Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2018


Κοινωνικοπολιτική διάσταση του ξεσηκωμού του ’21

 
Η Ελληνική Επανάσταση αντιμετώπισε τη βάρβαρη αλλά και διεφθασμένη Οθωμανική Εξουσία, κάτω από δυσμενείς εσωτερικές συνθήκες και δυσμενένστερες διεθνείς συγκυρίες. Ακριβώς γι’ αυτό αποτελεί, χωρίς υπερβολή, το μεγαλύτερο γεγονός του ΙΘ Αιώνα και το σημαντικότερο μετά τη Γαλλική Επανάσταση. Η διεθνής, ωστόσο, ιστοριογραφία αγνόησε ή υποτίμησε την κορυφαία αυτή στιγμή της ανθρωπότητας. Άλλοτε από προκαταλήψεις και άλλοτε από ωμή σκοπιμότητα. Ένας λαός που έχει συνείδηση των πολιτιστικών του καταβολών ξεσηκώνεται ομολομόναχος εναντίον μιας πανίσχυρης αυτοκρατορίας, με όλες τις δυνάμεις της εποχής απερίφραστα εχθρικές. Είναι το Ελληνικό «παράλογο», η «μωρία» του Απόστολου Παύλου. Επαναστατεί, όχι μόνο για αποτίναξη του Οθμανικού ζυγού, αλλά και για κοινωνική δικαιοσύνη. Για Εθνική Απελευθέρωση αλλά και για Δημοκρατία. Εθνικό αλλά και Πολιτικό Όραμα μέσα στον ζώφο της δουλείας. Μοναδικό παράδειγμα στον κόσμο εκείνης της εποχής.
 
Υποστηρίζεται συχνά με επιμονή ότι το ’21 είχε αποκλειστικά εθνικό, απελευθερωτικό χαρακτήρα, χωρίς παράλληλες κοινωνικές διεκδικήσεις και ταξικές αντιπαραθέσεις. Επανάσταση για την εκδίωξη του Οθωμανού Δυνάστη και όχι για τη συντριβή των φεουδαρχικών ή ημι-φεουδαρχικών δεσμών. Αλλά, σ’ ένα απόρρητο έγγραφο που βρίσκεται στα Αυστριακά Αρχεία και μάλλον πρόκειται για υπόμνημα – ίσως προς το Ανακτοβούλιο – του Φον Γκεντς, του διαβόητου μυστικοσύμβουλου του Μέτερνιχ, με συμπεράσματα από επιτόπια έρευνα απεσταλμένων και πρακτόρων στη μαχόμενη Ελλάδα, τονίζεται η κοινωνικο – πολιτική παράμετρος του ξεσηκωμού. Κατά το υπόμνημα, πριν εμφανιστούν τα ξενοκίνητα κόμματα, αντιπαρατάσσονταν στην Ελλάδα του αγώνα δύο πολιτικές μερίδες, η Δημοκρατική και η Ολιγαρχία, «το Κόμμα της Δημοκρατίας και το κόμμα της Ολιγαρχίας ή ακριβέστερα το Δημοκρατικό Κόμμα και το Αντιδημοκρατικό». Ένοπλος αγώνας εθνικοαπελευθερωτικός και συγχρόνως σύγκρουση των πολιτικών δυνάμεων για την οργάνωση του κράτους και τη μορφή της εξουσίας. Ταξική αναμέτρηση αναπόφευκτη και, κυρίως, υγιής. Από τη μια μεριά η προοδευτική παράταξη που οραματίζεται τη συγκρότηση ενός ανεξάρτητου έθνους με φιλελεύθερους και δημοκρατικούς δεσμούς. Από την άλλη το αντιδημοκρατικό στρατόπεδο - Κοτζαμπάσηδες της τουρκοκρατίας, Προεστοί που προχειρίστηκαν σε στρατιωτικούς ηγέτες και μερικοί κλεφτοκαπεταναίοι. Η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων, τα πλατιά αγροτολαϊκά στρώματα εναντίον μιας ευάριθμης ομάδας παραδοσιακών ή νεότευκτων προνομιούχων.
 
