Δευτέρα 7 Μαΐου 2018


Ελλάς - Τουρκία συμμαχία;

 
Εξ αιτίας της οθωμανικής κατάκτησης του ελλαδικού χώρου (της Τουρκοκρατίας), των συνεχών συγκρούσεων Μουσουλμάνων και Χριστιανών, της επανάστασης του 1821, των βαλκανικών πολέμων, του κρητικού ζητήματος, της μικρασιατικής εκστρατείας, των γεγονότων του 1940 κατά των ελλήνων ορθοδόξων της Τουρκίας κατά τη διάρκεια της γερμανικής, ιταλικής και βουλγαρικής κατοχής της Ελλάδας, των διωγμών του 1955 και του 1964, της εισβολής στην Κύπρο και των άλλων αντιπαραθέσεων, διατηρείται η παραδοσιακή αντιπαλότητα μεταξύ των δύο λαών. Η αντιπαλότητα αυτή έχει βαθιές ρίζες και στους δύο λαούς, παρά την πολιτιστική και φυλετική συγγένεια που είναι εμφανής, κυρίως μεταξύ των ελλήνων της κυρίως Ελλάδας και των τούρκων κατοίκων της Δυτικής και Βόρειας Μικράς Ασίας.
 
Μετά τη μεγάλη κρίση στην Κύπρο και μεταξύ οξύνσεων στις σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας, σημειώθηκαν παράλληλες προσπάθειες εξομάλυνσης, με δηλώσεις, εκδηλώσεις, επισκέψεις εκατέρωθεν, διασκέψεις, συσκέψεις και άλλες ενέργειες, οι οποίες πάντοτε είχαν σαν μόνιμη συνοδό την καχυποψία.
 
Πρόσφατα, έγιναν αμοιβαίες επισκέψεις των πρωθυπουργών της Ελλάδας και της Τουρκίας και θερμές δηλώσεις περί φιλίας, συνεργασίας και ειρήνευσης.
 
Υπήρξε συμφωνία ακόμα και για το περιεχόμενο των σχολικών βιβλίων της ιστορίας, με πρόθεση ν’ αμβλυνθούν και, ει δυνατό, να διαγραφούν οι αναφορές μίσους του ενός λαού για τον άλλο.
 
Η ελληνική πολιτική εδώ και χρόνια, παρά τις εντάσεις, διάκειται με ευμένεια απέναντι στην Τουρκία, της οποίας υποστηρίζει, ίσως περισσότερο από τους Τούρκους, την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
 
Η Τουρκία, διαθέτοντας συγκριτικά πιο σοβαρό κράτος, παράδοση, αχανή έκταση, μεγάλο πληθυσμό και αποτελεσματικούς κρατικούς μηχανισμούς, φαίνεται, έστω και με βήματα χελώνας, ν’ απομακρύνεται από το εθνικοσοσιαλιστικό σύστημα που εγκαταστάθηκε από τον ιδρυτή της λεγόμενης τουρκικής δημοκρατίας.
 
Ασθενικός άνεμος ελευθερίας πνέει εντός της τουρκικής επικράτειας και, παρά τις ακρότητες, τους εθνικιστικούς και θρησκευτικούς φανατισμούς, τις επιθέσεις και τις δολοφονίες, η τουρκική κοινωνία εκπολιτίζεται και εκσυγχρονίζεται. Αναβαθμίζεται κυρίως οικονομικά και την οικονομική πρόοδο ακολουθεί η εξασθένιση του φανατισμού και της μισαλλοδοξίας.  Σε αυτή τη διαδικασία συμβάλλουν οι τούρκοι μετανάστες, που μεταφέρουν το ευρωπαϊκό πνεύμα ανεκτικότητας και ανοχής μέσα στο τουρκικό αμάγαλμα των λαών και εθνοτήτων, που υπολογίζονται σε μερικές δεκάδες, με κυρίαρχη την κουρδική μειονότητα των εκατομμυρίων.
 
