδικασίας, από την ίδια τη φύση της η απαγόρευση ne bis in idem επιβάλλεται ν' αποσυνδεθεί από την ορθότητα της αμετάκλητης απόφασης, δεδομένου ότι παραμένει ασαφές ποιος και με ποια κριτήρια θα αποφανθεί μετά την έκδοση μιας αμετάκλητης απόφασης αν αυτή είναι εσφαλμένη και θα καθορίσει αυθεντικά ποια θα έπρεπε να είναι η δίκαιη και ορθή απόφαση, για την κατάκτηση της οποίας αξίζει να κινηθεί μια νέα ποινική διαδικασία. Τούτο οφείλεται όχι τόσο στη σχετικότητα της αλήθειας στην ποινική δίκη, αλλά κυρίως στο ότι πριν εκδοθεί η νέα απόφαση για την ίδια πράξη ουδείς δύναται να προεξοφλήσει το περιεχόμενό της. Όμως αυτή ακριβώς η επανεκδίκαση της ίδιας πράξης αποκλείεται δυνάμει της αρχής ne bis in idem. Άλλωστε καθόλου δεν αποκλείεται η απόφαση, που θα εκδοθεί στο πλαίσιο της νέας ποινικής δίκης, να μην κατορθώσει να διορθώσει τις ατέλειες της προηγούμενης αμετάκλητης απόφασης.
 
Οι απόψεις αυτές δεν συνάδουν ούτε προς τη θεμελιώδη αρχή “εν αμφιβολία υπέρ της αθωότητας του κατηγορουμένου”, επειδή, όπως προκύπτει εκ της καθημερινής δικαστηριακής πρακτικής, τα δικαστήρια ακολουθούν την εντελώς αντίθετη αρχή και σε περίπτωση αμφιβολίας οδηγούνται κατά κανόνα, χωρίς ουδεμία συνέπεια ή κύρωση, στην καταδίκη των αδύνατων κατηγορουμένων, που δεν διαθέτουν τα μέσα και τις δυνατότητες ν' αμυνθούν κατά της δικαστικής αυθαιρεσίας.
 
Από τα παραπάνω προκύπτει, σύμφωνα με τις επικρατούσες εσφαλμένες εκδοχές και απόψεις, ότι η επιδίωξη για την έκδοση ορθών και δίκαιων αποφάσεων ευρίσκει τα όριά της στην ασφάλεια δικαίου, η οποία επιβάλλει να γίνεται κατ’ αρχή αποδεκτή η αμετάκλητη απόφαση ως έχει και να μην τίθεται το περιεχόμενό της υπό αμφισβήτηση. Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι στην περιοχή του δεδικασμένου η ασφάλεια δικαίου υπερισχύει της αρχής της ουσιαστικής δικαιοσύνης, με αποτέλεσμα να υποσκάπτεται η εμπιστοσύνη προς το δικαστικό κρατικό σύστημα, το οποίο συνεχώς ξεμακραίνει από τη Δικαιοσύνη και τα αγαθά της.
 
Η σχέση μεταξύ της υποχρέωσης επανάληψης της διαδικασίας κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 525 § 1, περίπτ. 5, του Κ.Π.Δ. και της έκδοσης καταδικαστικής απόφασης από το ΕΔΔΑ, σύμφωνα με το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ, λόγω υπέρβασης της λογικής προθεσμίας διάρκειας της ποινικής δίκης.
 
Όπως συνέβαινε και, εν πολλοίς, εξακολουθεί να συμβαίνει στη χώρα μας, η νομολογία δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που υπογράφηκε στη Ρώμη την 04.11.1950 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον ν. 2329/1953 και, εν συνεχεία, με το ν.δ. 53/1974 και απέκτησε πανευρωπαϊκή ισχύ από 01.12.2009 μαζί με τη Συνθήκη της Λισαβόνας.
 
Όμως, μετά την επανειλημμένη καταδίκη της χώρας μας από το ΕΔΔΑ για παραβιάσεις της ΕΣΔΑ, δυνάμει του άρθρου 11 του ν. 2865/2000 (ΦΕΚ Α 271/19.12.2000), προστέθηκε περίπτωση 5 στην 1η παράγραφο του άρθρου 525 του Κ.Π.Δ., διά της οποίας προβλέπονται οι περιπτώσεις επανάληψης της ποινικής διαδικασίας υπέρ του αμετάκλητα καταδικασθέντος.
 