Ο συντάκτης του υπομνήματος θεωρεί επικίνδυνο και απαράδεκτο το «Δημοκρατικό κόμμα», επαναστατικό, διαποτισμένο από το πνεύμα της ψευδοελευθερίας και της διακήρυξης για την εγκαθίδρυση ενός νέου κοινωνικού συστήματος με «ισότητα δικαιωμάτων και τάξεων, λαϊκή κυριαρχία, συντάγματα, εκλογές, δημοσιότητα των συνθηκών και απεριόριστη ελευθερία του τύπου.» Υιοθετεί δηλαδή όλους τους θεσμούς που καθιέρωσε η Βορειοαμερικάνικη επανάσταση και, κυρίως, η Γαλλική. Και ποιοι είναι οι πρωτεργάτες αυτού του «Επαναστατικού Συστήματος»; Είναι «οι Έλληνες που μαθήτευσαν στα φιλοσοφικά βιβλία των φιλελεύθερων και αθεϊστικών κοινωνιών, στα σχολεία και στα πανεπιστήμια της Ευρώπης». Πρόκειται, γράφει ο συντάκτης του υπομνήματος, για κίνημα με Πανελλήνια ανταπόκριση. «Το πνεύμα που κυριαρχεί στο Ναύπλιο και την Ύδρα βρίσκει απηχήσεις και συνεργάτες στην Αθήνα, το Μεσολλόγγι, τα Επτάνησα, ακόμα και στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη».
 
Και η ιδεολογία του Ολιγαρχικού Κόμματος; Κατά την απόρρητη Αυστριακή έκθεση οι Ολιγαρχικοί «έχοντας αποσείσει το ζυγό της δουλείας, βλέπουν ως φυσικούς και νόμιμους διαδόχους των Τούρκων τον εαυτό τους. Δεν ενδιαφέρονται για κεντρική εξουσία, συντάγματα και νομοθετικά σώματα. Κι όταν κρίνεται αναγκαία μια κεντρική διοίκηση, καθένας φιλοδοξεί να παραμείνει κυρίαρχος στην περιοχή του. Δεν αποβλέπουν, με δυο λόγια, ούτε σε δημοκρατία ούτε σε μοναρχία, αλλά σε μια ολιγαρχική ομοσπονδία».
 
Δύο κόσμοι με διαφορετικά συμφέροντα και διαφορετικές προοπτικές. Σύγκρουση πολιτικών ιδεών και ταξικών συμφερόντων, αλλά μέσα σε αυστηρά ειρηνικό πλαίσιο με πατριωτικά κριτήρια. Γιατί όπως διαπιστώνει ο συντάκτης του Αυστριακού υπομνήματος, όλες οι παρατάξεις στα πρώτα χρόνια του ξεσηκωμού απέκρουσαν με επιμονή κάθε ξένη ανάμειξη στην πολιτική ζωή της Ελλάδας. «Επιβάλλεται να τονιστεί ότι η απέχθεια για ξένη επιρροή από οποιαδήποτε πλευρά υπήρξε ως τώρα το αίσθημα που κυριαρχούσε σε όλα ελληνικά κόμματα».
 
Και προκύπτει το ερώτημα: Τι προκάλεσε τον αφελληνισμό της πολιτικής ιδεολογίας των επαναστατών και την ξένη επέμβαση; Πώς οι δύο αρχικές παρατάξεις των Δημοκρατικών και των Ολιγαρχικών μεταμορφώθηκαν σε Αγγλικό, Γαλλικό και Ρωσικό κόμμα; Πώς κατρακύλησε η Επανάσταση σε εσωτερική ρήξη που έφερε την εδαφική συρρίκνωση του νεογέννητου Έθνους και τη διαιώνιση της δουλείας σε περιοχές που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν; Πώς καταποντίστηκαν τα οράματα για μεγάλη, ανεξάρτητη και δημοκρατική πατρίδα; (πηγή: Διαφθορά της Εξουσίας ,Κυρακος Σιμόπουλος 1992).
 
