Κυριακή 1 Απριλίου 2018


Τι δεν καταλαβαίνω

 
Έχω υποστεί την πολιτική πολλών κυβερνήσεων, από τη λεγόμενη “μεταπολίτευση” έως τώρα, παραμένοντας ανένταχτος.
 
Βίωσα τα “αντικειμενικά τεκμήρια” του Αθανάσιου Κανελλόπουλου μέχρι τις “έκτακτες εισφορές” φορολόγησης ανύπαρκτων εισοδημάτων του ΓΑΠ και προσπάθησα ν’ αντιληφθώ τη λογική των πολιτικών που, υποτίθεται, στόχευαν να ευτυχίσει ο λαός και να προοδεύσει η χώρα.
 
Καθώς ο χρόνος κυλούσε, διαπίστωνα πως ευτυχούσαν μόνο όσοι είχαν συγκεκριμένη πολιτική ένταξη, άσχετα από ιδεολογία. Προόδευαν, αποκτώντας αναγνωρισιμότητα και απίστευτη οικονομική ευμάρεια, χωρίς να εργάζονται, όσοι διατηρούσαν άμεση ή έμμεση επικοινωνία με τους ασκούντες την εξουσία και τους αντιπολιτευόμενους (που καραδοκούσαν να παραλάβουν τη λεγόμενη “κουτάλα”).
 
Έβλεπα επαγγελματίες χωρίς δεξιότητες και κάποιους χωρίς επάγγελμα να ευημερούν, με εφόδιο την κομματική προσήλωση και τον πολιτικό πατριωτισμό.
 
Έμαθα πως αμέτρητοι πλούτιζαν από προμήθειες, αρπαχτές και μίζες σε βάρος του δημοσίου.
 
Άλλοι εξαργύρωναν την κομματική τους ιδιότητα με διορισμούς σε θέσεις νομαρχών, γενικών γραμματέων υπουργείων και διοικητών σε επιχειρήσεις ή οργανισμούς του δημοσίου, χωρίς να διαθέτουν προσόντα, χωρίς ήθος, χωρίς φιλότιμο και άνευ ηθικής.
 
Είδα δικηγορίσκους να στέλνονται στην Ευρωβουλή για να μας ρεζιλέψουν, όπως συνέβη με τον επί κεφαλής της “νεολαίας” του καραμανλικού κόμματος.
 
Είδα συνδικαλίστρια των δικηγορικών σαλονιών ν’ αναλαμβάνει τη γενική γραμματεία του υπουργείου εργασίας και άλλους συνδικαλιζόμενους θεμιστοπόλους να διοικούν επιχειρήσεις τουρισμού και να συνδιοργανώνουν, με το αζημίωτο, ολυμπιακούς αγώνες. Και τι δεν είδα…
 
Παρακολούθησα την κοινωνική και οικονομική ανέλιξη πλήθους ανίκανων, αστοιχείωτων, αδίσταχτων και αμοραλιστών που διατηρούσαν σύνδεσμο με κάποιον εγκάθετο της αριστεράς, της κεντροαριστεράς ή της δεξιάς.
 
Είδα χουνταναθρεμμένους καθηγητές, χάρη στις οβίδιες μεταμορφώσεις τους να θητεύουν στις αυλές των αμοραλιστών πρωθυπουργών, διδάσκοντας δημοκρατικό ήθος. Τώρα κρίνουν, επικρίνουν και κατακρίνουν, δηλώνοντας πως όταν έπαιρναν μισθούς από τους άρχοντες, διαβιώνοντας με δόξα και τιμές, είχαν πλανηθεί και ήδη μετανόησαν σαν Μαγδαληνές. Γι’ αυτό θρασύτατα εμφανίζουν τις πονηρές φάτσες τους σε κάθε περίσταση. Για να τους καμαρώνουμε…
 
