Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2018


Μεταστεγαζόμενοι

 
Αναρωτήθηκε κανείς αν οι βουλευτές έχουν ιδεολογία, συνέπεια, αρχές, ήθος, ικανότητες και γνώση;
 
Αφορμή για το ερώτημα αυτό έδωσε η διαγραφή των δύο βουλευτών (Α. Γεωργιάδη και Μ. Βορίδη) από τον πρόεδρο του κόμματός τους και η αστραπιαία μεταστέγασή τους σε ισχυρότερο κόμμα.
 
Θυμόμαστε τέτοιες μετακινήσεις βουλευτών, που ήταν αναρίθμητες, με ταυτόχρονη μεταβολή των πεποιθήσεων των μεταστεγαζόμενων.
 
Η μεταστέγαση είναι επιτρεπτή ή απαγορεύεται από τον νόμο; Είναι ηθική ή αποκλείεται από δεοντολογικούς κανόνες; Είναι ευφυής ή ανόητη; Πως μπορεί κάποιος να κρίνει τις βουλευτικές μεταστεγάσεις ή τις μετακινήσεις γενικά των πολιτευόμενων από κόμμα σε κόμμα; Αλλά και από ιδεολογία σε ιδεολογία;
 
Ούτε ο νόμος, ούτε η ηθική, ούτε άλλο εμπόδιο αποκλείει τις μετακινήσεις των βουλευτών, που εκλέγονται για να υπηρετούν το γενικό συμφέρον και όχι το κόμμα ή το απόκομμά τους.
 
Αντίθετα. Ο βουλευτής και ο εκτιθέμενος σαν πολιτικός έχουν δικαίωμα να μετακινούνται, ν’ αλλάζουν κόμμα, να μεταστεγάζονται, να μεταβάλλουν ακόμα και πεποιθήσεις, αν αυτό υπαγορεύεται από τη συνείδηση και την κρίση τους να υπηρετούν καλύτερα το σύνολο και το έθνος.
 
Οι βουλευτές δεν εξυπηρετούν αυτούς που τους ψήφισαν, αλλά όλους τους πολίτες και την κοινωνία.
 
Υπό αυτή την οπτική, η μεταστέγαση των βουλευτών από το δεξιό κόμμα στην κεντροδεξιά “Νέα Δημοκρατία” δεν αποτελεί παράνομη, ούτε καν ανήθικη ενέργεια.
 
Οι δύο βουλευτές, που ακολούθως παραιτήθηκαν από τις έδρες τους, είχαν δικαίωμα, μετά τη διαγραφή τους (που αποτέλεσε το έναυσμα της αποχώρησής τους από το κόμμα “ΛΑ.Ο.Σ.”), να μεταπηδήσουν και να μεταστεγαστούν στο μεγαλύτερο κόμμα.
 
Άλλωστε οι πολιτικοί αυτοί της δεξιάς, με την παροχή θετικής ψήφου υπέρ του λεγόμενου “νέου μνημονίου” λήψης δανεικών από την Ευρώπη, συντάχθηκαν με το κόμμα στο οποίο μεταστεγάστηκαν και δεν μπορεί κάποιος να τους ψέξει.
 
Όμως, δημιουργούνται ερωτήματα, απορίες και σκέψεις, σχετικά με την επικρατούσα στη χώρα νοοτροπία.
 
Δεν αποτελεί δημοκρατική ενέργεια η άμεση, χωρίς απολογία, αστραπιαία διαγραφή των βουλευτών από τον αρχηγό ή πρόεδρο του κόμματος, επειδή γίνεται φανερό πως τα κόμματα εξακολουθούν να είναι προσωποπαγείς επιχειρήσεις (και όχι οργανισμοί) ιδιοκτησίας του ιδρυτή ή αρχηγού τους. Δεν αποτελούν ιδεολογικούς σχηματισμούς.
 