Όπως είναι γνωστό οι ευρωπαϊκές Δυνάμεις υποστήριζαν την ακεραιότητα της οθωμανικής αυτοκρατορίας και δεν ήθελαν ένα νέο ανεξάρτητο έθνος στην ευαίσθητη περιοχή της ΝΑ Ευρώπης και ειδικότερα τους Έλληνες που δεν τούς εμπιστεύονταν. Η αναγέννηση ενός έθνους με ένδοξες και παγκόσμιας ακτινοβολίας περγαμηνές, δεν ήταν επιθυμητή. Η ανθελληνική πολιτική των Άγγλων Γάλλων, Αυστριακών και κυρίως το Αγγλικό δάνειο έθεσε υπό ξένο έλεγχο την Επανάσταση, θα οδηγήσει στόν εμφυλιο πόλεμο και θα ανατρέψει τα ιδεολογικά θεμέλια του αγώνα. Με τελικό αποτέλεσμα το θλιβερό εξαρτημένο κρατίδιο με αλλόφυλους ηγεμόνες, όργανα των δυνάμεων.
 
Γιατί όμως κατίσχυσε η ξένη επιβουλή; Η ζύμη των ηγετικών ομάδων που συνθέτουν το Ελληνικό τοπίο στην αρχή του αγώνα είναι εξ υπαρχής διεφθαρμένη ζύμη κακίας και πονηρίας. Η τύχη του Ελληνισμού παίζεται και χάνεται στην πρώτη τριετία του αγώνα. Η ανομοιογένεια των ηγετών -  λαοπρόβλητων, αυτοχειροτόνητων ή ετεροκίνητων – σε πεδία, ήθος, καταβολές και συμφέροντα, οι περίπλοκες, αντιφατικές και συχνά εχθρκές σχέσεις και διασυνδέσεις, ο θανάσιμος ανταγωνισμός για την εξουσία, κακοφόρμησαν προαιώνιες πληγές και υπονόμευσαν τον πατριωτισμό που φλόγιζε την ψυχή όλων των Ελλήνων. Ευάλωτοι οι «αρχηγοί» εξ αιτίας ιδιοπαθών μειονεξιών και παρορμήσεων, έδωσαν γην και ύδωρ στους ξένους, καταπρόδωσαν από ιδιοτέλεια τις φιλελεύθερες και δημοκρατικές αρχές που θέσπισαν οι Εθνοσυνελεύσεις και παρέσυραν το Επαναστατημένο Έθνος στον όλεθρο.
 
Ελεεινό ψεύδος ο ισχυρισμός ότι ο Ελληνικός λαός ήταν εξαχρειωμένος, εξ αιτίας της μακραίωνης δουλείας, αγροίκος και χαμερπής. Αντίθετα, διατηρούσε τις παραδοσιακές αξίες, τη φυσική ευγένεια και αλληλεγγύη, το πάθος της ελευθερίας, το φιλότιμο και την ατομική αξιοπρέπεια, συστατικά του Ελληνικού ψυχισμού. Η διαφθορά, ο εκφυλισμός και η αλλοτρίωση, αφορούν αποκλειστικά τους συνεργάτες των ξένων δυναστών, Τούρκων και Δυτικών. Απέναντι σ’ ένα λαό ήρωα, πανέτοιμο για κάθε θυσία, καρτερικό και ακατάβλητο, ένα λαό που εγκολπώθηκε από την πρώτη στιγμή με ωριμότητα τους νέους πολιτικούς θεσμούς, μια ανάξια και εξαχρειωμένη ηγεσία. Σταχυολογώ όσα έχουν γράψει διάφοροι ξένοι για τους Έλληνες. «Τους αληθινούς Έλληνες δεν θα τους βρεις στην Κωνσταντινούπολη, όπου φιλούν τις αλυσίδες τους και πασχίζουν να τις κρύψουν με λουλούδια», έγραψε Γερμανός αριστοκράτης το 1768. Ο Άγγλος γιατρός G. Griffiths που περιηγήθηκε την Ανατολή το 1785, ταυτίζει τους πλούσιους Φαναριώτες με τους προνομιούχους μουσουλμάνους και αντιπαραθέτει τους Έλληνες της Ρούμελης, του Μωρηά και των Νησιών που είναι «γενναίοι, τολμηροί και υψηλόφρονες». Οι αληθινοί Έλληνες δεν είναι η τάξη των πλουσίων, γράφει το 1792 ο Γάλλος Α. L. Castellan «ο φόβος αρπαγής του αποθησαυρισμένου πλούτου έχει μεταβάλλει τους προνομιούχους σε διπλοπρόσωπους και ποταπούς ... Μονάχα στους βουνίσιους θα βρεις την ειλικρίνεια και την καλωσύνη, τις αρετές της φιλοξενίας». Και τελειώνω με τον Αμερικανό H. Post που βρίσκεται την Ελλάδα το 1827 γράφει «Είναι ο πιο αξιαγάπητος και ευυπόληπτος λαός, ο πιο φιλόξενος και γενναιόδωρος».
 
