Σαββάτο 10 Φεβρουαρίου 2018


Ελληνική σημαία

 
ΠΛΑΣΤΙΚΗ ΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΣΗΜΑΙΑ – ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΗΜΑΙΑ: ΣΗΜΕΙΩΣΑΤΕ 1
 
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια παρέα μικρών παιδιών που έπαιζαν στον κήπο τους. Ξαφνικά, και ενώ το μόνο που ακουγόταν ήταν οι χαρούμενες παιδικές φωνούλες, άρχισαν να ακούγονται από το βάθος του ορίζοντα κραυγές ενθουσιασμού, κόρνες, ντουντούκες, χειροκροτήματα που πλησίαζαν όλο και περισσότερο.
 
Τα παιδιά τρόμαξαν και έτρεξαν στα κάγκελα και σκαρφάλωσαν να δουν τι ήταν αυτό που επρόκειτο να περάσει από εκεί. Και ξαφνικά γούρλωσαν τα ματάκια τους και άρχισαν να χειροκροτούν και αυτά διότι, απ’ ότι φαινόταν, στην περιοχή τους κατέφθανε ένα …τσίρκο.
 
Αυτοκίνητα, φωνές, χειροκροτήματα …σημαίες. Αχ αυτές οι σημαίες, πόσο όμορφα κυμάτιζαν στο πέρασμα των αυτοκινήτων από μπροστά τους. Πλαστικές ήταν βέβαια και μονόχρωμες (μπλε ή πράσινες ή κόκκινες, δεν θυμάμαι μετά από τόσα χρόνια), αλλά εντυπωσιακές. Πιο πολύ γιατί οι “ακόλουθοι” αυτού του θιάσου, τις κρατούσαν με υπερηφάνεια και τις κουνούσαν με καμάρι.
 
Τα αυτοκίνητα σταμάτησαν λίγα μέτρα πιο κάτω, στην πλατεία και η παρέα μας έτρεξε ακολουθώντας σαστισμένη να παρακολουθήσει το …θέαμα.
 
Οι “ακόλουθοι” βγήκαν από τα αυτοκίνητα, χαρούμενοι και αναψοκοκκινισμένοι, και πάσχιζαν σπρώχνοντας (και βρίζοντας καμιά φορά) να φτάσουν μπροστά -μπροστά όπου, όπως ήταν φανερό, βρισκόταν ο “θιασάρχης”.
 
Αγωνιούσαν να τον ακουμπήσουν, να του σφίξουν το χέρι να του πουν δυο λόγια ο καθένας και μετά απομακρύνονταν ευχαριστημένοι ότι αυτός ο “σπουδαίος” άνθρωπος είχε καταδεχτεί να τους ρίξει μια ματιά, να τους αγγίξει να τους “κοροϊδέψει”. Γιατί εμείς, αυτή την αίσθηση είχαμε και οι παιδικές αισθήσεις σπάνια γελιούνται.
 
Στη συνέχεια ο “θιασάρχης” ανέβηκε σε ένα σκαλοπάτι πιο ψηλά από όλους τους άλλους, για να τον βλέπουν υποτίθεται όλοι, για να ξεχωρίζει από τη μάζα, λέω εγώ. Άρχισε λοιπόν να φωνάζει και να λέει κάτι ακαταλαβίστικα πράγματα. Κανείς δεν τον άκουγε πραγματικά, κανείς δεν έδινε σημασία σε αυτά που έλεγε, κανείς δεν ενδιαφερόταν για αυτά που λέει. Όλοι όμως ήταν πολύ χαρούμενοι, κουνούσαν τις πλαστικές τους σημαιούλες και κατά διαστήματα χειροκροτούσαν και φώναζαν ευτυχισμένοι. Μάλιστα, ένας πολύ καλός κύριος, κάποια στιγμή μας πλησίασε κι εμάς και μας έδωσε από μια τέτοια σημαιούλα “να την κρατάμε ψηλά και να την κουνάμε με δύναμη όπως μας είπε”.  
 
Αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή με τη γνωστή σε όλους πλαστική κομματική σημαία.
 
Πόση εντύπωση μου είχε κάνει…
 
Mέχρι τότε ήξερα ότι έπρεπε να είμαι “καλή μαθήτρια”, για να διεκδικήσω στην παρέλαση τη ΣΗΜΑΙΑ, κάτι που ως κόρη δασκάλων, είχα μάθε ότι ήταν μέγιστη τιμή.
 
Την ελληνική σημαία που αισθανόμουν καμάρι και υπερηφάνεια κάθε φορά που την σήκωνα ψηλά. Και τώρα έβλεπα μπροστά μου μικρά - μικρά χρωματιστά σημαιάκια να τα κρατούν όλοι και δεν ήξερα και αν ήταν “καλοί μαθητές”. Πάει η μαγεία ΤΗΣ ΣΗΜΑΙΑΣ.
 
