Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2018


Απεργία δικαστών

Ο τέως πρόεδρος της “Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων” είχε δηλώσει πως η ένωση δεν είναι συνδικαλιστική, αλλά “επιστημονική ”. Ο ίδιος, δε, δεν είχε καμιά κομματική προσήλωση, αλλά εντάχθηκε στη Ν.Δ. και έγινε βουλευτής για να μεταφέρει την εμπειρία του στη βουλή.

 

Η δήλωση αυτή δεν πείθει. Είναι βέβαιο ότι η μεν “Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων” είναι ένα καθαρά συνδικαλιστικό όργανο, όπως ο “Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών”, η δε ένταξη του τέως προέδρου της (αρεοπαγίτη) έγινε λόγω της προσήλωσής του στο συγκεκριμένο κόμμα.

 

Ειλικρινής ήταν η διάδοχος του Χαράλαμπου Αθανασίου, επίσης αεροπαγίτης, η οποία εμφανίζεται στις τηλεοράσεις και μάχεται με φλογερό λόγο υπέρ των οικονομικών συμφερόντων των δικαστών και εισαγγελέων.

 

Η νέα πρόεδρος των συνδικαλισμένων δικαστικών, σε μια από τις πολλές εμφανίσεις της (την 28.08.2012, στο “EXTRA 3), υπενθύμισε πως οι αποδοχές των δικαστών διασφαλίζονται από το Σύνταγμα.

 

Την ίδια υπενθύμιση είχε κάνει ο προηγούμενος πρόεδρος, τονίζοντας ότι πρόβλεψη για τις αποδοχές των δικαστών έγινε για πρώτη φορά στο σύνταγμα του 1952, με σκοπό ν’ αποκλειστεί ο, λόγω ανέχειας, επηρεασμός τους από ποικίλα συμφέροντα.

 

Με άλλα λόγια κρίθηκε πως κίνητρο για ν’ αποδώσει ο δικαστικός στην εργασία του ήταν η οικονομική ενίσχυση και όχι άλλα στοιχεία, όπως η ιδεολογία, οι αρχές, το ήθος, η γνώση, η εμπειρία, η ικανότητα και η αγαθή προσωπικότητα, που, παίζουν μεν καίριο ρόλο, αλλά δεν προκρίνονται και υποχωρούν. Επικρατεί το καθαρά υλικό στοιχείο των απολαβών, που πρέπει να είναι ανάλογες με το έργο του δικαστή.

 

Ανέφερε ακόμα πως οι αποδοχές τους έχουν περικοπεί κατά 38% και οι πρωτοδίκες, που αποτελούν το 50% των δικαστών, μισθοδοτούνται μηνιαίως με 2.300 €.

 

Η νέα πρόεδρος, τόνισε ότι ο δικαστής είναι άμεσος κρατικός λειτουργός και πρέπει να έχει αξιοπρεπείς αποδοχές για να εκπληρώνει τα καθήκοντά του, σύμφωνα με τη συνταγματική διακήρυξη.

 

Οι δικαστές ασκούν λειτούργημα με μεγάλες ευθύνες και βάρος εργασίας, συμπλήρωσε η συνδικαλίστρια, και ειδικά ο πρωτοδίκης “έχει πολλές μεταθέσεις”.

 

Γι’ αυτόν τον λόγο, δεν πρέπει να γίνεται παραλληλισμός με άλλα επαγγέλματα. Άλλωστε, ο δικαστής είναι ισότιμος του βουλευτή και του υπουργού.

 

Με την πρόεδρο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων συμφώνησε ο εκπρόσωπος του κυβερνώντος κόμματος (Αργύρης Ντινόπουλος) και, υπερθεματίζοντας, απαίτησε να φυλακίζονται όσοι φοροδιαφεύγουν, χωρίς, αναστολή και χωρίς μετατροπή της ποινής! Έτσι, θα διατίθενται οι απαραίτητοι πόροι για τη προνομιακή μισθοδοσία των δικαστών.

