Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2017


Περί προφυλακίσεων και φυλακών

Έχουμε ήδη ασχοληθεί με το σοβαρό πρόβλημα του “θεσμού” της προφυλάκισης [Νομικά Επίλεκτα: “Διατηρείται η προφυλάκιση νεαρής μητέρας], τον οποίο, κατά κανόνα (με εξαίρεση τους λεγόμενους “εφέτες - ανακριτές”) διαχειρίζονται νέοι εισαγγελείς και δικαστές, οι οποίοι (εκ της έλλειψης προσόντων και ενημέρωσης) αυθαιρετούν, στερώντας την ελευθερία σε βεβαιωμένα αθώους, χωρίς συνέπειες για την υπηρεσιακή τους εξέλιξη (που έπρεπε να καταλήγει σε άμεση αποπομπή από το δικαστικό σώμα).

 

Έτσι, προφυλακίζονται, χωρίς λόγο, βαρύτατα ασθενείς, ψυχοπαθείς, που χρειάζονται επείγουσα ιατρική βοήθεια, έγκυοι και ετοιμόγεννες, νεαροί, αλλοδαποί, επειδή είναι ξένοι – “ύποπτοι φυγής”, και άλλοι ενδεείς και αδύναμοι. Όλοι αυτοί στοιβάζονται στις άθλιες φυλακές, που δεν επαρκούν να στεγάσουν τους αναρίθμητους καταδικασμένους, στους οποίους προστίθεται το μέγα πλήθος των αδικαιολόγητα προφυλακισμένων, με αποτέλεσμα η χώρα μας να δυσφημείται σε ευρωπαϊκό και σε παγκόσμιο πεδίο και να αποδοκιμάζεται με την επιβολή κυρώσεων, επειδή οι αρμόδιοι “φορείς” ανέχονται την απανθρωπιά, την αθλιότητα και την παρανομία.

 

Σύμφωνα με τον νόμο, η προφυλάκιση αποτελεί “έσχατο μέτρο” (το τελευταίο μέτρο), το οποίο επιτρέπεται να επιβάλλεται σε βάρος των κατηγορουμένων μόνο κατ’ εξαίρεση, επειδή το Σύνταγμα απαγορεύει απολύτως τη στέρηση της ελευθερίας, εκτός από τις εξαιρετικές, ελάχιστες περιπτώσεις, τις οποίες προβλέπει ο νόμος.

 

Σε αντίθεση με την πρόβλεψη του Συντάγματος, οι προφυλακίσεις τείνουν να γίνουν κανόνας, επιβαλλόμενες συχνά σε βάρος των κατηγορουμένων, υπέρ των οποίων ισχύει το λεγόμενο “τεκμήριο αθωότητας” (που παραβιάζεται ασύστολα). Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος υποχρεωτικά θεωρείται και πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται από όλους (ειδικά από τους δικαστικούς) σαν αθώος μέχρι να δικαστεί για  να επιβεβαιωθεί η αθωότητα ή, αντίθετα, η ενοχή του, με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, οπότε, μόνο σε περίπτωση αμετάκλητης καταδίκης, παύει να ισχύει το τεκμήριο αθωότητας (το οποίο προβλέπεται και από το άρθρο 48 § 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος από 01.12.2009 υπερισχύει, δηλαδή επικρατεί, του Συντάγματος).

 

Αμετάκλητη καταδίκη του κατηγορουμένου σημαίνει, ότι η εναντίον του καταδικαστική απόφαση δεν μπορεί να προσβληθεί με ένδικο μέσο (έφεση ή/και με αναίρεση).

 

Από τα ΜΜΕ πληροφορούμαστε συχνά, ότι πολλοί κατηγορούμενοι οδηγούνται χωρίς να δικαστούν στις φυλακές, όπου παραμένουν κρατούμενοι για πολλούς μήνες, χωρίς την έκδοση αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης.