Είχα κατανοήσει πως για να προοδεύσεις στην Ελλάδα έπρεπε ν’ αποδείκνυες κομματική προσήλωση ή να ισχυριζόσουν ότι είχες θιγεί, έστω και στον ύπνο σου, από τη χούντα ή είχες κάνει πραγματική ή φανταστική αντίσταση εναντίον της, εντός ή εκτός Ελλάδας, έστω κι αν εισέπραττες χουντικά κονδύλια (όπως συνέβη με τον θρασύτερο από τους “εθνάρχες”, που μας κληρονόμησε ολόκληρο το συγγενολόι του να το διατρέφουμε για να μας κυβερνά: Δύο ανεψιούς, εκ των οποίων ο ένας πρωθυπουργός κι ο άλλος υπουργός, ένα αδελφό, υπουργό, και πλήθος εξ αίματος ή εξ αγχιστείας άλλους οικείους, φίλους, προσκυνητές και παρατρεχάμενους).
 
Με πραγματικούς ή ψεύτικους τίτλους αντίστασης στο στρατιωτικό καθεστώς εμφανίστηκε άπειρο πλήθος, στο οποίο εντάχθηκαν οι χειροκροτητές της χούντας που διέθεταν ικανότητες χαμαιλέοντα, με ειδικότητα να θητεύουν στη “συμβουλευτική επιτροπή” του Παπαδόπουλου και, στη συνέχεια, στη βουλή των Καραμανλή – Παπανδρέου – Μητσοτάκη - Σημίτη.
 
Μαζί μ’ εμένα ολόκληρη η κοινωνία είδε ασήμαντους, ατάλαντους, άσχετους και αριβίστες να προωθούνται. Να εγκαταλείπουν τις τρώγλες και αν εγκαθίστανται οικογενειακώς στα Βόρεια Προάστια (περίπτωση Κουτσόγιωργα) ή σε άλλες πανάκριβες περιοχές της Αττικής και στο κέντρο των Αθηνών (περίπτωση Τζοχατζόπουλου).
 
Η αλητεία που περιόδευε κοπροσκυλιάζοντας ανά την Ευρώπη και στα πέρατα της οικουμένης προσήλθε για να στηρίξει τη “μεταπολίτευση” και, για να μας βοηθήσει, ανέλαβε τη στελέχωση των υπουργείων, των παλιών και των νεότευκτων, έναντι παχυλών αμοιβών, ασυλιών και προνομίων.
 
Οι συγγενείς του “γέρου της δημοκρατίας” (τέκνα, εγγόνια, ανεψιοί, νύφες και άλλοι ων ουκ έστι αριθμός) σε ευγενή άμιλλα με τους συγγενείς του “εθνάρχη” (και υπογραφέα των συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου) διέθεσαν τον άφθονο χρόνο της απραγίας και ανεργίας τους στελεχώνοντας θέσεις σαν πρωθυπουργοί, υπουργοί και άρχοντες της λεγόμενης “Ελληνικής Δημοκρατίας”.
 
Όλοι αυτοί απέκτησαν αίγλη, τιμές, προσκυνητές, φανατικά προσηλωμένους οπαδούς και, πάνω απ’ όλα, τεράστιες περιουσίες, ικανές να διατρέφουν για έτη πολλά πολλές γενεές άνεργων απογόνων.
 
Τα παιδιά και οι κατιόντες των αρχόντων μας πήγαν στα καλύτερα και πανάκριβα σχολεία, στα απλησίαστα κολλέγια, στα φημισμένα πανεπιστήμια των ΗΠΑ και της Ευρώπης, αποκτώντας εφόδια και θράσος μεγαλύτερο από τους γονείς τους, επέστρεψαν να μας διοικήσουν (γενιά των Μητσοτάκηδων, με επίτιμο, βουλευτή, υπουργό και δήμαρχο, Βαρβιτσιώτηδων και των άλλων μη εξαιρετέων φεουδαρχών μας). 
 