 

Τελικά τονίστηκε, ότι η δικαιοσύνη λειτουργεί χάρη στην ευσυνειδησία των δικαστών, των οποίων η αποστολή είναι ν’ απονέμουν δικαιοσύνη και γι’ αυτό δεν πρέπει να μειώνεται ο ρόλος τους, με τη μείωση των αποδοχών τους.

 

Λόγω τέτοιων συζητήσεων και δηλώσεων, δεν αποτελεί έκπληξη η πρόσφατη ανακοίνωση του συνδικαλιστικού οργάνου των δικαστών, ότι κηρύσσουν “απεργία” μέχρι 10.10.2012. Θα ξεκινούν τις δίκες κανονικά και, την 10:00 ώρα, θα διακόπτουν μέχρι πέρατος του ωραρίου.

 

Με αυτόν τον τρόπο αποφάσισαν οι δικαστικοί να εκβιάσουν την κυβέρνηση προκειμένου να μην μειωθούν ειδικά οι δικές τους αποδοχές, τις οποίες κρίνουν ανεπαρκείς.

 

Έτσι επιβεβαιώθηκε, ότι οι δικαστές και εισαγγελείς ασκούν επάγγελμα (λειτούργημα) όπως κάθε άλλος επαγγελματίας και δεν αποτελούν ξεχωριστή και, μάλιστα, προνομιούχα τάξη. Πάντως, η σύγκρισή τους με τους βουλευτές και υπουργούς δεν επαναφέρει το χαμένο κύρος του λειτουργήματός τους!

 

Συνεπώς, συντάσσονται οι δικαστές και εισαγγελείς με τους μισθοδοτούμενους από τον κρατικό προϋπολογισμό υπαλλήλους, οι οποίοι δεν θέλουν ν’ αποδεχτούν, ότι η χώρα δεν διαθέτει πόρους για να καλύπτει τη μισθοδοσία των στρατιών των (εν πολλοίς άχρηστων) υπαλλήλων του ελληνικού Κράτους, στο επιθυμητό και διεκδικούμενο ύψος.

 

Ήρθε πια ο καιρός να αποδεχτούν όχι μόνο οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, οι υπουργοί, οι βουλευτές, οι γραμματείς και τα ποικιλώνυμα κρατικά στελέχη, αλλά και οι δικαστικοί, ότι βρισκόμαστε στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν επιτρέπεται προνομιακή μεταχείριση οποιασδήποτε επαγγελματικής τάξης, έστω και με την επίκληση, ότι, ειδικά αυτή και μόνο, εκπληρώνει επάγγελμα (λειτούργημα) με μεγάλες ευθύνες και βάρος εργασίας.

 

Επαγγέλματα με απείρως μεγαλύτερες ευθύνες και βάρος εργασίας, κατά την εκτέλεση της οποίας διακυβεύεται η ίδια η ζωή των εργαζομένων, είναι των στρατιωτικών, ειδικά των μαχίμων (πολλοί από τους οποίους πλήρωσαν με τη ζωή τους το φιλότιμο, τη διάθεση προσφοράς και την αυταπάρνησή τους), των αστυνομικών, πυροσβεστών, των ιατρών (πλείστοι από τους οποίους κινδυνεύουν να μολυνθούν ακόμα κι’ από ανίατες ασθένειες) αλλά και των διενεργούντων την αποκομιδή των απορριμμάτων, η απεργία των οποίων θέτει σε άμεσο κίνδυνο την υγεία και τη ζωή του συνόλου του πληθυσμού.

 

Γι’ αυτό, πρέπει ν’ απαλειφθεί από το Σύνταγμα η πρόβλεψη σχετικά με τις αποδοχές των δικαστικών ή, αλλιώς, να συμπληρωθεί το σχετικό άρθρο με πρόβλεψη για τις αποδοχές και άλλων κατηγοριών εργαζομένων, άσχετα αν χαρακτηρίζονται σαν λειτουργοί ή σαν απλοί κρατικοί υπάλληλοι.