Με βάση αυτήν την προσθήκη, επιτρέπεται η επανάληψη της διαδικασίας, αν με απόφαση του Ερωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος, που αφορά τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε.
 
Έτσι, σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το ΕΔΔΑ διαπιστώνει πως η ποινική καταδίκη του προσφεύγοντος αντίκειται στην ΕΣΔΑ και νυν στον ΧΘΔΕΕ (Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης) συντρέχει πάντοτε νόμιμος λόγος επανάληψης της διαδικασίας [πρβλ και 5η παράγραφο του προοίμιου του ΧΘΔΕΕ, όπου επισημαίνεται, ότι ο παρών Χάρτης επιβεβαιώνει, σεβόμενος τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα της Κοινότητας και της Ένωσης, καθώς και την αρχή της επικουρικότητας, τα δικαιώματα που απορρέουν ιδίως από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις και τις διεθνείς υποχρεώσεις των κρατών μελών, τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις κοινοτικές συνθήκες, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, τους Κοινωνικούς Χάρτες που έχουν υιοθετηθεί από την Κοινότητα και το Συμβούλιο της Ευρώπης, καθώς και από τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων].
 
Εάν το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ ως προς τη λογική προθεσμία εκδίκασης της ποινικής υπόθεσης, η οποία διήρκεσε για υπερβολικά μακρύ διάστημα, επιβάλλεται η επανάληψη της διαδικασίας, με σκοπό να θεραπευτεί η παραβίαση με τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων υπέρ του καταδικασθέντος, στα οποία περιλαμβάνεται η μείωση της επιβληθείσης ποινής, η εκ νέου επιμέτρηση της ποινής με την αναγνώριση ελαφρυντικών, επειδή η παρέλευση του εύλογου χρόνου θεωρείται ελαφρυντική περίσταση (ΠΚ 83 και 84§ 1), καθώς και η αθώωση τούτου.
 
Η νομολογία του Αρείου Πάγου δεν αποδέχεται την επανάληψη της διαδικασίας στην περίπτωση αναγνώρισης από το ΕΔΔΑ της διάρκειας της ποινικής δίκης για υπερβολικά και παράλογα μακρύ χρονικό διάστημα, υπό την εκδοχή, ότι η υπέρβαση της εύλογης προθεσμίας δεν είχε επίδραση στην κρίση του δικαστηρίου, ενώ αυτό ακριβώς είναι το ζητούμενο [πρβλ, ενδεικτικά, την ΑΠ 159/2005, σύμφωνα με την οποία η αίτηση καθ' ο μέρος έχει αυτό το περιεχόμενο είναι απαράδεκτη και πρέπει ν' απορριφθεί, διότι ούτε ο αιτών επικαλείται ούτε και προκύπτει ότι η υπέρβαση της λογικής προθεσμίας εκδίκασης της υπόθεσής του, την οποία δεσμευτικά διαπίστωσε το ΕυρΔΔΑ, είχε αρνητική επίδραση στην κρίση των ποινικών δικαστών που τον καταδίκασαν για κακουργηματική απάτη. Επί πλέον η υπέρβαση της λογικής προθεσμίας είναι ήδη γεγονός τετελεσμένο, που δεν μπορεί ν' αναιρεθεί αναδρομικά. Άρα η επανόρθωση της βλάβης του αιτούντος από τη γενόμενη υπέρβαση δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας, με παραπομπή στην ΑΠ 1638/2002. Πρβλ πρόσφατα την ΑΠ 1808/2010, περί της οποίας στη συνέχεια και nomika epilekta: “ο Άρειος Πάγος απέρριψε αίτηση καταδικασμένου”].
 
Διαφορετική (θετική) είναι η εντύπωση και η εν τέλει κρίση του δικαστηρίου, όταν ενώπιόν του εμφανίζεται ελεύθερος ο κατηγορούμενος και εντελώς διαφορετική (αρνητική) θα είναι η δικαστική κρίση, όταν ο προσαγόμενος κατηγορούμενος έχει ήδη παραμείνει στη φυλακή επί δεκαετία και πλέον. Στη δεύτερη περίπτωση η εναντίον του κατηγορουμένου προκατάληψη των δικαστών είναι δεδομένη και καταλήγει με μαθηματική ακρίβεια στην καταδίκη του, ελλείψει της απαιτούμενης απροσωποληψίας.
 