Όλοι αυτοί, με κοινό γνώρισμα το θράσος, την αναισθησία, τη βουλιμία και την ανικανότητα, είχαν αδιάκοπη, πρόθυμη και φανατική την υποστήριξη της πλειοψηφίας, η οποία, σε κάθε περίσταση, εκδήλωνε λατρεία σε αυτούς, τους γαλαζοαίματους της αριστεράς, του κέντρου και της δεξιάς, γεμίζοντας κατά εκατοντάδες χιλιάδες και εκατομμύρια τις πλατείες και τις οδούς, με αλαλαγμούς, πλαστικές σημαίες, γιγαντοαφίσες, εμβατήρια, ζητωκραυγές, χαζοτράγουδα και άναρθρες κραυγές πίστης και αφοσίωσης (όπως “είσαι ο πατέρας μας”, “προχώρα – προχώρα, σε θέλει όλ’ η χώρα”, “αλλαγή –αλλαγή, λαϊκή συμμετοχή”, και άλλα γαβγίσματα).
 
Το όραμα των οπαδών ήταν σταθερό και αναλλοίωτο: Να εισπράξουμε χρήματα, ν’ αποκτήσουμε αγαθά και περιουσίες, κατοικία στην πόλη και εξοχικό στην επαρχία, δύο, τρία και περισσότερα αυτοκίνητα για κάθε μέλος της οικογένειας, να βολευτούμε και να ζήσουμε χωρίς να εργαζόμαστε, άκοπα, συνταξιοδοτούμενοι πριν από το γήρας, με εφ’ άπαξ και σύνταξη για άνετη ζωή, με αντάλλαγμα τη φανατική υποστήριξη στους φεουδάρχες που ευχαρίστως επικάθησαν στον τράχηλό μας σαν παράσιτα και βδέλλες, μαζί με τους συγγενείς, τους κολλητούς και τους παρατρεχάμενους.
 
Οι άρχοντές μας, οι γαλαζοαίματοι των κομμάτων και αποκομμάτων, εκτός από την επίδοσή τους ν’ αρπάξουν, να καταχραστούν και να πλουτίσουν, γέμισαν με ανίκανους, εξ ίσου αριβίστες, διάφορα ιδρύματα ραστώνης τα οποία αποκαλούμε “πανεπιστήμια”.
 
Και αυτοί, με τη σειρά τους, αυτοδιορίστηκαν “καθηγητές πανεπιστημίου”, γέμισαν τα βιβλιοπωλεία με άχρηστα βιβλία από μεταφρασμένες αντιγραφές κατά προτίμηση ξένων συγγραμμάτων, έγιναν πασίγνωστοι με τις από τηλεόρασης φλυαρίες τους και, το χειρότερο, εξανάγκασαν τους πραγματικά προικισμένους και ταλαντούχους να ξενιτευτούν, αηδιασμένοι.
 
Όταν εμφανίστηκε η κρίση ή, ορθότερα, όταν τέλειωσαν και τα τελευταία δανεικά κι αγύριστα, “ως δια μαγείας” οι εκατοντάδες χιλιάδες και τα εκατομμύρια των οπαδών της λεηλασίας, μεταμορφώθηκαν σε “αγανακτισμένους, δημοκρατικούς πολίτες”, που διαδηλώνουν κάθε μέρα, κάνουν καταλήψεις, καίνε και καταστρέφουν τη δημόσια και την ιδιωτική περιουσία και διαμαρτύρονται με οργή γιατί τους κορόιδεψαν οι πολιτικοί…
 
Ρυπαίνουν την Ακρόπολη και ακρωτηριάζουν έργα τέχνης, κλείνουν τα σχολεία, καταδιώκουν τους τουρίστες και ακινητοποιούν τα πλοία, ξεθεμελιώνουν επιχειρήσεις και οργανώνουν τηλεοπτικά δικαστήρια, αναθεματίζοντας όλους εκτός από τους εαυτούς τους…
 
Δεν περνάει μέρα που να μην ξεφτιλιστούν οι διεφθαρμένοι πολιτικοί. Η πλειοψηφία των οπαδών και κλακαδόρων μετατράπηκε πια σε πλειοψηφία διαμαρτυρόμενων αγωνιστών υπέρ των κεκτημένων.
 
Ο “λαός” προβάλλεται σαν έννοια αγιότητας, αγνότητας και ηθικής, που παραπλανήθηκε και εξαπατήθηκε (με το αζημίωτο, βέβαια).
 
