Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2017


Εκτροχιασμένη δικαστική εξουσία

 

Οι κυβερνήσεις εδώ και δεκαετίες αποδείχτηκαν ανίκανες να διοικήσουν με σύνεση, σωφροσύνη και αρετή για τους γνωστούς λόγους.

 
Η βουλή ασχολήθηκε με την παγίωση των προνομίων, της ατιμωρησίας των βουλευτών, με το βόλεμα ποικίλων ημετέρων και την παραγωγή άπειρου πλήθους κακών νόμων.
 
Η δικαστική εξουσία (η κατ’ ευφημισμό αποκαλούμενη “δικαιοσύνη”) μιμήθηκε τις άλλες εξουσίες με επιτυχία.
 
Η άμιλλα μεταξύ των τριών εξουσιών για την επικράτηση των προσώπων που τις στελεχώνουν και των συμφερόντων τους πέτυχε ν’ αναδείξει τη δικαστική σαν την πιο σοβαρά μειονεκτούσα εξουσία, ενώ θα ήταν ευχής έργο αν διατηρούσε τις αρετές, χωρίς τις οποίες δεν μπορεί μια κοινωνία να διατηρήσει συνοχή και να προκόψει.
 
Η κατάπτωση της δικαστικής εξουσίας έχει δημιουργήσει στον λαό την πεποίθηση του διωγμού μόνο των αδυνάτων και της προστασίας των ισχυρών και των προνομιούχων.
 
Τη βουλή και την κυβέρνηση ο λαός μπορεί να “σωφρονίσει” με την ψήφο που δίνει περίπου κάθε τετραετία. Αρκεί να το θελήσει.
 
Μπορεί ν’ αποδοκιμάζει τους βουλευτές, να επιτίθεται με όλα τα νόμιμα μέσα εναντίον των πολιτικών, τους οποίους ορισμένοι κατηγορούν για συλλογική ευθύνη για την οικονομική καθίζηση, και να εξωτερικεύει με κάθε μέσο και κάθε τρόπο την αγανάκτηση, την οργή και τις απαιτήσεις του. Ακόμη και με την άσκηση απαγορευμένης φυσικής βίας (vis atrox), όχι μόνο σε ακραίες περιπτώσεις (άρθρο 120 συντάγματος).
 
Πολλοί βουλευτές, υπουργοί και άλλοι εκ του πολυποίκιλου πολιτικού στερεώματος δέχονται επιθέσεις οργής σε κάθε εμφάνισή τους, ακόμη και στις εθνικές και θρησκευτικές γιορτές. Δέχονται δριμεία κριτική, σατιρίζονται και, σε πολλές περιπτώσεις, εκδιώκονται και εξαναγκάζονται να ιδιωτεύσουν.
 
Στο απυρόβλητο μένουν μόνο τα στελέχη της δικαστικής εξουσίας, που είναι η μόνη που διεκδικεί για τον εαυτό της, μέσω των συνδικαλιστικών της οργάνων, προνόμια και το αλάνθαστο (infallibilitas).
 
Οι δικαστές και εισαγγελείς αρνούνται την κριτική επικαλούμενοι την ανεξαρτησία της “δικαιοσύνης”, ενώ πρόκειται για την αποφυγή κοινωνικού, πολιτικού και, κυρίως, επιστημονικού και δημοκρατικού ελέγχου.
 
Η έλλειψη κριτικής και ελέγχου, την οποία καλλιεργούν και άλλοι παράγοντες, κυρίως από άγνοια, ανικανότητα και καιροσκοπισμό, έχει οδηγήσει τη δικαστική εξουσία σε ακρότητες και παγίωση του αισθήματος αδικίας και έλλειψης εμπιστοσύνης στις δικαστικές κρίσεις.
 
Στη δημοσιότητα έρχονται άρθρα ορισμένων από τους επαΐοντες (και μη), που αναφέρονται στη δικαστική λειτουργία και εξουσία, με τίτλους όπως “το κύρος των δικαστών”, “η δικαιοσύνη σε αφασία”, “ζητείται δικαιοσύνη” και ανάλογους.
 
Αυτά τα άρθρα γράφονται από πρώην δικαστικούς, οι οποίοι, πριν τη συνταξιοδότησή τους, συντηρούσαν την ίδια τριτοκοσμική δικαστική νοοτροπία, είχαν την ίδια αλαζονεία και πίστευαν πως ανήκουν σε ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων, με ιδιαίτερες δυνατότητες και σπάνια προσόντα, που δεν ανέχονταν κριτική, ούτε έλεγχο.
 
