Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2017


Άρχοντες, αρχόμενοι και κύρος δικαστών

 
Σε αντίθεση με τις συνταγματικές προβλέψεις, στη χώρα μας διαθέτουμε “δημοκρατία” της ανισότητας, των διακρίσεων, του δίκαιου των ισχυρών και των βολεμένων.
 
Ενώ διανύουμε τη δεύτερη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα, δεν καταφέραμε να ξεφύγουμε από τις επιδράσεις του αυταρχισμού του παρελθόντος, των αρχόντων και των αρχομένων, των πατρικίων και των πληβείων.
 
Πατρίκιοι είναι οι ποικίλοι άρχοντες, που νέμονται κομμάτια της κρατικής εξουσίας, και πληβείοι (μη προνομιούχοι, καταπιεζόμενοι) είναι οι υπόλοιποι, που εξαρτώνται από τους άρχοντες – πατρικίους.
 
Τη διάκριση αυτή τη νοιώθουμε όταν αναφερόμαστε στους παρηκμασμένους πολιτικούς και τους άρχοντες (βουλευτές, υπουργούς, γενικούς γραμματείς, νομάρχες, κομματικούς παράγοντες, δήμαρχους, αστυνομικούς, εκκλησιαστικούς άρχοντες και άλλους) που εκμεταλλεύονται την ιδιότητά τους για να περνάνε αυτοί καλά και εμείς χειρότερα.
 
Συγκρίνοντας αυτή τη μερίδα των προνομιούχων, που έχουν μεταξύ τους αλληλεγγύη (ομερτά), με τους χωρίς αξιώματα πολίτες, καταλαβαίνουμε πως υπάρχει τεράστιο και αγεφύρωτο χάσμα, επειδή οι άρχοντες απολαμβάνουν προνόμια και ευκαιρίες άκοπου και αδιάκοπου πλουτισμού και συμπεριφέρονται αλαζονικά, αυταρχικά και ανεξέλεγκτα.
 
Οι μη προνομιούχοι, οι υπήκοοι (υποταγμένοι), έχουν μόνο υποχρεώσεις και καθήκον να υπακούουν, να σέβονται και να χρηματοδοτούν τους πατρικίους της υποτιθέμενης δημοκρατίας, για ν’ αποφεύγουν τις τιμωρίες και τη, μέσω του δικαστικού μηχανισμού, εξόντωση.
 
Αυτός ο διαχωρισμός κατακρίνεται από εκείνους που έχουν δυνατότητα διατύπωσης γνώμης. Ήδη οι πολιτικοί, με τα απίθανα προνόμια και την ατιμωρησία – ασυδοσία, δέχονται σφοδρές επιθέσεις με έντονες αποδοκιμασίες και ακραίες εκδηλώσεις χειροδικιών, ύβρεων και προπηλακισμών.
 
Τη διατήρηση αυτού του αντιδημοκρατικού διαχωρισμού επιδιώκουν πολλοί, αρμόδιοι και αναρμόδιοι, οι οποίοι δεν εννοούν ότι διανύουμε άλλη εποχή, την εποχή του 21ου αιώνα, που, υποτίθεται, πως δεν ανέχεται τις παντοειδείς διακρίσεις.
 
Αποτέλεσμα της εμμονής στις ακραίες διακρίσεις είναι πως ορισμένοι κρατικοί λειτουργοί, πέραν των πολιτικών, κατατάσσονται σε μια ιδιαίτερη ομάδα, την οποία δεν έχουν τάχα δικαίωμα να θίξουν όλοι οι υπόλοιποι που οφείλουν υπακοή, υποταγή, σεβασμό, αναγνώριση και άλλες μεσαιωνικές και ανόητες προσηλώσεις.
 
Τη διαμόρφωση τέτοιας “ιδιαίτερης ομάδας” διεκδικούν οι δικαστές και οι εισαγγελείς για τους εαυτούς τους ενισχυόμενοι από αφελείς, που νομίζουν πως κολακεύοντας και υμνολογώντας εκείνους που στελεχώνουν τη δικαστική εξουσία προάγουν τα δικά τους συμφέροντα, κυρίως τα άνομα.
 