Τέως και νυν βουλευτές των κομμάτων και των αποκομμάτων κηρύσσουν την επανάσταση κατά των συναδέλφων τους απατεώνων, εξαιρώντας ρητά τους εαυτούς τους.
 
Η κοινωνία βρίσκεται σε αναβρασμό και η δικαστική εξουσία δεν προλαβαίνει να καταδιώκει και να φυλακίζει παράνομα άσχετους, αμέτοχους μέχρι και κληρικούς για να δείξει πως λειτουργεί (πάντοτε αδέκαστα και αντικειμενικά), ενώ εισαγγελικοί κήνσορες ξαφνικά ανακάλυψαν πως “κάτι σάπιο υπάρχει στα βασίλειο της Δανιμαρκίας”, εξαντλώντας τη μεσαιωνική τους αυστηρότητα σε γέροντες, ανήμπορους, νέους και σακατεμένους.
 
Όμως, κάτι περίεργο συμβαίνει που δεν κατάλαβα τόσα χρόνια. Πως γίνεται ο ίδιος λαός (η συντριπτική του πλειοψηφία) να υποστηρίζει με φανατισμό, να συμπράττει ως συνένοχος, να γεύεται τα αγαθά της λεηλασίας, να εισπράττει χωρίς να εργάζεται, να κακουργεί, να συμπορεύεται με τους πολιτικούς απατεώνες και την αληταρία που ο ίδιος επέλεξε και, μέσα σε σύντομο διάστημα χρόνου, αιφνιδίως μεταστρέφεται, σαν ανεμοδείκτης στο φύσημα των ανέμων, να επιτίθεται στους δικούς του εκλεκτούς, να τους βρίζει, ν’ αγανακτεί, να διαμαρτύρεται και να εξεγείρεται, λησμονώντας τις πλαστικές σημαίες, τις κομματικές εντάξεις, τους παράνομους διορισμούς, τις ψεύτικες συντάξεις, την είσπραξη ευρωπαϊκών επιδοτήσεων με πλαστά στοιχεία και όλες τις άλλες κακουργίες του.
 
Μάλλον δεν κατάλαβα πως ζω στα Βαλκάνια. Πως πρέπει να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν έχω σχέση με τον πολιτισμό και την πρόοδο, όσο επιμένω να είμαι ενταγμένος σε κοινωνία παρακμής, προορισμένης να πεθάνει μπροστά στην επέλαση των αποφασισμένων και δυνατών που τους λέμε υποτιμητικά “λαθρομετανάστες”.
 
Φαίνεται και αυτό κατάλαβα πως το μέλλον ανήκει σε άλλους λαούς, τους επήλυδες.
 
Εμείς, χανόμαστε στο βούρκο των ανομιών και της αλλοπρόσαλλης συμπεριφοράς της πλειοψηφίας των συμπατριωτών μας που …ξαφνικά ανένηψαν. Μιμούνται τους καθηγητές της χούντας που μασκαρεύτηκαν σε σύμβουλους των δημοκρατικών κομμάτων και στη συνέχεια φόρεσαν τη φορεσιά της μετανοίας, στη νέα τους μεταμόρφωση, αυτή των αντιπάλων του μνημονίου και των γερμανοφάγων…
 
Αλλιώς δεν εξηγείται αυτή η αντίφαση, που ταυτίζεται με σχιζοφρένεια: Αυτοί που ζητωκραύγαζαν και συνέπρατταν, οι ίδιοι κι απαράλλαχτοι ν’ αγανακτούν και να διαμαρτύρονται, λες και ό τι συνέβη στη χώρα μας δεν οφείλεται στη δικιά τους επιλογή, στις ψήφους και στις εντάξεις τους και δεν τους αφορά, δεν τους αγγίζει…
 
Κατάλαβα, επί τέλους, πως ο δικός μας λαός έχει χάσει τον προσανατολισμό, τις αρετές, τα ιδανικά, τις πατροπαράδοτες αξίες και την ιδεολογία του και παραπαίει, προορισμένος για την ολική καταστροφή, την τελική εξαφάνιση. Εκτός αν…

 

Ε. Παπαδάκης
 
 

 

Your rating: None Average: 4.9 (15 votes)