Από τότε την έβλεπα παντού. Στα αυτοκίνητα, στα παράθυρα των σπιτιών, στις μάντρες των κήπων, μέχρι και στις δοκούς όπου άλλοτε κυμάτιζε η Ελληνική Σημαία.
 
Δεν κατάλαβα ποτέ, μέχρι και σήμερα, τι πρέσβευε αυτό το πλαστικό πράγμα που ξαφνικά είχε μπει στη ζωή μας. Έβλεπα ανθρώπους να κοιτάζονται με μισό μάτι, διότι στα παράθυρά τους κυμάτιζαν πλαστικές σημαίες διαφορετικού χρώματος.
 
Μέχρι και στα καφενεία, θυμάμαι, ότι είχαν τέτοιες σημαίες και ο κόσμος έμπαινε στο καφενείο, όχι όπου βρισκόταν η παρέα του αλλά όπου κυμάτιζε η “σωστή” σημαία.
 
Και κάθε φορά που ο κύριος “Πασοκόπουλος” και ο κύριος “Νεοδημοκρατίδης” ή ο κύριος “Κομμουνιστάκης” επισκέπτονταν το αντίστοιχο καφενείο (με τη σωστή πάντοτε σημαία), όλοι οι υπόλοιποι προσπαθούσαν να μετρήσουν με το μάτι τη δύναμη του καθενός, για να κάνουν συγκρίσεις με τη δική τους. Και αν τυχόν κάποιος από τους ανωτέρω “κυρίους” αποφάσιζε να αλλάξει “χρώμα”… πω - πω τι γινόταν… Έπεφτε σε κατάθλιψη όλη η “φαμίλια” γιατί δεν μπορούσε να αντέξει την “προδοσία”.
 
Όλοι αυτοί οι ακόλουθοι οδήγησαν την Ελλάδα μας στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα. Ναι, ευθύνεται και ο θιασάρχης, αλλά χωρίς τους κλόουν και τους ακολούθους τίποτε δεν θα μπορούσε να έχει καταφέρει.
 
Κάποτε τους Έλληνες μας ένωνε η Σημαία μας και κάναμε θαύματα. Αντιμετωπίσαμε εχθρούς και κινδύνους ενωμένοι όλοι κάτω από τη Σημαία μας. Στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με την πλαστική κομματική σημαία και από τότε δεν υπήρξαμε ποτέ ξανά όλοι μαζί. Ποτέ ενωμένοι. Μας χώριζε πάντοτε το χρώμα και το …συμφέρον. Γιατί πλέον ο καθένας ενδιαφερόταν για το ατομικό συμφέρον και όχι το συλλογικό.
 
Επομένως γιατί παραπονιόμαστε; Εμείς δεν αντικαταστήσαμε την ΣΗΜΑΙΑ μας με την πλαστική σημαία την μπλε, την πράσινη και την κόκκινη;
 
Τώρα τρέχουμε και βγάζουμε τις ελληνικές σημαίες και κλαίμε και σπαράζουμε που μας την “ποδοπατούν”. Μα εμείς δεν το κάναμε αυτό πρώτοι απ’ όλους δίνοντας έτσι το έναυσμα και σε όλους τους άλλους;
 
Δεν σεβαστήκαμε αξίες, δεν σεβαστήκαμε ιδανικά, δεν σεβαστήκαμε τον πολιτισμό μας, δεν σεβαστήκαμε την ιστορία μας. Αντίθετα δεν διστάσαμε να θυσιάσουμε τα πάντα για μια “θέση στο δημόσιο”, για ένα μισθό και για διάφορα άλλα τέτοια μικροσυμφέροντα. Και προσπαθούμε όπως πάντα ν’ αποδώσουμε τα “όσα υφιστάμεθα” σε συνωμοσίες και ίντριγκες όλων των άλλων εναντίον μας. Όχι αγαπητοί μου. Εμείς υπονομεύσαμε την αξιοπρέπειά μας, τις αξίες μας και τα ιδανικά μας. Δεν μας φταίει κανείς άλλος.
 
Εμείς καθορίσαμε τη μοίρα μας. Και θα την υποστούμε. Και, για να είμαι ειλικρινής, δεν βλέπω και καμιά ουσιαστική διάθεση να αλλάξουμε κάτι. Και αυτό είναι το πιο τραγικό απ’ όλα: Και πάθαμε και δεν μάθαμε.
 
Φωτεινή Κλάδη
 
Your rating: None Average: 4.5 (11 votes)