 

Ο νόμος προβλέπει σαν ανώτατο όριο προφυλάκισης τους δέκα οχτώ μήνες μόνο για τα βαριά κακουργήματα (όπως είναι η ανθρωποκτονία).

 

Οι ανακριτές, προκειμένου να πετύχουν την προφυλάκιση του κατηγορουμένου, συντάσσουν κατηγορητήρια, στα οποία περιγράφουν τα εγκλήματα, που υποτίθεται πως διέπραξε ο κατηγορούμενος, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να έχουν τη δυνατότητα (και την ευχέρεια), σε συνεννόηση με τον εισαγγελέα, να διατάζουν τη φυλάκιση του πολίτη, ο οποίος είχε την ατυχία να κατηγορηθεί.

 

Η δυνατότητα που παρέχει ο νόμος για να προφυλακίζονται οι κατηγορούμενοι εκλαμβάνεται από εκείνους, στους οποίους παρέχεται αυτή η εξουσία, σαν ιδιαίτερο “προνόμιο”, το οποίο τους προσδίδει ισχύ, αίγλη και ικανοποίηση και, γι’ αυτό τον λόγο, διατάζουν προφυλακίσεις, χωρίς να αισθάνονται την υποχρέωση να δικαιολογούν τις αποφάσεις (τα “εντάλματά” τους), παραβιάζοντας τον νόμο και τα καθήκοντά τους, διαπράττοντας το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας, επειδή (α΄) έχουν την υποχρέωση να αιτιολογούν τα εντάλματα προφυλάκισης (προσωρινής κράτησης), τα οποία παραμένουν αναιτιολόγητα, και (β΄) οφείλουν να επιβάλλουν, αν αυτό κρίνεται αναγκαίο, τους λεγόμενους “περιοριστικούς όρους” (όπως είναι η υποχρέωση του κατηγορουμένου να πληρώσει χρηματική εγγύηση, η παρουσία του σε αστυνομικό τμήμα ή στο γραφείο του ανακριτή ανά τακτά χρονικά διαστήματα και η απαγόρευση εξόδου  του από τη χώρα) και να μην στερούν από τους κατά τεκμήριο αθώους κατηγορουμένους την ελευθερία τους.

 

Κατά καιρούς εγέρθηκαν διαμαρτυρίες και υπήρξαν σοβαρές αντιδράσεις από νομικούς, ειδήμονες και υπέρμαχους των ανθρώπινων δικαιωμάτων για τις συχνές, αδικαιολόγητες, καταχρηστικές και αυθαίρετες προφυλακίσεις, με αποτέλεσμα διαδοχικές τροποποιήσεις του νόμου, ώστε ν’ αποτρέπεται η δικαστική αυθαιρεσία που εκδηλώνεται με την αθρόα έκδοση αναιτιολόγητων ενταλμάτων προφυλάκισης, που δεν περιορίστηκαν ικανοποιητικά.

 

Για την εννοιολογική διάκριση μεταξύ της φυλάκισης (ή της κάθειρξης), η οποία επιβάλλεται με καταδικαστική απόφαση δικαστηρίου, και της φυλάκισης, την οποίας επιβάλλει ο ανακριτής και ο εισαγγελέας, χωρίς δικαστική απόφαση (στο πλαίσιο της λεγόμενης προδικασίας, δηλαδή του υποχρεωτικού σταδίου της ανάκρισης, πριν παραπεμφθεί σε δίκη ο κατηγορούμενος ενώπιον του αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου), στη δεύτερη περίπτωση (της χωρίς δίκη φυλάκισης) η στέρηση της ελευθερίας του κατηγορουμένου χαρακτηρίζεται σαν “προσωρινή κράτηση” και όχι σαν “προφυλάκιση” (και ο φυλακισμένος χαρακτηρίζεται σαν “προσωρινά κρατούμενος”). Όμως, ο χαρακτηρισμός της προφυλάκισης σαν προσωρινής κράτησης δεν αλλάζει την πραγματικότητα: ο χωρίς δίκη φυλακισμένος ουσιαστικά καταδικάζεται, εφ’ όσον χάνει την ελευθερία του, και λίγο τον ενδιαφέρει, καθώς διαπομπεύεται και ταλαιπωρείται, αν προφυλακίζεται, αν φυλακίζεται ή αν απλώς κρατείται προσωρινά. Η ουσία παραμένει η ίδια.