Ήδη η δικαστική εξουσία, εξ αιτίας της έλλειψης ελέγχου και με στελέχη χωρίς τ’ απαιτούμενα προσόντα (κοινωνικά, επιστημονικά, ηθικά και άλλα), έχει εκτροχιαστεί.
 
Εκδίδονται από ανεπαρκείς δικαστές, με τη συνδρομή αντίστοιχων αδυναμιών δικηγόρων, άδικες αποφάσεις, μετά από παράλογα μεγάλο χρονικό διάστημα, οι δε ποινικές αποφάνσεις, κατά κανόνα, δεν αποτελούν προϊόν νηφάλιας, αντικειμενικής, απροσωπόληπτης, επιστημονικά άρτιας και ζυγισμένης σκέψης, με σεβασμό στις αρχές του ανθρωπισμού, του πολιτισμού και της δημοκρατίας. Αποτελούν αποφάσεις αυθαιρεσίας, αδικίας, απανθρωπιάς, αλαζονείας και ύβρεως που εκδίδονται κατά κανόνα με συνοπτικές (δηλαδή παράνομες) διαδικασίες.
 
Οι περισσότεροι, προσποιούμενοι, δηλώνουν πως “σέβονται τις δικαστικές αποφάσεις” και τη “δικαιοσύνη” (εννοώντας την ανεπαρκή δικαστική εξουσία) και δεν ασκούν κριτική, ούτε αντιδρούν στις δικαστικές αυθαιρεσίες και στη διάχυτη κοινωνική αδικία. Και οι δικαστές εξακολουθούν να εκδίδουν τις αποφάσεις τους με προσανατολισμό στην αποφυγή του εσωτερικού ελέγχου (που ασκεί η συντεχνιακή τους επιθεώρηση), στο ξεμπέρδεμα όσο το δυνατόν γρηγορότερα από τις δύσκολες υποθέσεις, κυρίως τις ποινικές, και στη διατήρηση ενός ιδιότυπου “μη μου άπτου” που συντείνει στην ακόμη μεγαλύτερη απαξίωση της τρίτης κρατικής εξουσίας.
 
Εξ αιτίας της έλλειψης εποικοδομητικής (κυρίως επιστημονικής) κριτικής και ελέγχου των δικαστικών αποφάσεων και της δράσης των δικαστών και των εισαγγελέων καθώς και εξ αιτίας της κακής στελέχωσης των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, χωρίς να παραβλέπεται η δικηγορική ανεπάρκεια και ο υπερπληθωρισμός, παρατηρούνται τα εξής ανεπίτρεπτα (α΄) δεν εφαρμόζονται οι ισχύοντες νόμοι στο πλαίσιο των ποινικών δικών, ούτε οι θεμελιώδεις αρχές που ισχύουν στα κράτη δικαίου και ηθικής, αλλά επικρατεί η αυθαιρεσία και η προσποίηση, (β΄) ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζεται με προκατάληψη και, παρά τον νόμο, καλείται ο ίδιος ν’ αποδείξει την αθωότητά του, ενώ δεν έχει τέτοια υποχρέωση, (γ΄) οι δικαστές, στην πλειονότητά τους, επικουρούμενοι από τους εισαγγελείς, προτιμούν να προφυλακίζουν τον ατυχή κατηγορούμενο, καταπατώντας προκλητικά το τεκμήριο αθωότητας, που αποτελεί πανευρωπαϊκή και παγκόσμια κατάκτηση του πολιτισμού και του ανθρωπισμού, (δ΄) θεσπίζονται συνεχώς νόμοι, με τους οποίους περιορίζονται τα δικαιώματα του κατηγορούμενου πολίτη, χωρίς καμιά αντίδραση κυρίως από τους δικηγορικούς συλλόγους, που έχουν πια μετατραπεί από επιστημονικές σε καθαρά συντεχνιακές ομάδες κομματικής δράσης, (ε΄) επιβάλλονται απάνθρωπες ποινές εναντίον των αδυνάτων, των νέων, των αλλοεθνών, των φτωχών, των πληβείων και των μειονεκτούντων, ενώ οι δυνατοί, οι επιφανείς, οι πατρίκιοι, οι οικονομικά ισχυροί και οι προβεβλημένοι έχουν προνομιακή μεταχείριση και δεν λογοδοτούν για τα ανομήματά τους και (στ΄) δεν διατηρείται ούτε για τους τύπους επικοινωνία μεταξύ των δικαστών, των εισαγγελέων και των δικηγόρων – συλλειτουργών για την σωστή (ορθή) απονομή του δικαίου και της δικαιοσύνης, αλλά οι δικαστές περιχαρακώνονται και αποτελούν “ιδιαίτερη τάξη”, ξεκομμένη από τον ζωντανό παλμό της κοινωνικής ζωής, τον οποίο δεν κατανοούν.
 