 

Με άλλα λόγια, απαιτείται άμεση αλλαγή της νοοτροπίας, σύμφωνα με την οποία υπάρχουν επαγγέλματα ευγενών και προνομιούχων, δηλαδή ανώτερα επαγγέλματα (υπουργών, βουλευτών, δικαστικών, μητροπολιτών), και επαγγέλματα κατώτερα (όπως των εμπόρων, υπαλλήλων καθαριότητας, ελεύθερων επαγγελματιών, αυτοαπασχολουμένων). Με αυτήν την νοοτροπία, που ανήκει σε παρωχημένες εποχές, δημιουργήθηκε η στρεβλή εντύπωση, ότι στην κοινωνία μας είναι ανεκτές οι διακρίσεις λόγω επαγγέλματος, η διεκδίκηση προνομίων και η απόλαυση των αγαθών που παρέχει το Κράτος. Και ανάλογα έχει διαμορφωθεί η κοινωνική συμπεριφορά, επί παραδείγματι, των δικαστών, οι οποίοι φέρονται στην πλειονότητά τους με υπεροψία, αλαζονεία, οίηση και αγένεια, με την ενίσχυση της απαρχαιωμένης και, εν πολλοίς, αντισυνταγματικής νομοθεσίας.

 

Ξέρουμε, όμως, ότι από τότε που ιδρύθηκε το Ελληνικό Κράτος, το 1830, αλλά και προ της διεθνούς αναγνώρισης της Ελλάδας, προνόμια (και τίτλοι ευγενείας) δεν ήταν ανεκτά στην Επικράτεια και όποιοι διέθεταν τα έχασαν.

 

Έτσι, οι δικαστικοί δεν πρέπει να διεκδικούν ιδιαίτερη, αλλά ν’ απαιτούν δίκαιη και ίση (ανάλογη) μεταχείριση, επειδή δεν αποτελούν προνομιούχα επαγγελματική τάξη, αλλά μια επαγγελματική τάξη όπως οι άλλες. Ν’ αξιώνουν από την εκάστοτε κυβέρνηση να παρέχει σε αυτούς τα μέσα, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες της χώρας, για την εκτέλεση της εργασίας τους και να διεκδικούν όσα πιστεύουν πως είναι απαραίτητα για το επάγγελμά τους, σεβόμενοι και οι ίδιοι τους νόμους. Χρειάζεται ν’ αποδεχτούν πως δεν έχουν δικαίωμα να ξεχωρίζουν από τους άλλους εργαζομένους και ν’ αποβάλλουν, όσοι διαθέτουν, την αλαζονεία, η οποία βλάπτει καίρια τόσο το έργο τους (δηλαδή την επιβαλλόμενη προσπάθεια και τον αγώνα να προσεγγίσουν την έννοια της Δικαιοσύνης) όσο και τους πολίτες, οι οποίοι δεν εμπιστεύονται κανένα κρατικό όργανο και θεσμό, ούτε τη δικαστική εξουσία, δηλαδή τους δικαστικούς.

 

Εν τέλει, να γίνει κατανοητό, ότι οι απεργούντες δικαστικοί δίνουν το παράδειγμα ν’ απεργήσει κάποτε και η κυβέρνηση, ν’ απεργήσει η βουλή και ίσως και ο πρόεδρος της δημοκρατίας, για να μην μείνει τίποτε όρθιο στην ταλαίπωρη χώρα μας, η οποία το μόνο που χρειάζεται είναι πολίτες και κατοίκους με πατριωτισμό, αίσθημα ευθύνης, δημοκρατικό ήθος και διάθεση συνεργασίας, προσφοράς και αλληλεγγύης. Αυτά τα απαραίτητα στοιχεία λείπουν και η έλλειψή τους δυσκολεύει τη ζωή μας που τείνει να γίνει ανυπόφορη.

 

Αρχή φόρμας

Ε. Παπαδάκης

 

 

Your rating: None Average: 5 (24 votes)