 

Πολλοί προφυλακισμένοι (μέχρι και δέκα οκτώ μήνες) αθωώνονται και, σε αυτήν την περίπτωση, οφείλει το κράτος να τους αποζημιώσει για την άδικη και βεβαιωμένα αδικαιολόγητη στέρηση της ελευθερίας τους.

 

Άρθρα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προβλέπουν για την αποζημίωση των αδίκως προφυλακισθέντων ή φυλακισθέντων, η οποία δεν μπορεί να υπερβεί το όριο των είκοσι εννέα ευρώ την ημέρα. Αυτό το όριο μπορεί να ξεπεραστεί μόνο σε “εξαιρετικές περιπτώσεις”, τις οποίες δεν προσδιορίζει ο νόμος. Συνήθως η ημερήσια αποζημίωση των άδικα φυλακισθέντων (την οποία επιδικάζουν τα δικαστήρια) δεν ξεπερνάει τα δέκα ευρώ, επειδή σε αυτό το ποσό αποτιμάται η αξία της ελευθερίας των πολιτών, εκείνοι δε που διέταξαν και επέβαλαν την άδικη προφυλάκιση ή που καταδίκασαν άδικα και φυλάκισαν τον κατηγορούμενο, ο οποίος, στο τέλος (μετά από ταλαιπωρίες, διασυρμούς, μειώσεις, απερίγραπτες δοκιμασίες, χλευασμούς και δαπάνες) αθωώνεται, δεν ελέγχονται πειθαρχικά, ούτε εξαναγκάζονται να επωμισθούν τα έξοδα των λαθών τους. Πειθαρχικά ελέγχονται μόνο οι δικαστές, οι οποίοι εκδίδουν αθωωτικές αποφάσεις ή αποφεύγουν ν’ αδικήσουν με αυθαίρετες προφυλακίσεις, επειδή σέβονται την ιδιότητα, τον όρκο τους και τον νόμο.

 

Σημειωτέον, ότι για να μην αποζημιώνονται οι άδικα φυλακισθέντες, έχει τεθεί βραχύτατη προθεσμία, μόλις δέκα ημερών για να κατατεθεί αίτηση για αποζημίωση, η οποία αρχίζει από την ημέρα της απαγγελίας της αθωωτικής απόφασης. Εκείνος που αθωώθηκε (του οποίου βεβαιώθηκε η αθωότητα και το τεκμήριο αθωότητας), καθώς απαλλάσσεται από το βάρος της κατηγορίας και σπεύδει να ηρεμήσει εφησυχάζοντας εξ ανάγκης για λίγο, σπάνια θυμάται να ζητήσει αμέσως ν’ αναγνωριστεί το δικαίωμά του αποζημίωσης. Έτσι, χάνει τη δεκαήμερη προθεσμία και, μαζί με αυτήν, τη δυνατότητα να περιορίσει τις ζημιές και κυρίως την ηθική του βλάβη.

 

Εξ αιτίας της αυθαιρεσίας που χαρακτηρίζει τις αδικαιολόγητες προφυλακίσεις, ανακριτές και εισαγγελείς (με λαμπρές εξαιρέσεις), όχι μόνο δεν αιτιολογούν τα εντάλματα προφυλάκισης που εκδίδουν αυθαιρετώντας, αλλά, το χειρότερο, στερούν και την ελευθερία στενών συγγενών, παιδιών και συζύγου του προφυλακισμένου κατηγορουμένου, εν γνώσει ότι αυτοί (συγγενείς, παιδιά και σύζυγος) είναι αμέτοχοι και αθώοι των αδικημάτων της κατηγορίας, με σκοπό να πιέσουν είτε τους ίδιους τους συγγενείς, είτε, εμμέσως, τους κατηγορουμένους, ώστε να προβούν σε ομολογίες και σε δηλώσεις χρήσιμες για να στηριχθεί η κατηγορία, υπό το αφόρητο βάρος της καταδίωξης συγγενών και συζύγου.