Αυτό το νοσηρό κλίμα στον χώρο της δικαστικής εξουσίας αποπνέει έντονη την οσμή της χολέρας του Μεσαίωνα, τον οποίο οι περισσότεροι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, επιμένουν να διατηρούν.
 
Αφορμή για τις παραπάνω διαπιστώσεις αποτέλεσαν πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις που δεν έχουν καμιά σχέση με τον σύγχρονο πολιτισμό και τη δημοκρατία.
 
Συγκεκριμένα, ήταν προϊόν δικαστικής αυθαιρεσίας και απανθρωπιάς η φυλάκιση του ηγουμένου της Μονής Βατοπεδίου, χωρίς αιτιολόγηση της κρίσης της ανακρίτριας και του συμβουλίου εφετών (όπως επισημαίνει σε άρθρο του της 13.01.2012 τέως πρόεδρος του Αρείου Πάγου, γράφοντας πως δεν αιτιολογείται η περί προφυλάκισης κρίση, χωρίς μνεία ουδενός εγγράφου ή κάποιας μαρτυρίας).
 
Ήταν απάνθρωπη, άδικη και παράνομη η διατήρηση της προφυλάκισης νεαρής μητέρας βρέφους λίγων μηνών, που γέννησε μέσα στη φυλακή, με το υπ’ αριθ. 1891/2011 βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών Αθηνών. Η ατυχής γυναίκα, που παρέμεινε στη φυλακή επί δέκα οκτώ μήνες, αναγκαστικά μαζί με το επίσης φυλακισμένο νεογνό της, ελευθερώθηκε τελικά με την υπ’ αριθ. 100/2012 οριστική απόφαση του τριμελούς εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων) [νομικά επίλεκτα: “Διατηρείται η προφυλάκιση νεαρής μητέρας”].
 
Ήταν απάνθρωπη και άδικη η καταδίκη αλλοδαπού ανηλίκου σαν να ήταν ενήλικος [νομικά επίλεκτα: “Καταδίκη Αλλοδαπού Ανηλίκου Σαν Ενηλίκου”], η μη αναγνώριση του δικαιώματος σε επανάληψη διαδικασίας (του καταδικασμένου στην απάνθρωπη ποινή της ισόβιας κάθειρξης) μετά από την καταδίκη της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [νομικά επίλεκτα: “O Άρειος Πάγος απέρριψε αίτηση καταδικασμένου”] καθώς και η καταδίκη σε ισόβια κάθειρξη κάποιου νεαρού, επειδή δραπέτευσε ο κατηγορούμενος αδελφός του.
 
Άδικες και απάνθρωπες αποφάσεις, με τις οποίες παραμερίζεται η εφαρμογή του νόμου και των αρχών του ανθρωπισμού και του πολιτισμού εκδίδονται συνεχώς. Με αυτές εξοντώνονται οι ατυχείς κατηγορούμενοι και δεν σωφρονίζονται. Πολλοί αθώοι καταδικάζονται επειδή εδώ και αρκετά χρόνια δεν γίνεται σεβαστή η αρχή “εν αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου”.
 
Κατά κανόνα οι αμφιβολίες καταλήγουν σε καταδίκη του κατηγορουμένου, ο οποίος, αισθανόμενος την αδικία και την αδυναμία του μπροστά στον κρατικό μηχανισμό που συνθλίβει, μετατρέπεται, δικαίως, σε ασυμφιλίωτο εχθρό της κοινωνίας. Η κατάσταση αυτή θ’ ανατραπεί με τον αρμόδιο έλεγχο των δικαστικών αποφάσεων και την αναβάθμιση της δικαστικής εξουσίας ώστε να γίνει προστάτης των αδικουμένων, των αδυνάτων και των κατατρεγμένων, φως που θα διαλύσει το έρεβος της αδικίας, του αυταρχισμού και της αρρώστιας.
 
 
Ε. Παπαδάκης

 

Your rating: None Average: 4.6 (21 votes)