Η αρνητική νομολογία του Αρείου Πάγου σχετικά με την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας αποδίδεται στην απροθυμία σεβασμού των αποφάσεων του ΕΔΔΑ, επειδή τα ελληνικά δικαστήρια διεκδικούν το αλάθητο, το οποίο καθίσταται ακλόνητο όταν πρόκεται για αμετάκλητες αποφάσεις (αν και οι δικαστές δεν είναι θεοί και υποπίπτουν σε διαγνωστικά σφάλματα, όπως επισήμανε η πρόεδρος του Αρείου Πάγου).
 
Εξ άλλου, ουδέποτε στις αποφάσεις του Αρείου Πάγου γίνεται αναφορά σε άλλα ανώτατα δικαστήρια ευρωπαϊκών ή άλλων χωρών (και στις αποφάσεις τους) σα να μην υπάρχουν στον πλανήτη άλλες χώρες και άλλα πέραν των ελληνικών δικαστήρια, επειδή επικρατεί η παρωχημένη άποψη πως δεν μας αφορούν οι αποφάσεις των αλλοδαπών καθώς και των ευρωπαϊκών δικαστηρίων, αλλά μόνο οι ημεδαπές δικαστικές κρίσεις και αποφάσεις.
 
Δυνάμει της απόφασης ΑΠ 1808/2010, απορρίφθηκε η αίτηση καταδικασθέντος στην ποινή της ισόβιας κάθειρξης, που υπεβλήθη στον Άρειο Πάγο μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 54871/2009 απόφασης του ΕΔΔΑ, δια της οποίας διαγνώσθηκε πως η κατά του αιτούντος ποινική δίωξη και η ποινική διαδικασία παρατάθηκε πέραν της προβλεπόμενης εκ του άρθρου 6§1, εδαφίου α΄, της ΕΣΔΑ λογικής προθεσμίας, δηλαδή η ποινική διαδικασία και η αντίστοιχη υποδικία του καταδικασθέντος – αιτούντος διήρκεσε για υπέρμετρο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να προξενηθεί εις βάρος του, πέραν των άλλων συνεπειών, ηθική βλάβη που αποτιμήθηκε με την επιδίκαση υπέρ του αιτούντος συμβολικού χρηματικού ποσού.
 
Με την απόφασή του (1808/2010) ο Άρειος Πάγος έκρινε πως δεν πρέπει να επαναληφθεί η ποινική διαδικασία υπέρ του καταδικασθέντος σε ισόβια κάθειρξη αιτούντος, επειδή η υπέρβαση της λογικής προθεσμίας είναι γεγονός τετελεσμένο και δεν μπορεί ν' αναιρεθεί αναδρομικά και, ως εκ τούτου, η επανόρθωση της βλάβης από την υπέρβαση δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας και, συνεπώς, ούτε με οποιονδήποτε άλλον τρόπο. Άρα κρίθηκε πως καλώς δικαζόταν επί δεκαετία και πλέον ο καταδικασθείς και ορθή και δίκαιη υπήρξε η εν τέλει καταδίκη του σε ισόβια κάθειρξη και ας αιτιάται τον εαυτό του και μόνο, επειδή ουδείς ευθύνεται για την μακροημερεύσασα υποδικία του.
 
Η εκδοχή αυτή της απόφασης, που αποτελεί και πάγια νομολογία, που εσφαλμένως διαμορφώθηκε στη χώρα μας, αντίκειται στα άρθρα 41 και 13 της ΕΣΔΑ (καθώς και στις αρχές του ανθρωπισμού και του πολιτισμού), σύμφωνα με τα οποία απαιτείται η ουσιαστική αποκατάσταση στην περίπτωση της διαπίστωσης παραβίασης του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, είτε με τη μείωση της ποινής, είτε με την απαλλαγή του αιτούντος (στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης δίκαιης ικανοποίησης του προσφεύγοντος), όταν κριθεί από το ΕΔΔΑ, ότι υπήρξε, όπως εν προκειμένω, παραβίαση του εν λόγω άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, ήτοι των αρχών της δίκαιης δίκης, οπότε ενεργοποιείται το άρθρο 13 ΕΣΔΑ σχετικά με το δικαίωμα πραγματικής και αποτελεσματικής προσφυγής του θιγέντος.
 