Αφηγείται ο Κολοκοτρώνης «Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγαινε εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδο. Κι αν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία και ίσως εφτάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη... Εκατό Έλληνες έβαζαν 5.000 Τούρκους εμπρός κι ένα καράβι μιαν αρμάδα. Αλλά δεν εβάσταξεν. Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γίνουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδι το κεφάλι». Και συμπληρώνει ο αγωνιστής Φωτάκος: «Κατά τας αρχάς της Επαναστάσεως όλοι οι Έλληνες είχον ίσον αίσθημα δια την ελευθερίαν υπερασπιζόμενοι την πατρίδα των, εκαταφρόνουν τον θάνατον και πείσμα μεγάλο είχαν να νικούν τους εχθρούς τους. Τούτο όμως εγένετο εν καιρώ καθαράς δημοκρατίας, αλλά άμα ύστερα εισεχώρησε η αριστοκρατία, αυτή ενόθευσεν την Διοίκησιν αύξησε την φιλοδοξία τατόμων έφερε την εσωτερική ασυμφωνία και επί τέλους τον εμφύλιο πόλεμον.
 
Η λαϊκή κυριαρχία ήταν εδραιωμένη στην συνείδηση των Ελλήνων. Η ανάδειξη αντιπροσώπων γινόταν με συμμετοχικές διαδικασίες που θυμίζουν την αθηναϊκή δημοκρατία του Ε’ και Δ’ αι. π.Χ. Τα πρώτα στάδια της διαφθοράς εμφανίστηκαν με τη διαμάχη για τα αξιώματα. Ενώ διεξαγόταν αγώνας ζωής και θανάτου εναντίον μιας πανίσχυρης αυτοκρατορίας και μάλιστα με τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις συμμάχους της, οι «ηγέτες» συγκροτούσαν πολυμελή κυβέρνηση και πολυάριθμη, πολυδάπανη υπαλληλία. Δέκα οκτώ τα μέλη του πρώτου Υπουργικού Συμβουλίου! Έπρεπε να ικανοποιηθούν και να εξισορροπηθούν οι αξιώσεις των τοπικών παραγόντων. Μωραΐτες, Ρουμελιώτες, αλλά και Μανιάτες «αρχηγοί» απαιτούσαν ίσο μερίδιο στην ευωχία της εξουσίας. Στα μινιστέρια των πολεμικών (στρατιωτικών) και ναυτικού διορίστηκαν ανά τρεις υπουργοί – στο πρώτο ένας Μωραΐτης, ένας Ρουμελιώτης και ένας Μανιάτης, στο δεύτερο ένας Υδραίος, ένας Σπετσιώτης κι ένας Ψαριανός. Και μια εξωφρενική γραφειοκρατία αρχίζει – και συνεχίζει ακόμα – το εθνοφθόρο έργο της. Μέγα πλήθος υπαλλήλων πλαισιώνει τους Υπουργούς και αλληλογραφεί «για ψύλλου πήδημα». Καθε ομοιότητα με την σημερινή κατάσταση είναι συμπτωματική και τυχαία!
 
