Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2017


Δικηγορικές Μεραρχίες

 
Η κοινωνία περνάει αδάμαστη κρίση. Ο λαός δοκιμάζεται από την πρωτόγνωρη ανέχεια. Πολλοί δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσουν τον επιούσιο, άλλοι χάνουν τόσο τις εργασίες όσο και τις κατοικίες τους, με πλειστηριασμούς και εξώσεις. Οι περισσότεροι αγωνίζονται να πληρώσουν λογαριασμούς που μεγεθύνονται και τράπεζες που παραμένουν ασυγκίνητες.
 
Οι μισθοί μειώνονται δραστικά στον ιδιωτικό τομέα αλλά και στον δημόσιο όπου αναπαύονται πολλοί αργόμισθοι διεκδικώντας τα χρήματα των δανείων.
 
Τα είδη πρώτης ανάγκης γίνονται σταδιακά απλησίαστα εξ αιτίας της έλλειψης χρημάτων, που αποδίδεται στη διάχυτη απαισιοδοξία, στη μη εκπόνηση προγραμμάτων αναζωογόνησης της οικονομίας και στην απουσία ιδεολογικού και οικονομικού προσανατολισμού.
 
Η δικαστική εξουσία απαξιώνεται από τις κομματικές αντιπαλότητες, τις μεσαιωνικές αντιλήψεις και την αλαζονεία.
 
Η βουλή παράγει πληθώρα άχρηστων νόμων που εντείνουν την τερατώδη γραφειοκρατία, άλλοτε στηρίζοντας και άλλοτε υπονομεύοντας την τρισυπόστατη κυβέρνηση, και η διοίκηση πελαγοδρομεί στελεχωμένη όχι από ικανούς υπαλλήλους αλλά από τις στρατιές των αργόσχολων.
 
Σε αυτήν την κρίσιμη κατάσταση, προσκαλούνται όσοι μπορούν για να βγούμε στο ξέφωτο, αποκτώντας αισιοδοξία, οράματα, προγράμματα δράσης και αντοχές.
 
Σε αυτό το προσκλητήριο ελάχιστοι ανταποκρίνονται. Οι περισσότεροι σπεύδουν να υπερασπιστούν τα ατομικά μεγάλα ή μικρά, πάντως μυωπικά, συμφέροντα, τις ποικίλες κατοχυρώσεις και τις ανόητες συντεχνίες τους.
 
Όσοι διέθεταν αποταμιευμένα χρήματα, από νόμιμες ή παράνομες πηγές, έσπευσαν να τα διασφαλίσουν σε ξένες τράπεζες, όπως της Ελβετίας και της Κύπρου. Καμιά σκέψη για την πατρίδα και τους άλλους. Κυρίαρχο συναίσθημα η υπηρέτηση του στενά ατομικού συμφέροντος.
 
Με ελάχιστες, ανώνυμες εξαιρέσεις, στο προσκλητήριο για τη σωτηρία της πατρίδας δεν έδωσαν το παρόν οι πολυάριθμοι δικηγόροι με τους συλλόγους τους, που σαν μοναδική μέριμνα έχουν τη διαιώνιση της κατοχύρωσης του μαστιζόμενου από υπερπληθωρισμό επαγγέλματός τους.
 
Στον αγώνα για την υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων, για την καταπολέμηση της εγκληματικής δράσης πολιτικών, άλλων επίορκων και εγκληματιών καθώς και για τη στήριξη της κοινωνίας και της δημοκρατίας ελάχιστοι δικηγόροι έκαναν αισθητή την παρουσία τους.
 
Εξαιρούνται οι υπερήλικες καθηγητές της νομικής οι οποίοι, αφού γέρασαν υπηρετώντας πιστά και υμνώντας (αντί της επιστήμης) την αναξιοκρατία, την ευνοιοκρατία και την πολιτική αγυρτεία, δηλώνουν όψιμα πως ανένηψαν και, κατόπιν εορτής, κρίνουν, κατακρίνουν και επικρίνουν όσα οι ίδιοι εγκωμίαζαν, προωθούσαν και στήριζαν, γενόμενοι καταγέλαστοι (αλλιώς “ρεζίλι των σκυλιών”).
 
Όπως το σύνολο των κοινωνικών και επαγγελματικών τάξεων έτσι και οι δικηγόροι είναι απόντες στον αγώνα για την έξοδο από την κρίση. Έχουν τελματώσει προσπαθώντας να διατηρήσουν τις άδικες κατοχυρώσεις που κατόρθωσαν ν’ αποκτήσουν. Ήδη βρίσκονται σε ευθεία σύγκρουση με τους συμβολαιογράφους για να μη μειωθεί η λεγόμενη “δικηγορική ύλη”.
 