Επισημαίνεται σχετικά με την εν λόγω απόφαση (ΑΠ 1808/2010), ότι η δικαιολόγηση της επανάληψης της διαδικασίας, με την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 525§1, περίπτωσης 5ης, του Κ.Π.Δ., στηρίζεται στη λογική διαπίστωση πως η καταδίκη στην ποινή της ισόβιας κάθειρξης του αιτούντος στηρίχθηκε καταφανώς σε αποδεικτικά μέσα, τα οποία είχαν εξασθενήσει και δεν είχαν την προσφορότητα στήριξης σε όλόκληρη την έκταση τόσο της ενοχής όσο και της καταδίκης. Θα ήταν ενδεχομένως δυνατό να δικαιολογηθεί η επιβολή της έσχατης ποινής μόνο στην περίπτωση κατά την οποία θα είχαν τηρηθεί από τα επιληφθέντα ποινικά δικαστήρια στον έσχατο βαθμό οι εκ του νόμου προϋποθέσεις διεξαγωγής δίκαιης δίκης, μεταξύ των οποίων και η τήρηση της λογικής προθεσμίας ολοκλήρωσης της διαδικασίας, η οποία, στην προκείμενη περίπτωση, διήρκεσε έως και το έτος 2011 (02.05.2011) με έναρξη κατά τον Φεβρουάριο του 2001.  
 
Στην περίπτωση που εκδόθηκε η ΑΠ 1808/2010, η επί ενδεκαετία υποδικία του αιτούντος είχε ως λογικά αποτελέσματα να υποστεί ο καταδικασθείς δυσμενείς συνέπειες εκ της ατέρμονης υποδικίας του, σε επίπεδο προσωπικό, οικογενειακό, κοινωνικό, επαγγελματικό και οικονομικό, επειδή η εξακολουθητική και για διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας υποχρέωση εμφάνισής του ενώπιον των δικαστηρίων όλων των βαθμών καθώς και του Αρείου Πάγου απαιτούσε ν' ασχολείται ο κατηγορούμενος μόνο με το ζήτημα της υπεράσπισής του, με συνεννοήσεις με δικηγόρους, με απολογίες, με προετοιμασία της κατά των κατηγοριών άμυνας, με τη συλλογή αποδείξεων και με ό τι άλλο οφείλει ν' ασχολείται κατ' αποκλειστικότητα και με ένταση ο υπόδικος, χωρίς να έχει τη δυνατότητα ενασχόλησης με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα της ζωής του ίδιου και της οικογένειάς του.
 
Ειδικότερα, η παράλογα υπέρμετρη διάρκεια της υποδικίας είχε ως αποτέλεσμα, πέραν των άλλων, ν' απολέσει ο καταδικασθείς κάθε δυνατότητα οικονομικής και εν γένει στήριξης της αναγκαίας υπεράσπισής του εκ των κατηγοριών, εν όψει και του στοιχείου ότι η παρέλευση τόσων ετών, του 1/6 της ανθρώπινης ζωής, λογικά ματαίωσε και ακύρωσε τις όποιες, οικονομικές κυρίως, δυνατότητες, οι οποίες θα υφίσταντο κατά την έναρξη της στέρησης της ελευθερίας του. Συγκεκριμένα, ο μη διαθέτων οικονομική άνεση δεν είναι σε θέση για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα να χρηματοδοτεί και να συντηρεί συνήγορο ή συνηγόρους και να διαθέτει τα αναγκαία μέσα στήριξης της υπεράσπισής του και της πλέον στοιχειώδους.
 
Η με την άνω απόφαση του ΕΔΔΑ αμετάκλητα γενόμενη αναγνώριση της παραβίασης της λογικής προθεσμίας συνεπάγεται ταυτόχρονη αναγνώριση ότι η υπόθεση δεν έτυχε δίκαιης δίκης, επειδή η υποχρέωση τήρησης λογικής προθεσμίας εκδίκασης της υπόθεσης αυτής (και κάθε άλλης ποινικής υπόθεσης) συναρτάται με τη δίκαιη δίκη δυνάμει του άρθρου 6§1 της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με το οποίο κάθε πρόσωπο έχει το ρητά αναγνωρισμένο ατομικό (και θεμελιώδες) δικαίωμα να δικαστεί η υπόθεσή του δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας. Έτσι, συνάπτονται η δίκαιη, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης και δεν είναι δυνατό να διαχωρίζονται αυτές οι εκ του νόμου προβλεπόμενες προϋποθέσεις με την επίκληση “τετελεσμένων γεγονότων”, τα οποία δεν συνάδουν προς δίκαιη δικαστική κρίση (αλλά με άλλες καταστάσεις και επινοήματα σχετικές με τις επιδιωκόμενες “ειρηνεύσεις”, στις οποίες εντάσσεται και αυτός ακόμη ο ουσιαστικά ανήθικος σε αστικό επίπεδο θεσμός της κτητικής παραγραφής, που δεν έχει σχέση με τη δικαιοσύνη).
 