Έτσι, στην περίεργη χώρα μας, δηλώνουν διάφοροι πως σέβονται τις αποφάσεις της “ελληνικής δικαιοσύνης”, έχουν “εμπιστοσύνη στην ελληνική δικαιοσύνη”, “εμπιστεύονται τους δικαστές”, “δεν κρίνουν τις δικαστικές αποφάσεις” και άλλα παρόμοια μεσαιωνικά και ανόητα. Με τέτοιες εκδηλώσεις ραγιαδισμού και ανοησίας οι εξ ορισμού λειτουργοί του κράτους που ανήκουν στη δικαστική εξουσία (οι περισσότεροι από αυτούς) πιστεύουν, αδικαιολόγητα βεβαίως, πως ανήκουν σε ιδιαίτερη, προνομιούχα τάξη ή κατηγορία ανθρώπων, με ιδιαίτερες ικανότητες, ιδιότητες, δυνάμεις και προνόμια.
 
Σχηματίζεται η εντύπωση ότι οι δικαστές και οι εισαγγελείς απολαμβάνουν ιδιαίτερης ασυλίας. Δεν δέχονται κριτική και δεν μετέχουν σε διάλογο. Μόνοι τους κρίνουν και μόνοι τους αποφασίζουν ακόμα και για το ύψος των αποδοχών τους, για τις παρανομίες τους και για κάθε άλλο ζήτημα, διαμαρτυρόμενοι έντονα όταν δημιουργούνται αντιδράσεις εξ αιτίας των γνωστών σκανδάλων και ακροτήτων που έχουν φέρει τη δικαστική εξουσία σε αφασία (σύμφωνα με τη διαπίστωση τέως προέδρου του Αρείου Πάγου).
 
Σύμφωνα με την αντίληψη που επικρατεί μεταξύ των στελεχών της δικαστικής εξουσίας, θεμελιώδες καθήκον του Δικαστικού Λειτουργού (τα κεφαλαία γράμματα έχουν τεθεί από δικαστή – αρθρογράφο) είναι η πίστη και η αφοσίωση στην πατρίδα και τη δημοκρατία και, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, υπόκειται μόνο στο Σύνταγμα και τους νόμους. Είναι δε υποχρεωμένος να μη συμμορφώνεται με διατάξεις που έχουν θεσπισθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος. Και να μην παρασύρεται από σκοπιμότητες της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας. Οι επίορκοι Δικαστές πρέπει να στιγματίζονται. Αλλά οι ευσυνείδητοι, που είναι και η συντριπτική πλειονότητα, πρέπει να προστατεύονται [άρθρο στην “Εστία” της 06.01.2012].
 
Αυτές οι απόψεις είναι σωστές αλλά και αυτονόητες. Δεν χρειάζεται να λέμε πως ο δικαστής και ο εισαγγελικός λειτουργός θα τηρούν τα αυτονόητα. Απαιτείται ν’ αναφέρουν οι αρμόδιοι (ιδιαίτερα οι τέως πρόεδροι των ανώτατων δικαστηρίων και οι πεπειραμένοι νομικοί), ότι όσοι αποφάσισαν ν’ ακολουθήσουν το επάγγελμα του δικαστή και του εισαγγελέα οφείλουν να έχουν βαθύτατη και ευρύτατη γνώση της κοινωνικής ζωής και ν’ αποκλείονται απολύτως οι ακοινώνητοι. Πρέπει να διαθέτουν ανθρωπιά, πλήρεις γνώσεις όχι μόνο νομικές αλλά και άλλων επιστημών (κοινωνιολογίας, ψυχολογίας, εγκληματολογίας), αλτρουισμό, αυταπάρνηση, ευθυκρισία, επιείκεια, πνευματική ισορροπία και διαύγεια και, κυρίως, αγάπη για την εργασία ή το λειτούργημά τους και, πάνω από όλα, να μη διατηρούν πλέγματα υπεροχής, ανωτερότητας και τ’ άλλα που εμποδίζουν την ορθή κρίση και τη λογική.
 
Με άλλα λόγια, δεν είναι κάθε ένας ικανός να γίνει δικαστής ή και εισαγγελέας. Αυτά τα καθήκοντα πρέπει ν’ ανατίθενται από την Πολιτεία σε προικισμένους ανθρώπους, με ιδιαίτερες ικανότητες, γνώσεις και εμπειρία, σε λαμπρές προσωπικότητες. Πρέπει να γίνει αυτό που δεν συμβαίνει τώρα, με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί δικαστική συντεχνία (που εισηγείται και επιβάλλει απεργίες των δικαστών!), που λειτουργεί παράλληλα με τη συντεχνία των δικηγόρων, που επίσης πρέπει να αποκτήσουν όσα θα έπρεπε για να μετέχουν στο υπεύθυνο και δύσκολο έργο επίλυσης της διαφορών μεταξύ των πολιτών και σωφρονισμού των παραβατών των νόμων (εννοείται των νόμων που εκδίδονται από βουλή αρίστων και όχι από βουλή καιροσκόπων, την άλλη συντεχνία).
 
