Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2017


Οι εγκληματικές οργανώσεις

Μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, κατά τη δεκαετία του 90, και την κατακλυσμιαία είσοδο οικονομικών μεταναστών από Ανατολή, Βορρά και Νότο, σημειώθηκε στη χώρα μας ραγδαία αύξηση της εγκληματικότητας. Αυτήν προσπάθησε το κράτος ν’ αντιμετωπίσει με πενιχρά μέσα και με αστυνομικούς στερούμενους εκπαίδευσης, εξοπλισμού και ανθρωπιάς (αναφερόμαστε στην πλειονότητα και όχι στις εξαιρέσεις).

 

Έτσι, αντί για μείωση, παρατηρήθηκε ακόμη μεγαλύτερη αύξηση της εγκληματικότητας, των λεγόμενων εγκλημάτων βίας, των ληστειών, διαρρήξεων, του εμπορίου ναρκωτικών, των ανθρωποκτονιών και της εμπορίας ανθρώπων.

 

Η Πολιτεία (δηλαδή οι ανεπαρκείς επώνυμοι), επειδή δεν διέθετε οικονομικούς πόρους για να ενισχύσει το οπλοστάσιό της, εκπαιδεύοντας τους αστυνομικούς και εξοπλίζοντάς τους με τ’ απαιτούμενα μέσα, βρήκε άλλη μέθοδο καταπολέμησης του εγκλήματος, με την αθρόα παραγωγή νόμων, γραμμένων “στο πόδι”, που προβλέπουν δρακόντειες ποινές σε βάρος όσων κρίνονται ένοχοι τέλεσης αδικημάτων.

 

Με βάση αυτούς τους νόμους, ένοχοι δεν κρίνονται οι πραγματικοί εγκληματίες, αλλά οι αδύνατοι, αυτοί που τελούν ασήμαντες παραβάσεις, οι τοξικομανείς, οι “λαθρομετανάστες” και οι εξαθλιωμένοι, Έλληνες και ξένοι, οι οποίοι εξαναγκάζονται κυρίως από την ανάγκη επιβίωσης ή εξ αιτίας της εξάρτησής του από τα ναρκωτικά, να παραβιάζουν τους αυστηρούς νόμους. Έτσι, αυτοί που διαπράττουν ασήμαντα αδικήματα, με βάση την ισχύουσα αυστηρή και απάνθρωπη ποινική νομοθεσία, χαρακτηρίζονται σαν ιδιαίτερα επικίνδυνοι εγκληματίες και εξοντώνονται με υπερβολικές, ανεπιεικείς και άδικες ποινές που κυμαίνονται από δέκα χρόνια μέχρι ισόβια.

 

Μεταξύ των αυστηρών ποινών, που ισχύουν στη χώρα μας και αποτελούν υιοθέτηση ξένων προτύπων (στη χειρότερη εκδοχή τους), συγκαταλέγονται οι ποινές που επιβάλλονται σε όσους χαρακτηρίζονται (κατά κανόνα άδικα) σαν έμποροι ναρκωτικών [Νομικά Επίλεκτα: “Οι ναρκομανείς, οι νόμοι και οι τροποποιήσεις τους”]. Σε αυτούς επιβάλλεται “υποχρεωτικά” η ποινή της ισόβιας κάθειρξης, με δεδομένη την άρνηση των δικαστηρίων ν’ αναγνωρίζουν “ελαφρυντικά” (όπως είναι ο προηγούμενος έντιμος βίος, η νεαρή ηλικία του δράστη, οι ασθένειές του, με βάση τα οποία μειώνεται σημαντικά η πρωτόγονη αυτή ποινή), άσχετα αν οι καταδικαζόμενοι είναι νεαροί, 18, 20 ή 25 ετών, εάν είναι πραγματικά τοξικομανείς, αν πάσχουν από ψυχικές παθήσεις ή αν προέρχονται από προβληματικές (συνήθως διαλυμένες) οικογένειες. Η ποινή είναι μία: η ισόβια κάθειρξη και ο ενταφιασμός του καταδικασμένου στα σύγχρονα κολαστήρια - τάφους, τους οποίους ο ευφυής νομοθέτης (σε περίοδο που δεν τον απασχολούσε η παροχή προνομίων στις κυρίαρχες τάξεις και στους ημετέρους της κυβερνητικής φατρίας) μετονόμασε σε “καταστήματα κράτησης”, καταργώντας την κακόηχη λέξη “φυλακές” (ανάλογο συνέβη και με τη λεγόμενη προφυλάκιση, δηλαδή με τη φυλάκιση του πολίτη χωρίς να υπάρχει καταδικαστική απόφαση, αλλά με μόνη την εναντίον του άσκηση ποινικής δίωξης, που μπορεί να είναι αβάσιμη, αδικαιολόγητη ή εσφαλμένη. Η προφυλάκιση ήδη έχει μετονομαστεί σε “προσωρινή κράτηση”, για να μην σοκάρει).

 

Για να καταστεί ασφαλέστερη η καταδίκη των ατυχών μικροπαραβατών, με τις πιο αυστηρές και εξοντωτικές ποινές, οι αστυνομικοί (και, στη συνέχεια, οι εισαγγελείς) τους χαρακτηρίζουν σαν μέλη “εγκληματικών οργανώσεων”, οπότε με μόνο αυτόν τον χαρακτηρισμό έχουν εξασφαλισμένη μια πρώτη ποινή που κυμαίνεται από πέντε έως δέκα χρόνια. Και αν ο ατυχής κατηγορούμενος χαρακτηριστεί σαν αρχηγός της δήθεν εγκληματικής οργάνωσης, η ποινή του φτάνει έως και τα είκοσι χρόνια (εξ αιτίας αυτού και μόνο του χαρακτηρισμού που, κατά κανόνα, γίνεται αυθαίρετα).