Ο αρχηγός κόμματος έχει απόλυτη εξουσία συγκεντρωμένη στο πρόσωπό του και, σαν άλλος μονάρχης ή φεουδάρχης ή φύλαρχος, δέχεται, αποπέμπει, διαγράφει, εγκρίνει, τιμωρεί και κατευθύνει τους συνεργάτες, βουλευτές, πολιτευτές και τα μέλη του κόμματός του, χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανένα.
 
Με άλλα λόγια, κάθε πολιτικό κόμμα μοιάζει με ιδιωτική επιχείρηση που ανήκει στον αρχηγό ή πρόεδρό του και ίσως σε ένα κύκλο ή ομάδα προσώπων που απολαμβάνουν τους καρπούς της κομματικής τους ένταξης.
 
Το παράδειγμα της άμεσης διαγραφής των δύο βουλευτών με την ταυτόχρονη πρόσληψή τους από άλλο κόμμα προβληματίζει σχετικά με την ποιότητα της πολιτικής στη χώρα, των θεσμών και των ηθών μας.
 
Ο προβληματισμός μπορεί να εξηγηθεί με τη σκέψη, ότι οι δύο διαγραφέντες, εξ αιτίας της θετικής ψήφου τους, και μεταστεγασθέντες, χάρη στη θετική ψήφο τους, υπήρξαν οι πιο προβεβλημένοι πολιτικοί του κόμματος από το οποίο αναπολόγητους τους διέγραψε ο ιδρυτής του.
 
Με απόφαση του προέδρου του κόμματός τους, οι δύο διαγραφέντες και μεταστεγασθέντες βουλευτές είχαν διοριστεί ο ένας υφυπουργός και ο άλλος υπουργός στην κυβέρνηση του εθνικού τραπεζίτη μας.
 
Αμφότεροι στήριζαν καθ’ υπερβολή τις θέσεις, τις επιλογές και τις αποφάσεις του κόμματος που τους ανέδειξε και εξαπέλυαν οξύτατες επιθέσεις εναντίον των άλλων κομμάτων, έχοντας στο στόχαστρό τους κατά προτεραιότητα το κόμμα, στο οποίο εντάχθηκαν μετά τη διαγραφή τους.
 
Θεωρούσαν το κόμμα που τους υποδέχθηκε σαν την πηγή του κακού, τον κύριο πρόξενο της καταστροφής της οικονομίας και του διασυρμού της χώρας, χωρίς προγράμματα, χωρίς αρχές και χωρίς ιδεολογικό βάθρο.
 
Αντίθετα, το κόμμα (από το οποίο εκδιώχθηκαν, πυξ και λαξ) θεωρούσαν σαν πηγή σοφίας, αληθινού πατριωτισμού, ήθους, επιτυχημένων προτάσεων εξόδου από την κρίση και αρετής. Και γι’ αυτό το υποστήριζαν καθ’ υπερβολή ακόμα και με ακραίες δηλώσεις και λαϊκίστικες εκδηλώσεις.
 
Έτσι, είναι εύλογη η απορία σχετικά με την ικανότητα αλλά και το δικαίωμα του πολιτικού να μεταβάλλει απότομα και ριζικά τις απόψεις, τις θέσεις ακόμα και την ιδεολογία του.
 
Πως είναι δυνατό ενώ υποστηρίζεις με αφοσίωση, πίστη και με όλο σου το είναι κάποιον πολιτικό σχηματισμό, αντιτιθέμενος απόλυτα (και ακραία) στον άλλο, να εντάσσεσαι σε αυτόν, τον οποίο μέχρι πρό τινος κατέκρινες με οξύτητα, και να κατακρίνεις εκείνον που πριν λίγα δευτερόλεπτα υποστήριζες εκθύμως;
 
Για να συμβιβάζονται αυτές οι σχιζοφρενικά αντίθετες θέσεις πρέπει να λείπει το στοιχείο της λογικής, της ισορροπίας, της ηθικής, του φιλότιμου και της ευθυκρισίας.
 