Για να υποστηρίξει ο αρθρογράφος τέως πρόεδρος του Αρείου Πάγου πως πρέπει να μην επηρεάζεται ο δικαστής για να διατηρεί το κύρος του, αναφέρει τον Αριστοτέλη, ο οποίος παρομοίασε τον δικαστή με χάρακα που κάποιος τον στραβώνει αν και πρόκειται να τον χρησιμοποιήσει. Όμως, τέτοιες παρομοιώσεις δεν χρειάζονται στη σύγχρονη εποχή για τα αυτονόητα. Δεν χρειάζονται παρομοιώσεις που μπορεί να είναι χρήσιμες σε έφηβους μαθητές και όχι σε πολίτες με δικαιώματα και υποχρεώσεις, που αγωνίζονται για να επιβιώσουν και να μην καταδιωχθούν εξ αιτίας της υπερποινικοποίησης κάθε κοινωνικής συμπεριφοράς.
 
Χρειάζεται αναμόρφωση εκ βάθρων του συστήματος επιλογής των δικαστών (και δευτερευόντως των εισαγγελέων). Δεν επιτρέπεται να γίνεται δικαστής κάποιος που θέλει ν’ αποφύγει την ανεργία, ούτε όποιος θέλει να βολευτεί ή εκείνος που ηδονίζεται να τον αποκαλούν, άσχετα με την ηλικία του, “πρόεδρο”.
 
Δικαστής θα έπρεπε να γίνεται ο ώριμος και επαγγελματικά καταξιωμένος πολίτης, με νομική ευρεία παιδεία, με ιδιαίτερες ικανότητες, που θα διαθέτει λαμπρή και ισορροπημένη προσωπικότητα, έχοντας σημαντική κοινωνική πείρα – πείρα ζωής, με δημοκρατική διαπαιδαγώγηση, σπουδές στον τομέα των νομικών επιστημών, με άρτια γνώση δύο τουλάχιστον ξένων γλωσσών, με δημοσιεύσεις πρωτότυπων εργασιών, όχι εξ αντιγραφής, και με αξιόλογο κοινωνικό, επαγγελματικό και επιστημονικό έργο.
 

Αν επιλεγούν για δικαστές οι άριστοι, θ’ αποκτήσουμε αποτελεσματική δικαστική εξουσία, αλλιώς θα παραμείνουμε στα ίδια, στον Μεσαίωνα, στην υπανάπτυξη και στη μιζέρια. Θα παρακολουθούμε νεαρούς ανακριτές να φυλακίζουν την οικογένεια του κατηγορούμενου για να τον πιέσουν. Θα βλέπουμε το δικαστήριο να καταδικάζει για εκδίκηση σε ισόβια κάθειρξη τον αθώο αδελφό του κατηγορουμένου που πέτυχε να δραπετεύσει. Θα διαπιστώνουμε να δικάζεται ο ανήλικος σαν ενήλικος, να φυλακίζεται αλλοδαπή υπηρέτρια χωρίς αποδείξεις, επειδή είχε την ατυχία να είναι αλλοδαπή, να καλύπτονται τα εγκλήματα επίορκων αστυνομικών, που θεωρούνται ως “ιεροί και “απαραβίαστοι”, να καταδιώκονται και να εξοντώνονται ασθενείς, να φυλακίζονται ετοιμόγεννες, να γεννιώνται παιδιά στις φυλακές. Να παραμένουν τα νεογέννητα φυλακισμένα, να φυλακίζεται ο ηγούμενος μονής με διεθνή ακτινοβολία, χωρίς καμιά νομική θεμελίωση, επειδή λείπει η σύνεση και η μετριοπάθεια [νομικά επίλεκτα η ποιότητα της απονεμόμενης δικαιοσύνης, καταδίκη αλλοδαπού ανηλίκου σαν ενηλίκου, διατηρείται η προφυλάκιση νεαρής μητέρας] και πλείστα άλλα.

 
Χρειαζόμαστε συνετούς δικαστές με ανθρωπιά, ήθος, ευγένεια και πολιτισμό και όχι άρχοντες από τον Μεσαίωνα. Απαιτούμε να υπηρετούν τα δικαστήρια τη δικαιοσύνη και όχι την εξουσία, τον πολίτη και τη δημοκρατία και όχι τον Καίσαρα.

 

 

Ε. Παπαδάκης

 

Your rating: None Average: 4.4 (18 votes)