Το πενταμελές Εκτελεστικό δεν γνωστοποιεί τις αποφάσεις του στους αρμοδίους Υπουργούς, αλλά τις διαβιβάζει προς τον Γενικό Γραμματέα της Επικρατείας – Μίνιστρο των Εσωτερικών κι εκείνος φροντίζει για τα περαιτέρω. Πώς εξηγείται αυτή η κατάπτωση και μάλιστα στην κορυφαία φάση του αγώνα; Κάθε εξουσία ρέπει προς τον αυταρχισμό και τη διαφθορά. Στην περίπτωση των Κυβερνήσεων του Αγώνα, οι διαβρωτικές δυνάμεις είναι εγγενείς. Το μίασμα της διαφθοράς ενυπάρχει στα συστατικά στοιχεία της κρατικής οργάνωσης και στους ετερογενείς παράγοντες της εξουσίας. Οι ηγετικές ομάδες του απελευθερωτικού πολέμου είναι αμαρτωλές και γι’ αυτό ευάλωτες. Τα πολιτικά και στρατιωτικά αξιώματα διεκδικούν οργανωμένα συμφέροντα, συνομοταξίες ατόμων πολύπειρων ή αγροίκων που ελαύνονται από πατριωτισμό ανάμικτο με υστεροβουλία και πάθη. Κοτζαμπάσηδες, προεστοί νησιών, μπέηδες της Μάνης, νομιμόφρονες «εκπρόσωποι» του υπόδουλου Ελληνισμού στην Υψηλή Πύλη, Φαναριώτες επί αιώνες έμπιστοι συνεργάτες των Σουλτάνων, τρόφιμοι των σαραγιών του Αλή Πασά, κλέφτες και αρματωλοί, Επτανήσιοι κόντηδες, ένας κόσμος που πρωταγωνιστούσε ως την Επανάσταση με τη χαμέρπεια, την πανουργία, τη δουλοφροσύνη, τη βία και την απάτη. Και πρώτα – πρώτα, οι Κοτζαμπάσηδες (Kocabash στα τουρκικά σημαίνει αρχηγός. Ονοματολογικές παραλλαγές προεστοί, πρόκριτοι, προύχοντες, άρχοντες). Η προνομιούχα τάξη της τουρκοκρατίας. Ευνοούμενοι της Οθωμανικής Εξουσίας, εκπρόσωποί της και ενδιάμεσοι, αλλά και μονίμως υπό την απειλή δυσμένειας και αποκεφαλισμού. Συγκεντρώνουν το λαϊκό μίσος εξαιτίας της συνεργασίας τους με τον Τούρκο δυνάστη. Οι προεστοί είναι ο «όλεθρος του Έθνους», έγραφε ο Άγγλος στρατιωτικός Leak που παρέμεινε αρκετά χρόνια στην Ελλάδα. «Είναι οι πιο χυδαίοι πράκτορες και οι πιο αξιοκαταφρόνητοι σατράπες του Σουλτάνου», σχολιάζει ο πρόξενος της Γαλλίας στα Γιάννενα. «Πλουτίζουν με τις αρπαγές και την καταπίεση του λαού. Τέρατα αποτρόπαια, μανιάζουν επειδή οι Έλληνες λαχταρούν την ελευθερία τους. Όταν γίνονται ταραχές, καλούν τους δεσποτάδες να επαναφέρουν την τάξη με την απειλή του αφορισμού». Οι κοτζαμπάσηδες και οι προεστοί ζούσαν σε χλιδή ως Οθωμανοί μεγιστάνες. Τα αρχοντικά τους συναγωνίζονταν τα σεράγια των Πασάδων. Ο Σισίνης, ο αφέντης της Γαστούνης, θησαύρησε κατά την επανάσταση, καταγγέλλουν τα «Ελληνικά Χρονικά» του Μεσολογγίου, «από τας διαρπαγάς και τας καταχρήσεις, κατέφαγε την μικράν Αίγυπτο, Γαστούνη, επί τόσους χρόνους. Έμβασε εις την Ζάκυνθον μιλιούνα γροσίων και πολυτίμων λίθων και φανερά και κλεπτικά». Ήταν κάτι μεταξύ Βοεβόδα και Πασά. Γράφει ο Άγγλος ιστορικός Finley «έβγαινε πάντοτε με συνοδεία καβαλαραίων, αρματωμένων πεζών και ιπποκόμων που κρατούσαν περσικά λαγωνικά. Η γιοί του προσαγορεύονταν Μπέηδες και οι κολλητοί έπεφταν στα γόνατα όταν βρισκόταν μπροστά τους. Οι προεστοί αγωνίστηκαν κατά την Επανάσταση,» γράφει ο Finley «για να γίνουν ανεξάρτητοι τύραννοι στην περιοχή τους». Δεν πέρασαν 3 μήνες μετά τον ξεσηκωμό και η Ελλάδα γέμισε μικρούς Αληπασάδες. Κατά τον Γερμανό ιστορικό Βαρθόλδη, «οι Έλληνες προεστοί έπραττον κατά το αξίωμα: ο ζημιών το Έθνος, ουδένα ζημιοί».
 