Επειδή εξαγγέλθηκε πως θ’ αναλάβουν οι συμβολαιογράφοι την έκδοση διαταγών πληρωμής και τη διεκπεραίωση των συναινετικών (συμφωνημένων) διαζυγίων, οι δικηγορικοί σύλλογοι εξεγέρθηκαν, δηλώνοντας μεταξύ άλλων ότι οι συμβολαιογράφοι δεν είναι “λειτουργοί” ή “συλλειτουργοί της δικαιοσύνης” (εννοείται συλλειτουργοί της κραταιής δικαστικής εξουσίας). Συνεπώς, δεν έχουν το δικαίωμα να μετέχουν στην έκδοση διαζυγίων και διαταγών πληρωμής.
 
Οι σύλλογοι των δικηγόρων, πέρα από την επαγγελματική κατοχύρωση των μελών τους, δεν ασχολούνται με τα κοινωνικά, πολιτικά, νομικά και τα άλυτα προβλήματα που ταλαιπωρούν την κοινωνία.
 
Οι παραλείψεις των δικηγόρων σαν σύνολο είναι αδικαιολόγητες και ασυγχώρητες.
 
Για παράδειγμα, οι σύλλογοι των δικηγόρων, εκτός από τις παγκόσμια πρωτότυπες “απεργίες” ή “αποχές”, τις οποίες πρόθυμα μιμήθηκαν οι δικαστές, για καθαρά συντεχνιακούς λόγους, δεν ασχολήθηκαν με την καταδίωξη των καταχραστών του δημόσιου χρήματος από επώνυμους και επιφανείς πατρίκιους της πολιτικής και των κρατικών επιχειρήσεων. Ούτε απέβαλαν όλους εκείνους που με τη διαγωγή τους προσέβαλαν το δικηγορικό σώμα.
 
Ανέχθηκαν τη θέσπιση από τους πολιτικούς του ακαταδίωκτου των δικών τους ασυγχώρητων εγκλημάτων. Δεν διαμαρτυρήθηκαν για την απηνή καταδίωξη των αδυνάτων, των νέων και των μεταναστών. Δεν ύψωσαν φωνή έντονης διαμαρτυρίας για τις συνεχώς επιβαλλόμενες εξοντωτικές και άδικες ποινές εναντίον εμφανώς αθώων, άρρωστων, νέων, αδύνατων και μη προνομιούχων, ούτε συγκινήθηκαν από την ατέρμονη επιβολή φόρων, έκτακτων εισφορών και λοιπών οικονομικών επιβαρύνσεων.
 
Κάποιες ασήμαντες και για το θεαθήναι αντιδράσεις δεν μεταβάλλουν την άσχημη εικόνα της συμπεριφοράς της μικροπολιτικά καπελωμένης δικηγορικής συντεχνίας.
 
Πολλοί δικηγόροι απέκτησαν την ιδιότητα του βουλευτή και τα αντίστοιχα προνόμια, συμπλέοντας με το διεφθαρμένο καθεστώς. Άλλοι στελέχωσαν τα παρηκμασμένα κόμματα παρέχοντας τις υπηρεσίες τους με το αζημίωτο.
 
Ορισμένοι έγιναν γενικοί γραμματείς, χωρίς να διαθέτουν τα απαιτούμενα προσόντα, ίδρυσαν θνησιγενή κόμματα με μοναδικό σκοπό να προβληθούν και κατέλαβαν διάφορες προσοδοφόρες θέσεις, σε δημόσιες επιχειρήσεις, σε υπηρεσίες και σε τράπεζες.
 
Κάποιοι έγιναν μόνιμοι στα τηλεοπτικά κανάλια αποφαινόμενοι επί παντός του επιστητού. Κατέλαβαν μονόστηλα σε ημερήσιες εφημερίδες για να διαδώσουν διάφορες απόψεις χωρίς ειρμό και οι περισσότεροι συμμάχησαν με την εξουσία και επιδοκιμάζουν ό τι αυτή επιβάλλει σε βάρος του συνόλου των πολιτών.
 
Ενώ ο δικηγόρος θεωρείται από τον νόμο ως λειτουργός, υπερασπιστής του δικαίου, της ηθικής, των ατομικών δικαιωμάτων και της δημοκρατίας, οι μεραρχίες των δικηγόρων ασχολούνται με εντελώς άλλα έργα, με ελάχιστες ανώνυμες και ασήμαντες εξαιρέσεις.
 
Αποτέλεσμα αυτής της συμπεριφοράς είναι η απαξίωση του δικηγορικού λειτουργήματος, που οφείλεται στη μακάρια ύπνωση των λεγόμενων συνδικαλιστικών οργάνων, που έχουν αναγνωριστεί από τον νόμο κυρίως ως επιστημονικές ενώσεις και αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
 
Αχρηστεύονται οι δικηγόροι επειδή αντιμετωπίζονται από τους δικαστές, τους εισαγγελείς, τους αστυνομικούς και την εξουσία εν γένει, σαν άχρηστοι, ενοχλητικοί και περιττοί, επειδή απώλεσαν το κύρος και την αξιοπιστία τους.
 