Με την ίδρυση της λεγόμενης τουρκικής δημοκρατίας και την υιοθέτηση πολλών δυτικών προτύπων, οι Τούρκοι δεν εκμεταλλεύτηκαν τον πολιτιστικό πλούτο που κληρονόμησαν (μετά και με τις κατακτήσεις τους), αλλά προσπάθησαν, μιμούμενοι σε πολλά τους ανόητους θιασώτες του Παγγερμανισμού, να επιβάλουν τον Παντουρκισμό ή Παντουρανισμό, εξοντώνοντας συστηματική όσους άλλους λαούς μπόρεσαν, με οδηγό και παράδειγμα τη μεγάλη και ασυγχώρητη γενοκτονία των Αρμενίων που είχε ξεκινήσει από παλιότερα.
 
Στην Ελλάδα τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν καλύτερα. Οι Έλληνες, όταν δεν πολεμούσαν με τους γείτονες, εξολόθρευαν συστηματικά ο ένας τον άλλον, με τελευταία τη φριχτή αλληλοεξόντωση της περιόδου 1940 – 1949 και με κατάληξη τη στρατιωτική δικτατορία και τη διατήρηση των αντιπαλοτήτων και των φανατισμών μέχρι και σήμερα.
 
Σαν μόνιμη απειλή αισθάνονται οι Έλληνες την Τουρκία και ειδικότερα τη στρατοκρατική δομή και τις εμφανείς επιθέσεις της σε κάθε ευκαιρία, με συνειδητοποίηση της επεκτατικής της τακτικής.
 
Αυτή είναι η κατάσταση σε αδρές γραμμές στην Τουρκία και στην Ελλάδα, οι οποίες έχουν πολλές αδυναμίες, εξ αιτίας των οποίων είναι δυνατό να προκληθούν ανεπανόρθωτες ζημιές, εθνικές καταστροφές και δυστυχία στην πλειονότητα των απλών πολιτών που αγωνίζονται να επιβιώσουν με αξιοπρέπεια.
 
Μετά την οικονομική και κοινωνική κρίση στην Ελλάδα, έλληνες επιχειρηματίες και απλοί εργαζόμενοι εγκατέλειψαν τη χώρα κυρίας από το 2009 και εξακολουθούν μαζικά να αναζητούν στην Ευρώπη, στην Αυστραλία και στις γειτονικές χώρες (Βουλγαρία, Σκόπια, Τουρκία) ευκαιρίες απασχόλησης και οικονομικής δράσης.
 
Οι συνθήκες στη χώρα μας, εξ αιτίας της ανοργανωσιάς, της αδιαφορίας και του ατομικισμού, χειροτερεύουν. Το Κράτος αποδιοργανώνεται, τα συνδικάτα ξεσαλώνουν, οι πολιτικοί παραμένουν αμετανόητοι καιροσκόποι, οι θεσμοί δεν γίνονται σεβαστοί και η φορολόγηση αποκλείει κάθε οικονομική αναπνοή και δράση.
 
Έτσι, πολλοί συμπατριώτες μας εξαναγκάστηκαν να στραφούν και προς την Τουρκία, εκμεταλλευόμενοι τη φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος και τις ενισχύσεις που παρέχει το τουρκικό κράτος, που βρίσκεται σε πορεία κάθετης ανάπτυξης, επειδή εξασφαλίζει ακριβώς εκείνα τα οποία αποκλείουν οι εδώ φωστήρες του κρατισμού, των κατοχυρώσεων και των σχέσεων πελατείας μεταξύ πολιτών – ψηφοφόρων και πολιτικάντηδων.
 
Πολλές επιχειρήσεις ελληνικών συμφερόντων λειτουργούν στην τουρκική επικράτεια και αμέτρητοι έλληνες επιχειρηματίες και εργαζόμενοι έχουν εγκατασταθεί στην Τουρκία, δραστηριοποιούμενοι εντατικά για την οικονομική πρόοδο της γειτονικής χώρας. Αυτό οφείλεται και στη δυνατότητα επικοινωνίας με τους γείτονες ακόμη και στις εθνικές γλώσσες, ελληνική και τουρκική, που, παρά τη διαφορά στη δομή τους, διαθέτουν πολλές κοινές λέξεις και είναι γνωστές σε πολλούς (κυρίους στους απογόνους των από την Κρήτη εκδιωχθέντων μουσουλμάνων, των από τη Μικρά Ασία ελλήνων χριστιανών καθώς και των απανταχού ευρισκόμενων απογόνων των Φαναριωτών, των Ποντίων και των άλλων με ασιατική προέλευση, όπως από την Πισιδία και τη Λυδία).
 