Οι πρόκριτοι μεταχειρίζονταν τους χωρικούς σαν δουλοπάροικους. Ο Μακρυγιάννης είδε τον Γιάννη Νοταρά, Κοτζάμπαση της Κορινθίας, να βασανίζει έναν πολίτη στο «κονάκι» του. «Τέτοιον τυραγνισμό δεν ήξεραν να του κάνουν οι Κατζαντωναίοι, οπούνταν λησταί. Δεμένος ο πολίτης κεφάλι και κώλος ένα και του γύρευαν χρήματα. Το σιχάθηκα όλως διόλου το ρωμαίικο». Τη διεφθαρμένη εξουσία έπρεπε να σιχαθεί ο Στρατηγός και όχι το ρωμέικο. «Ήταν Τούρκοι κατά την ψυχή και την καρδία και μόνο το όνομά των ήταν Χριστιανικό,» γράφει ο Φωτάκος. Ίδια και η ετυμηγορία του Καποδίστρια. «Τούρκοι φέροντες όνομα Χριστιανικόν». Αλλά και ο λαός τους αποκαλούσε Τουρκοκοτζαμπάσηδες.
 
Κακά τα ψέματα οι Έλληνες παρά τις θυσίες τους ποτε δεν απέκτησαν πραγματική ελευθερία. Απλώς έγινε αλλαγή σκυτάλης από τον Τούρκο  στον κοτζαμπάση και τον προεστό. Σήμερα λέγονται πολιτικά τζάκια που κυβερνούν αδιακώλυτα την Ελλάδα ως γνήσιοι απόγονοι των κοτζαμπάσηδων.
 
«Κοτζαμπάσηδες, πασάδες και σεβάσμιοι Δεσποτάδες κυβερνούσανε την χώρα, καλιώρα «έγραψε προσφυώς ο Μήτσος Ευθυμίου.
 
Δεν βλάπτει όντως μία σύντομη ιστορικήδιαδρομή και ανασκόπηση για να διαπιστώσουμε πως φθάσαμε στον Μάρτη του 2012.Προϋπόθεση να βρούμε ιστορικές αλήθειες που δυστυχώς δεν τις μάθαμε στο σχολείο. Μεγαλώσαμε πιπιλίζοντας το μεγαλείο της φυλής. Μετά τους Τούρκους μας παρέλαβαν οι «Δυνάμεις» που μας κυβερνούν ακόμη και σήμερα με την αμέριστη συμβολή και βοήθεια της εκάστοτε «ηγεσίας» μας.
 
 
Φώτης Ανδρέου

 

Your rating: None Average: 3.9 (7 votes)