Η παράσταση των δικηγόρων στα δικαστήρια παρέχει την οικτρή εικόνα της απαξίωσης του λειτουργήματός τους.
 
Οι δικαστές, αγέρωχοι, ανέκφραστοι, με πρόσωπα μαρμάρινα αντιμετωπίζουν τον δικηγόρο σαν αναγκαίο κακό και τον κατηγορούμενο με προκατάληψη και απίστευτη περιφρόνηση.
 
Απευθύνονται σε αυτόν, στην πλειονότητά τους και με ασήμαντες εξαιρέσεις (πρακτικά άγνωστες), με εμφανή την καταφρόνηση στο πρόσωπό του.
 
Τα δικαιολογημένα και νόμιμα αιτήματα των συνηγόρων των ατυχών κατηγορουμένων κατά κανόνα απορρίπτονται και οι απορριπτικές κρίσεις δεν αιτιολογούνται. Ο δικηγόρος θεωρείται “εξ ορισμού” σαν πηγή του ψεύδους και της αλλοίωσης και ποτέ σαν αγωνιστής του δικαίου και της ηθικής.
 
Με την απαξίωση του δικηγορικού λειτουργήματος, φαλκιδεύονται και καταπατούνται σαν σύνολο τα δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και κυρίως του αδύνατου πολίτη.
 
Πολλές φορές εκδίδονται καταδικαστικές αποφάσεις και επιβάλλονται εξοντωτικές ποινές με συνοπτικές διαδικασίες παλιών στρατοδικείων χωρίς κανένα σεβασμό στα πλέον θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα.
 
Οι πρόεδροι των δικαστηρίων απευθυνόμενοι στους δικηγόρους επαναλαμβάνουν κατά τρόπο απαξιωτικό, εξευτελιστικό και παράνομο την επωδό “τελειώνετε”. Σε άλλες περιπτώσεις, ενώ ο δικηγόρος αναπτύσσει κάποιο νομικό επιχείρημα, αγωνιζόμενος να στηρίξει τις θέσεις του αγωνιώντος κατηγορουμένου, ακούγεται οξεία η αγενής φωνή του δικαστή: “Άλλο, άλλο, άλλο. Να τελειώνουμε” ή “τελειώνετε, έχουμε και άλλες υποθέσεις” ή απλά “τελειώνετε”! Και στη σχολή δικαστών γίνεται ιδιαίτερο μάθημα στους υποψήφιους για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εξουδετερώνεται κάθε δικηγόρος (υπάρχουν οδηγίες ειδικές, πρακτικές και ασκήσεις).
 
Ακόμα και μέσα στα δικαστήρια, πολλοί αστυνομικοί (η πλειονότητα) φέρεται με τη γνωστή σκαιότητα όχι μόνο στους παρευρισκόμενους πολίτες και στους δύσμοιρους κατηγορούμενους (που παρά τον νόμο σύρονται αλυσοδεμένοι μέσα στις δικαστικές αίθουσες, άσχετα από ηλικία, κατάσταση υγείας και ιδιότητα), αλλά και στους δικηγόρους. Η συμπεριφορά αυτή οφείλεται στην έλλειψη αγωγής, ευγένειας, εκπαίδευσης και ήθους που θα έπρεπε να είχαν ενσταλαχτεί στις ψυχές και στον νου των αστυνομικών, κυρίως των νεαρών.
 
Αντίστοιχη και, μάλλον, χειρότερη είναι η συμπεριφορά των δικαστικών γραμματέων στους δικηγόρους. Ουαί και αλίμονο αν πέσεις στη δυσμένεια δικαστικού υπαλλήλου. Το λιγότερο που υφίστασαι είναι η ύβρις, η αναίδεια, ο προπηλακισμός (ο νεοελληνιστί λεγόμενος “τσαμπουκάς”)!
 
Η αδράνεια των δικηγόρων συλλόγων χειροτερεύει την ήδη άθλια κατάσταση, επειδή με την απαξίωση του δικηγορικού λειτουργήματος, που οφείλεται εν πολλοίς στον δικηγορικό υπερπληθωρισμό και στη μετατροπή των συλλόγων σε συντεχνίες, έπαψαν να προστατεύονται τα ατομικά, πολιτικά και θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ η ποιότητα των δικαστικών αποφάσεων και κρίσεων εξασθενίζει δραματικά.
 
Και να μην ξεχνάμε ότι την επιθετικότητα των τραπεζών, των τοκογλύφων και άλλων λυμεώνων του λαού στηρίζουν και κλιμακώνουν οι δικηγόροι εκείνοι που λησμόνησαν πως ασκούν υψηλό λειτούργημα και πως έχουν υποχρέωση να υπηρετούν το Δίκαιο, την Ηθική και τον Άνθρωπο, με πνεύμα αυταπάρνησης, κοινωνικής προσφοράς και θυσίας.
 
 
Ε. Παπαδάκης

 

Your rating: None Average: 4.8 (11 votes)