 

Πρόκειται για αντιδημοκρατική, παράνομη και απάνθρωπη “πρακτική”, η οποία αμαυρώνει το σύστημα της δικαστικής εξουσίας. Γι’ αυτό απαιτείται να τεθεί φραγμός στην αυθαιρεσία που δεν μπορεί να συνεχίζεται, κυρίως μετά το παράδειγμα προς αποφυγή του ανακριτή, ο οποίος προφυλάκισε αρχικά τη σύζυγο, στη συνέχεια τη νεαρή θυγατέρα και παρ’ ολίγο τον ανήλικο γιό του κατηγορουμένου (κατά του οποίου εκτόξευσε ευθείες απειλές), στην υπόθεση “Siemens”, επειδή ο εκ των διευθυντικών στελεχών της εταιρείας, μετά τη λήψη προθεσμίας για απολογία, έφυγε στο εξωτερικό. Και ο ανακριτής αποφάσισε να “εκδικηθεί” τον κατηγορούμενο φυλακίζοντας την οικογένειά του. Αυτής της αυθαιρεσίας είχαν προηγηθεί άλλες άδικες και αδικαιολόγητες προφυλακίσεις και ακολούθησαν ίδιες και χειρότερες με την προφυλάκιση συζύγων και παιδιών κατηγορουμένων και τη διάλυση οικογενειών, επειδή, σύμφωνα με πρόσφατη εισαγγελική πρόταση (την οποία ύμνησαν κάποια έντυπα), αυτό επιβάλλει δήθεν το “δημόσιο συμφέρον”, που αποτελεί έννοια αόριστη, αφηρημένη και γενική, που δεν ελέγχεται. Σύμφωνα με την ίδια πρόταση για προφυλάκιση, πρέπει να προφυλακιστεί η σύζυγος επειδή κάποιοι άλλοι “επώνυμοι κατηγορούμενοι” δεν εμφανίστηκαν στον ανακριτή και έσπευσαν να εξαφανιστούν. Συνεπώς, κατά την εισαγγελική καθώς και την ανακριτική άποψη, επειδή κάποιοι άλλοι “επώνυμοι” (αν και ο νόμος δεν ξεχωρίζει “επώνυμους” και “ανώνυμους”, λόγω της συνταγματικής επιταγής περί της ισότητας των πολιτών ενώπιον του νόμου) παραβίασαν τον νόμο και έφυγαν, πρέπει να φυλακιστεί η σύζυγος, επειδή κρίθηκε πως είναι “επώνυμη” και επιφανής. Με τη νοοτροπία περί δήθεν “συλλογική ευθύνης” (εν προκειμένω των επωνύμων), κατατυράννησαν τους λαούς τα ολοκληρωτικά καθεστώτα και δεν διαφέρει αυτή η κρίση από τη “συλλογική ευθύνη”, η οποία εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια της τριπλής κατοχής της πατρίδας μας (κατά την περίοδο 1941 – 1944) που πρέπει ν’ αποτελεί όχι παράδειγμα προς μίμηση, αλλά προς αποφυγή (μετά βδελυγμίας). Άλλωστε, αποτελεί κανόνα η αρχή, ότι εκάστου κατηγορουμένου η ευθύνη κρίνεται αυτοτελώς, δηλαδή δεν ενδιαφέρει η συμπεριφορά των άλλων, αλλά του συγκεκριμένου προσώπου.

 

Ε. Παπαδάκης

 

 

Your rating: None Average: 4.8 (16 votes)