 

Για παράδειγμα: Αν συλληφθούν τρεις νεαροί με την κατηγορία ότι διέρρηξαν κάποιο κατάστημα, αμέσως η δράση τους χαρακτηρίζεται σα δράση στο πλαίσιο “εγκληματικής οργάνωσης” και η καταδίκη τους (τόσο για τη συμμετοχή τους σε αυτήν την ουσιαστικά ανύπαρκτη οργάνωση όσο και για τη διάρρηξη) είναι απόλυτα εξασφαλισμένη με την επιβολή συντριπτικών ποινών, ανώτερων των πέντε χρόνων σε κάθε ένα και, στις καλύτερες περιπτώσεις, επτά έως δώδεκα χρόνων. Ποινών οι οποίες δεν σωφρονίζουν, αλλά εξοντώνουν και αντί να κοινωνικοποιήσουν, εξαχρειώνουν τον καταδικασμένο, μετατρέποντάς τον σε αληθινό και αμετανόητο εγκληματία, γεμάτο μίσος και διάθεση αντεκδίκησης.

 

Σύμφωνα με τον νόμο (άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα), για να υπάρξει εγκληματική οργάνωση, πρέπει να συμπράξουν τρία τουλάχιστον άτομα (πρόσωπα), τα οποία να έχουν συναποφασίσει να διαπράττουν συγκεκριμένα αδικήματα, των οποίων η δράση πρέπει να έχει διάρκεια και οι μεταξύ τους σχέσεις να είναι στενές, να υπάρχει “δομή”  (με άλλα λόγια, πρέπει να πληρούνται τρία κριτήρια ή να υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις, αριθμητική, ποιοτική και χρονική).

  

Με βάση αυτόν τον νόμο έχουν πολλαπλασιαστεί (όχι στην πραγματικότητα, αλλά) τυπικά οι εγκληματικές οργανώσεις που δρουν στη χώρα μας. Δεκάδες υποτιθέμενες εγκληματικές οργανώσεις εξαρθρώνονται κατ’ έτος και χιλιάδες δικάζονται σα μέλη εγκληματικών οργανώσεων, οι οποίες, πολλές φορές, κρίνονται από τα δικαστήρια σαν ανύπαρκτες, με απαλλαγή από την κατηγορία της συγκρότησης από τους κατηγορουμένους εγκληματικής οργάνωσης.

 

Οι λόγοι για τον οποίο ασκούνται ποινικές διώξεις, περιλαμβάνοντας την κατηγορία της “συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση” ή της “συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης”, είναι συγκεκριμένοι.

 

Κυριότερος λόγος είναι η ευκολία με την οποία παραβιάζονται τα θεμελιώδη δικαιώματα του πολίτη όταν αυτός κατηγορηθεί με τέτοια κατηγορία (επειδή η τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων θέτει φραγμούς στην κρατική αυθαιρεσία). Μπορεί να συλληφθεί οποτεδήποτε, επειδή θεωρείται το έγκλημά του διαρκές και, συνεπώς, πάντοτε αυτόφωρο. Έχει τη δυνατότητα η αστυνομία, κατ’ εξαίρεση, να παρακολουθήσει και να υποκλέψει (να μαγνητοφωνήσει) τις τηλεφωνικές συνομιλίες του (και να βιντεοσκοπήσει τις κινήσεις του υπόπτου), οι οποίες θεωρούνται απαραβίαστες και προστατεύεται το απόρρητό τους, με βάση το άρθρο 19 του Συντάγματος.

 

Επίσης, μπορούν οι διενεργούντες προανάκριση ή ανάκριση να δεσμεύσουν, χωρίς κανένα περιορισμό, τα περιουσιακά στοιχεία των κατηγορουμένων, να παραβιάσουν το τραπεζικό απόρρητο και να παγώσουν τραπεζικούς λογαριασμούς, να κατάσχουν αυτοκίνητα, πλοία ή άλλα αντικείμενα αξίας και, γενικά, μπορούν να θίξουν καίρια τον καταδιωκόμενο (ακόμη και τους οικείους και συγγενείς του), ο οποίος, συνήθως, δεν είναι σε θέση ν’ αντισταθεί, επειδή είτε δεν διαθέτει μέσα άμυνας, είτε, εξ αιτίας του αιφνιδιασμού που σκόπιμα υφίσταται από τον κρατικό διωκτικό μηχανισμό, υποκύπτει στις δυνάμεις καταστολής και παγιδεύεται από τις αθέμιτες μεθοδεύσεις των διωκτών του.

 

Οι καταδιώξεις πολιτών με το πρόσχημα της καταπολέμησης των εγκληματικών οργανώσεων έχει γίνει μόδα. Κάθε ύποπτη δράση, χωρίς να εξιχνιαστεί, βαφτίζεται σαν “εγκληματική οργάνωση” με συνέπειες τραγικές για τα συνταγματικά δικαιώματα, τις ατομικές ελευθερίες και τους θεσμούς του Κράτους Δικαίου, που τείνει να μεταβληθεί (αν δεν έχει ήδη μετατραπεί) σε Κράτος Αδικίας.

 

Ε. Παπαδάκης

Your rating: None Average: 4.8 (36 votes)