Σαββάτο 6 Οκτωβρίου 2018


"Πολιτικός λόγος"-Λόγος κενός και απροσάρμοστος

 

Ο λόγος των πολιτικών δεν είναι καθοδηγητικός, ιδεολογικός, ούτε σαφής. Δεν εμπνέει, δεν διδάσκει και δεν κατευθύνει. Είναι λόγος κενός. Και γι’ αυτό δεν είναι χρήσιμος.

 
Ακόμα, ο εκπορευόμενος από τους πολιτικούς λόγος ήταν και είναι ασταθής, μεταβαλλόμενος, αόριστος, αντιφατικός, παραπλανητικός και, κυρίως, φανατικός, μισαλλόδοξος, ασυμφιλίωτος, ξύλινος.
 
Μοιάζει πολύ με λόγο φανατικού ιεροκήρυκα που δεν ανέχεται τον διάλογο και δεν θέτει υπό συζήτηση τα θρησκευτικά και θεολογικά δόγματα που θεωρούνται διαχρονικά, αναλλοίωτα και αμετάβλητα. Που δεν υπόκεινται στη φθορά του χρόνου και δεν εξελίσσονται.
 
Συνεπώς, ο κενός και δογματικός πολιτικός λόγος αντιστοιχεί σε εκείνους που διαθέτουν, κατά κανόνα, συνείδηση ελαστική, ανέχονται τα απάντα, η ηθική τους είναι υδραργυρική και η ιδεολογία τους ταυτισμένη με το χάος.
 
Οι παρατηρήσεις αυτές προέρχονται από την παρακολούθηση όσων οι πολιτικοί σε μήκος δεκαετιών έως τώρα έχουν προβάλλει, αναλύοντας χωρίς ν’ αναλύουν, εξηγώντας χωρίς να εξηγούν, επιχειρηματολογώντας χωρίς επιχειρήματα και υποστηρίζοντας ταυτόχρονα διαμετρικά αντίθετες μεταξύ τους απόψεις για το ίδιο ζήτημα, που συνεχώς μεταβάλλονται σαν την άμμο στην έρημο της Σαχάρας…
 
Ο πολιτικός λόγος σπάνια γίνεται κριτικός όταν αναφέρεται στο κόμμα ή στην παράταξη εκείνου που τον εκφέρει. Και όταν διατυπώνονται κρίσεις, αυτές αμέσως και εμμέσως κατευθύνονται στα αντίπαλα και ανταγωνιστικά κόμματα. Ποτέ όμως στο κόμμα ένταξης του ομιλούντος που αντί ν’ αναλύει και να εξηγεί συσκοτίζει, συγκαλύπτει και πάντα δικαιολογεί.
 
Εδώ και πολλές δεκαετίες, μαζί με την εξάπλωση των τηλεοπτικών καναλιών, εξαπλώθηκε στα πέρατα της Επικράτειας και ο κενός πολιτικός λόγος.
 
“Απολαύσαμε” μέχρι κορεσμού τις ατέρμονες κοκορομαχίες των πολιτικών διάφορων αποχρώσεων και υποτιθέμενων ιδεολογιών και βεβαιωθήκαμε πως δεν είναι δυνατό να συνεννοηθούν ούτε προσχηματικά οι πολιτικοί που ανήκουν σε διαφορετικά κόμματα, ούτε να διατηρήσουν ανεκτό επίπεδο ανταλλαγής απόψεων και διαλόγου.
 
Πάντα τις πολιτικές αντιπαραθέσεις συνοδεύει η οξύτητα, η αγένεια, η προκλητικότητα, η ημιμάθεια και προ πάντων η επιδίωξη παραπλάνησης με την παράθεση αναληθειών, τερατολογιών και προσποιήσεων.
 
Ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης αποκλείεται να συμφωνήσει με τον εκπρόσωπο της αντιπολίτευσης ή κυρίως των αριστερών τάσεων σε οποιοδήποτε ζήτημα, ακόμα και στο πιο κοινότυπα, ανούσια και ασήμαντα. Θα έλεγα πως θα υπάρξει οξύτατη και απόλυτη διαφωνία ακόμα και σε συζήτηση αν είναι τώρα ημέρα ή νύχτα. Ο εκπρόσωπος του κυβερνώντος κόμματος θα ισχυρίζεται πως είναι ημέρα, ο αντιπολιτευόμενος θα ισχυρίζεται πως είναι νύχτα, ο εκπρόσωπος του τρίτου κόμματος θα δηλώνει πως δεν είναι ούτε ημέρα αλλά ούτε και νύχτα, ο εκπρόσωπος του τρίτου κόμματος θα τονίζει πως είναι σούρουπο, του τέταρτου πως φαίνεται η αυγή και του πέμπτου πως έχουμε έκλειψη σελήνης. Αποκλείεται πάντως να υπάρξει συμφωνία και στα πλέον ευτελή, ανούσια και τετριμμένα.
 