Η καθυστέρηση και, μάλιστα, η παράλογα μεγάλη καθυστέρηση εκδίκασης της ποινικής υπόθεσης και η έκδοση καταδικαστικής απόφασης μετά από πολλά χρόνια αποτελεί εκ του νόμου δικαιοδοτικό σφάλμα με τη σκέψη, ότι με την παρέλευση του χρόνου και τη διατήρηση του κατηγορουμένου σε κατάσταση βασανιστικής και απάνθρωπης υποδικίας ματαιώνεται ουσιαστικά ο σκοπός της ποινικής δίκης για την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας (αν και αυτή η διάκριση μεταξύ ουσιαστικής και τυπικής αλήθειας δεν αναγνωρίζεται γνωσιολογικά), σύμφωνα με τις ανωτέρω γενόμενες επισημάνσεις.
 
Συνεπώς, ακόμη και μετά την αμετάκλητη εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης, όταν βεβαιωθεί η υπέρβαση της λογικής προθεσμίας από το ΕΔΔΑ επιβάλλεται η άμεση επανάληψη της διαδικασίας προς το συμφέρον του καταδικασμένου, επειδή η έννομη τάξη δεν επιτρέπεται πλέον ν' ανέχεται την ύπαρξη εσφαλμένων καταδικαστικών αποφάσεων, όπως είναι εκείνες που εκδόθηκαν καθ' υπέρβαση της λογικής προθεσμίας.
 
Με άλλα λόγια, σε κάθε περίπτωση διαπίστωσης παραβίασης της ΕΣΔΑ ή και του ΧΘΔΕΕ (στον οποίο ενσωματώθηκε η ΕΣΔΑ) πρέπει να επαναλαμβάνεται η ποινική διαδικασία, σύμφωνα με το άρθρο 525 § 1, περίπτωση 5, του Κ.Π.Δ., παραμεριζόμενων των δικαιολογιών και των υπεκφυγών που επιχειρείται να στηρίξουν την ακατανόητη και παράνομη προσπάθεια ματαίωσης του συγκεκριμένου δικαιώματος για την επανάκριση της ποινικής υπόθεσης.
 
Συναφώς επισημαίνεται, ότι με την επιβαλλόμενη καταδίκη του κατηγορουμένου μετά την παρέλευση δεκαετίας υπό καθεστώς υποδικίας και στέρησης της ελευθερίας τούτου, διαπιστώνεται ευθύτατη παράβαση και του θεμελιώδους δικαιώματος εκ του τεκμηρίου αθωότητας, που ρητά προβλέπεται από το άρθρο 48 § 1 του ΧΘΔΕΕ (: κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι απόδειξης της ενοχής του σύμφωνα με τον νόμο). Έτσι, επειδή σύρθηκε από φυλακή σε φυλακή (η ύπαρξη των οποίων αποτελεί ντροπή για τον σύγχρονο πολιτισμό) ο υπόδικος κατηγορούμενος, συμπληρώνοντας (υπό τέτοια αναιρετική κάθε έννοιας ανθρώπινης αξιοπρέπειας κατάσταση) διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, δεν νοείται διεξαγωγή δίκαιης δίκης και λήψη δίκαιης απόφασης περί δίκαιης καταδίκης στην έσχατη ποινή (σε ισόβια κάθειρξη) μετά ενδεκαετία, την οποία με την προαναφερόμενη απόφασή του για μία ακόμη φορά επιδοκίμασε χωρίς ουσιαστική εξήγηση (που αναμένεται και θ' αναμένεται) το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο της σύγχρονης Ελλάδας, ήτοι ο Άρειος Πάγος (ο οποίος, σύμφωνα με τον Ισοκράτη, αποτελούσε “μνημείον αρετής και σωφροσύνης)”.  
 
Ε. Παπαδάκης

 

Your rating: None Average: 4.5 (31 votes)