Πολλοί ήδη συζητούν για την εγκαρδιότητα των τούρκων επιχειρηματιών και των εκπροσώπων του τουρκικού κράτους, για τις διευκολύνσεις που παρέχονται και για τις επικρατούσες στην Τουρκία ευνοϊκές συνθήκες για επιχειρηματική και οικονομική ευδοκίμηση.
 
Τούρκοι επιχειρηματίες διατρέχουν την ελληνική επικράτεια με ενδιαφέρουσες προτάσεις επενδύσεων στην Τουρκία, ενώ το ελληνικό κράτος κοιμάται μακαρίως τον νήδυμο, καταβασανίζοντας τους πολίτες και τιμωρώντας όσους τυχόν κατάφεραν να προοδεύσουν, κατ’ εξαίρεση, αναπτύσσοντας επιτυχημένη επιχειρηματική δραστηριότητα. Όσο για τις ξένες επενδύσεις, αυτές καταδιώκονται από τη βάρβαρη γραφειοκρατία και τις πολιτικές, τριτοκοσμικές ιδεοληψίες που επικρατούν, ενώ, παράλληλα, παραμένει αχαλίνωτη και προκλητική η δράση των κρατικοδίαιτων επιχειρηματιών, που μηρυκάζουν όσα καταβρόχθισαν από την κρατική ταΐστρα εδώ και δεκαετίες.
 
Το τουρκικό κράτος, προσπαθώντας ν’ αναπτύξει ειδικά τις περιοχές με κουρδικούς πληθυσμούς της Ανατολίας, παρέχει δελεαστικά οικονομικά κίνητρα σε μεικτές επιχειρήσεις, τουρκικές με ξένους επενδυτές, εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, γνωρίζοντας πως το όφελος για την οικονομία θα είναι πολλαπλάσιο.
 
Με βάση αυτή τη σε εξέλιξη οικονομική συνεργασία Ελλήνων και Τούρκων, παρά τη μονομέρειά της, ίσως θα έπρεπε να αρχίσουμε να μιλάμε πια για οικονομική συμμαχία Τουρκίας και Ελλάδας. Άλλωστε, οι δύο λαοί έχουν περισσότερα που τους ενώνουν και αυτά που τους χωρίζουν ανήκουν σε άλλους αιώνες.
 
Οι Γάλλοι, Γερμανοί και Σκανδιναβοί, μαζί με τους νέους εταίρους μας από τον τέως σοβιετικό συνασπισμό, μιλάνε άλλη γλώσσα. Τη γλώσσα που γνωρίσαμε πολύ καλά κατά τη διάρκεια και μετά το τέλος του ΒΠΠ. Η συνεννόηση με αυτούς είναι πιο δύσκολη από τη συνεννόηση με τους θεωρούμενους παραδοσιακά εχθρούς μας. Βέβαια, αυτό θα φανεί από την πράξη και με τον χρόνο.
 
Όμως, οι ενδείξεις είναι θετικές. Η Ανατολή φαίνεται πιο οικεία από τη Δύση. Ίσως οι εξ Ανατολών γείτονες ν’ αποτελούν την αληθινή ευκαιρία για να ξεφύγουμε από την οικονομική κρίση και την παρακμή. Αν προχωρήσουμε με προσοχή και σύνεση, έχοντας υπόψη την ανατολική κουτοπονηριά, που, πάντως, δεν διαφέρει σε πολλά από τη νεοελληνική…
 
Αντί για φόβο και επιφύλαξη, μπορεί η οικονομική συνεργασία με τους τούρκους επιχειρηματίες, που πλαισιώνεται από το κράτος της γειτονικής χώρα, ν’ αποτελεί τη διέξοδο. Ίσως τη μοναδική ορατή και προσβάσιμη.
 
Ε. Παπαδάκης
Your rating: None Average: 4.9 (13 votes)