Η διαφωνία συντηρείται με πείσμα και οργή, με ειρωνεία, υποκρισίες και ύβρεις και δεν είναι δυνατό να παρακολουθήσει ο τηλεθεατής (ή ο ακροατής), όσο καλόπιστος, υπομονετικός και πρόθυμος κι αν είναι, έστω και επίφαση διαλόγου. Ακούγονται μονότονοι μονόλογοι, διακηρύξεις ή συνθήματα, κραυγές και γαυγίσματα από τα οποία δεν είναι δυνατό ο πολίτης να ωφεληθεί ή να κατορθώσει ν’ αντιληφθεί το θέμα της συζήτησης και, πολύ περισσότερο, της διαμάχης.
 
Παλιότερα, όταν, μετά την κυπριακή τραγωδία και τη “μεταπολίτευση” του 1974 (τότε που μεσουρανούσαν οι κομματικοί γόητες, μοιράζοντας στην αρχή τα χρήματα που είχαν μαζευτεί στα κρατικά ταμεία και, όταν τέλειωσαν αυτά, τα δανεικά κι αγύριστα), γέμιζαν με οπαδούς οι πλατείες και ασφυχτικά οι γύρω δρόμοι, ακουγόταν ο μονόλογος του αρχηγού. Με τα επαναλαμβανόμενα συνθήματα, τις υπερβολές, τις κολακείες στον όχλο, τις ακατάπαυστες υποσχέσεις παροχών και τις ανοησίες.
 
Αργότερα, δίπλα στους δήθεν προικισμένους αρχηγούς, που διασκέδαζαν ατέλειωτα με την ανοησία και την αφέλεια της μάζας των χειροκροτητών, προσκολλήθηκαν και άλλοι “ρήτορες” της κακιάς ώρας. Συνήθως στενοί συγγενείς των αρχηγών και των κολάκων τους, γιοί και θυγατέρες, ανεψιοί και ανεψιές, εγγονοί και δισέγγονοι. Όλοι τους μηρύκαζαν κι από ένα σύνθημα. Για πολιτικό λόγο δεν μπορούσε και τότε να γίνει κουβέντα.
 
Τελευταία, μέσα στη γενική κρίση, αφού εξαντλήθηκαν τα συνθήματα, τα ευφυολογήματα, οι υποσχέσεις, οι διαβεβαιώσεις και όσα άλλα λόγια είχαν μάθει να σκορπούν οι πολιτικοί, επαγγελματίες και μαθητευόμενοι, μπήκε σε λειτουργία ο λόγος του φανατισμού, της ανθρωποφαγίας, του ψευτοπατριωτισμού και της οξύτητας.
 
Αυτό τον όμοια κούφιο λόγο μεταδίδουν, χωρίς εξαίρεση, όλοι οι πολιτευόμενοι, παλιοί και νέοι.
 
Ο ένας κραυγάζει πως θα πολεμήσει ανένδοτα την τρόικα και θα την πετάξει έξω από τη χώρα. Ο άλλος δηλώνει πως θα τιμωρήσει τους προδότες, χωρίς οίκτο. Αυτούς που παρέδωσαν στους ξένους (εννοώντας τους Ευρωπαίους) τα ιερά και τα όσια της Ελλάδας. Κάποια ξεχασμένη στη γενική γραμματεία ενός από τα μαρξιστικά κόμματα γνωστοποιεί πως πρέπει η Ελλάδα να φύγει από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Να φύγει από την νομισματική ένωση και να χαράξει δικό της δρόμο, για να πολεμηθεί ο ιμπεριαλισμός των άλλων.
 
Αποσπασμένος από τα μεγάλα κόμματα, αυτοερεθιζόμενος κάποιος ευτραφής τέως υπουργός έχει σηκώσει τη παντιέρα της επανάστασης, επικαλούμενος τη θεία βοήθεια. Τα έχει βάλει με όλους και αμείβεται γι’ αυτό με αυξημένα ποσοστά προτιμήσεων.
 
Οι περισσότεροι με επάγγελμά τους, παλιό ή νέο, την πολιτική κατάλαβαν πως έχουν να κάνουν με λαό ανερμάτιστο, αγράμματο, εγωπαθή, αγόμενο και φερόμενο, ανιστόρητο, που δεν διδάσκεται από τα παθήματα. Γι’ αυτό ανανέωσαν τον κενό τους λόγο, με άφθονο φρέσκο αέρα ή (όπως θα έλεγε ο “κυρίαρχος λαός”) με αέρα κοπανιστό. Αυτός ο αέρας θα σπρώξει τους ομιλούντες με λόγια κενά στη βουλή κι από εκεί στην καλοπέραση, “εις υγείαν μας”.
 
Επιλέγοντας τέτοιους εκπροσώπους, χωρίς πολιτικά επιχειρήματα, χωρίς αρχές και ιδεολογία, χωρίς προγράμματα και χωρίς έρμα, με μόνα τα κενά λόγια και την ξύλινη γλώσσα του φανατισμού και της παρακμής, θα κληθούμε πάλι να πληρώσουμε τα σπασμένα. Θα υποστούμε κι άλλη τραγωδία και “έσται η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης”.  
 
Εμμανουήλ Παπαδάκης
 

 

Your rating: None Average: 4.7 (24 votes)