Και πάνω από όλα, ο συμπεριφερόμενος σαν τους δύο διαγραφέντες και μεταστεγασθέντες βουλευτές πρέπει να μην εκτιμά καθόλου τους πολίτες προς τους οποίους απευθύνθηκε, απευθύνεται και θα απευθυνθεί για την εκλογή και επανεκλογή του…
 
Διότι αν οι πολιτικοί αυτοί εκτιμούσαν τους πολίτες, όφειλαν, με τη συνέπεια, τη σύνεση, την αρετή, τον λόγο και το παράδειγμά τους, να εμπνέουν τους διοικούμενους, τους πολίτες – ψηφοφόρους που αποτελούν τους τελικούς αποδέκτες της ασκούμενης πολιτικής (που πρέπει να είναι πολιτική ήθους, αρχών, ιδεών και αρετής).
 
Με άλλα λόγια, θα ήταν νομιμοποιημένη και δημοκρατική η αποπομπή των δύο βουλευτών, μόνο μετά από διάλογο με τα αρμόδια κομματικά στελέχη και μετά από εξήγηση (ή, έστω, απολογία) σχετικά με τη θετική υπέρ του δεύτερου μνημονίου ψήφο (σε αντίθεση με την άποψη ή τη “γραμμή” του προέδρου του κόμματός τους). Και μόνο σε εκείνη την περίπτωση κατά την οποία η εξήγηση – απολογία δεν θα κρινόταν κατά πλειοψηφία ικανοποιητική θα παρεχόταν δικαιολογία για τη διαγραφή και την αποπομπή.
 
Η χωρίς την τήρηση της αρχής της ακρόασης άμεση διαγραφή των βουλευτών (με μόνη την απόφαση του προέδρου του κόμματος) δεν συμβαδίζει με τη δημοκρατία και δεν έχει καμιά σχέση με τον πολιτισμό και την αρετή της ισηγορίας. Εντάσσεται η συμπεριφορά αυτή στα όσα έπρατταν και πράττουν οι απόλυτοι άρχοντες (παλιότερα οι τύραννοι, οι μονάρχες, οι φεουδάρχες και οι δικτάτορες).
 
Επίσης, η άμεση, χωρίς διάλογο και χωρίς περιστροφές, ένταξη των αποπεμφθέντων (λόγω της ψήφου τους) βουλευτών στο μεγαλύτερο κόμμα, το οποίο (λίγα λεπτά πριν) κατέκριναν, αποδοκίμαζαν και καταδίκαζαν, ενέχει στοιχεία σχιζοφρένειας, όπως αυτή όρισαν οι ειδικοί ιατροί, ή (στη χειρότερη περίπτωση) στοιχεία πλήρους περιφρόνησης προς τον πολίτη και το κοινό αίσθημα.
 
Συμπέρασμα: Τόσο η ακαριαία διαγραφή των βουλευτών, σα να ήταν μαθητές που επέδειξαν άθλια διαγωγή, όσο και η όμοια ακαριαία εισδοχή τους στο άλλο κόμμα που προηγουμένως καταδίκαζαν (σε όλους τους τόνους ακόμη και με χυδαίους ή ακραίους χαρακτηρισμούς) αποτελεί αυτό που οι Έλληνες αποκαλούσαν ύβρη: Βίαια, αυθάδη και αλαζονική συμπεριφορά.
 
Η ύβρις αποτελούσε παραβίαση της ηθικής τάξης και απόπειρα ανατροπής της κοινωνικής ισορροπίας, που οδηγούσε τελικά στην πτώση και καταστροφή του ίδιου του υβριστή.
 
Εν προκειμένω, η ανοχή των υβριστών, όπου κι αν ανήκουν, οδήγησε στην τραγωδία που βιώνουμε, η δε επανάληψη της ύβρεως θα καταστρέψει όχι μόνο τους υβριστές αλλά και ολόκληρη την κοινωνία, επειδή με αυτήν τη χωρίς τέλος ανοχή αποσαθρώνονται οι θεσμοί, φθείρεται η κοινωνική συνείδηση και σκαρτεύει η πολύπαθη δημοκρατία…
 
Ε. Παπαδάκης
 
 
Your rating: None Average: 4.9 (17 votes)