Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019


Ακύρωση αμετάκλητης καταδίκης

 
Ακύρωση αμετάκλητης καταδίκης, με το 401/2012
βούλευμα του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου
 
Με βούλευμα του Αρείου Πάγου ακυρώθηκε αμετάκλητη καταδίκη σε ισόβια κάθειρξη και διατάχθηκε η επανάληψη της ποινικής διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος.
 
Με το υπ’ αριθ. 401/2012 βούλευμα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε την 20.02.2012 [δημοσιευμένο στο νομικό περιοδικό “Πράξη και Λόγος του Ποινικού Δικαίου (ΠραξΛογΠΔ)”, τόμος 2011, σελ. 493], έγινε δεκτή αίτηση κατηγορουμένου περί επανάληψης της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ’ αριθ. 50/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
 
Σύμφωνα με το βούλευμα, ακυρώθηκε η  υπ’ αριθ. 50/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση ως προς τον αιτούντα στο Πενταμελές Εφετείο Λάρισας.
 
Την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας προβλέπει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το άρθρο 525 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας [Νομικά – Επίλεκτα: “επανάληψη της διαδικασίας και ποινική δίκαιη δίκη. Το άρθρο 525 του Κ.Π.Δ. σε αντίθεση με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και η νομολογία”].
 
Με το προαναφερόμενο βούλευμα του Αρείου Πάγου, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον καταδικασθέντα (λόγω πλάνης) να δικαστεί και πάλι, με βάση τα νεότερα στοιχεία και τις οψιγενείς αποδείξεις που επικαλέστηκε ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου του Αρείου Πάγου.
 
Πρόκειται για σημαντική απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία προκρίθηκε η απονομή ουσιαστικής (πραγματικής) δικαιοσύνης, με την έκδοση σωστής και δίκαιης απόφασης, και υποχώρησε το “αίτημα” για ασφάλεια δικαίου, δηλαδή το απάνθρωπο αίτημα να μην ανατρέπονται οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις, έστω και αν αδικήθηκε από αυτές κάποιος, που ενώ ήταν αθώος κρίθηκε ένοχος με δικαστική, αμετάκλητη απόφαση (με απόφαση που δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα).
 
Σύμφωνα με το σκεπτικό του βουλεύματος του Α.Π., κατά το άρθρο 525 § 1,  περίπτωση  2, του  Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
 
Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, νέες αποδείξεις είναι εκείνες, οι οποίες δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που καταδίκασε τον κατηγορούμενο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν, είτε προϋπήρχαν της καταδίκης είτε δημιουργήθηκαν μεταγενεστέρως.
 
Την κρίση ότι πρόκειται για νέες αποδείξεις σχηματίζει το δικαστήριο (που επιλαμβάνεται της αίτησης για την επανάληψη της διαδικασίας) από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και από τα έγγραφα.
 
Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεώτερες των ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, αρκεί ότι οι αποδείξεις αυτές είναι τέτοιες ώστε αν εκτιμηθούν από το δικαστήριο που καταδίκασε τον κατηγορούμενο, είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί σ’ αυτό, να κάνουν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα.
 
Ως γεγονότα εκλαμβάνονται, κατά την ίδια διάταξη, περιστατικά, σχέσεις, ιδιότητες, τα οποία είναι δυνατό να ασκήσουν, αμέσως ή εμμέσως, επιρροή στην ελάσσονα πρόταση της απόφασης, η οποία πλήττεται με την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας.
 
Εξ άλλου, στην περίπτωση απόρριψης αίτησης επανάληψης της διαδικασίας επιτρέπεται η υποβολή νέας αίτησης, εφ’ όσον στηρίζεται σε άλλο λόγο ή και στον ίδιο, όταν προς υποστήριξή της προσκομίζονται νέα αποδεικτικά στοιχεία.
 
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 528 § 1 εδ. α και 527 § 3 ΚΠΔ, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο.
 
Επομένως, η αίτηση, με την οποία επιδιώκει ο αιτών την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ’ αριθ. 50/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία καταδικάσθηκε αμετακλήτως, μετά την απόρριψη της αναίρεσης που άσκησε κατ’ αυτής με την υπ’ αριθ. 501/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, σε ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή 50.000 ευρώ, για οργάνωση και δόση οδηγιών και εντολής προς τέλεση των πράξεων της εισαγωγής στην επικράτεια, της κατοχής και της μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο, γιατί μετά την καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέες αποδείξεις που καθιστούν φανερό ότι είναι αθώος των πράξεων αυτών, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο), κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί κατ’ ουσία.
 
Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ’ αριθ. 50/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, όπως προαναφέρθηκε, ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε στην ανωτέρω ποινή για το ότι: (Α) την 17.03. 2003 στην Αθήνα οργάνωσε την εισαγωγή στην ελληνική επικράτεια, την κατοχή και μεταφορά συνολικής ποσότητας 812 κιλών ινδικής κάνναβης, από την πόλη Λατς της Αλβανίας, την οποία επιμελώς συσκεύασε δια του συγκατηγορουμένου του Γ. Τ., σε 336 δέματα, τα οποία επιμελώς, καθ’ υπόδειξή του, απεκρύβησαν μέσα σε 605 σάκους με ξυλοκάρβουνο, και οι οποίοι φορτώθηκαν στο με αριθ. κυκλοφορίας ΚΟΑ αλβανικό φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του M. MI. και με τον τρόπο αυτό εισήχθησαν στην ελληνική επικράτεια από το Τελωνείο Κρυσταλλοπηγής με τελικό σκοπό τη μεταφορά τους στην Αθήνα, όπου θα παραλάμβανε αυτός, δυνάμει του με ημερομηνία 18.03.2003 αλβανικού εγγράφου, της από 18.03.2003 φορτωτικής CMR, όπου αναγράφεται ο τελευταίος, ως παραλήπτης της μεταφερόμενης ποσότητας ξυλοκάρβουνου, η διεύθυνση της επιχείρησης του στην Αθήνα, και το από 18.03.2003 τιμολόγιο πώλησης, στο οποίο αναγράφονταν τα ανωτέρω στοιχεία καθώς και ο αριθμός του τηλεφώνου του, ενώ η εμπορική του δραστηριότητα έχει σχέση με την εμπορία χρηματοκιβωτίων και καμία σχέση με το εμπόριο ξυλοκάρβουνου και (Β) στον παραπάνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, αφού πρώτα έδωσε εντολή στον συγκατηγορούμενό του Γ. Τ., να κρύψει επιμελώς μέσα στους 605 σάκους με ξυλοκάρβουνο την προαναφερόμενη ποσότητα των 812 κιλών ινδικής κάνναβης (χασίς), στη συνέχεια εκείνος (Γ. Τ.) έδωσε εντολή σε τρίτο, άγνωστης ταυτότητας, άτομο, να κρύψει επιμελώς μέσα στους ανωτέρω σάκους με ξυλοκάρβουνο, την προαναφερόμενη ποσότητα ινδικής κάνναβης και στη συνέχεια έδωσε εντολή στον B. A. του S. να μεταφέρει την παραπάνω ποσότητα του ξυλοκάρβουνου στην Αθήνα, χωρίς να γνωρίζει αυτός (B. A.) ότι μέσα στα ξυλοκάρβουνα ήταν κρυμμένη ποσότητα ινδικής κάνναβης και ο B. A. του S., οδηγός του με αριθμό ΚΟΑ αλβανικού φορτηγού αυτοκινήτου, μετέφερε την ποσότητα του ξυλοκάρβουνου, πλην όμως στο Τελωνείο Κρυσταλλοπηγής, με τη βοήθεια αστυνομικών σκύλων, ανευρέθη η επιμελώς κρυμμένη ποσότητα των ανωτέρω ναρκωτικών. Τις προαναφερόμενες υπό στοιχεία (Α), (Β) (που αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών) πράξεις τέλεσε χωρίς να είναι τοξικομανής, κατά την έννοια του άρθρου 13 § 1 του ν. 1729/1987, όπως ισχύει σήμερα, ενώ οι περιστάσεις τέλεσης αυτών (των πράξεων) και συγκεκριμένα η μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών (812 κιλά ινδικής κάνναβης) και ο επιμελής τρόπος με τον οποίο οργανώθηκε, κατόπιν οδηγιών και εντολών δικών του, και τελέσθηκαν οι ανωτέρων πράξεις της εισαγωγής στην επικράτεια, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών και απόκρυψη αυτής μέσα σε σάκους με ξυλοκάρβουνο, η οποία ανευρέθη με τη συνδρομή των σκύλων- ανιχνευτών ναρκωτικών του Τελωνείου Κρυσταλλοπηγής- Καστοριάς, μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος.
 
 Με προηγούμενη από 24.11.2008 αίτησή του ζήτησε ο αιτών την επανάληψη της κατά τα ανωτέρω περατωθείσης ποινικής διαδικασίας, για τον λόγο ότι, από τις αναφερόμενες στην αίτηση αυτή νέες και άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν αποδείξεις, γίνεται φανερό ότι ήταν αθώος των ανωτέρω πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την υπ’ αριθ. 1396/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.
 
Ήδη, επιδιώκοντας και πάλι ο αιτών την επανάληψη της αυτής ως άνω ποινικής διαδικασίας, για τον ίδιο (όπως και η απορριφθείσα προηγούμενη αίτησή του) λόγο, επικαλείται και προσκομίζει προς υποστήριξη της δεύτερης αυτής αιτήσεώς του, ως νέα αποδεικτικά στοιχεία, τα ακόλουθα:
(1) το υπ’ αριθμ. πρωτ. 1595/27.04.2009 έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Φορολογικών και Τελωνειακών Θεμάτων της Οικονομικής Επιθεώρησης Δυτικής Μακεδονίας του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, στο οποίο περιλαμβάνεται αυτούσια ή από 03.04.2009 κατάθεση του Διευθυντή του Τελωνείου Κρυσταλλοπηγής (κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο) Α. Χ.,
(2) το υπ’ αριθ. πρωτ. Ε2836/394/Α0019 από 27.10.2003 έγγραφο της Διεύθυνσης Τελωνειακών Διαδικασιών της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών,
(3) το υπ’ αριθ. πρωτ. 501852/6267 από 13.05.2009 έγγραφο της Διεύθυνσης Προσωπικού Τελωνείων και Ε.Φ.Κ. της Γενικής Γραμματείας Φορολογικών και Τελωνειακών Θεμάτων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και
(4) την υπ’ αριθ. 3021/2010 ένορκη βεβαίωση της Χ. Π. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών. Επίσης, επικαλείται και προσκομίζει τα ακόλουθα έγγραφα, που είχε επικαλεσθεί για την υποστήριξη της ανωτέρω προηγούμενης αιτήσεώς του που απορρίφθηκε, ήτοι:
(Ι) τις υπ’ αριθ. 33/110/03.06.2005/13/23.02.2006, 43/3-5-2006/49/10. 07.2006 και 1456/688/420/20.04.2007 αποφάσεις των αλβανικών δικαστηρίων του πρώτου, του δευτέρου βαθμού και του αλβανικού ακυρωτικού, αντιστοίχως,
(ΙΙ) την από 04.06.2008 υπεύθυνη δήλωση (άρθρο 8 ν. 1599/1988) του Μ. Κ. και
(ΙΙΙ) την από 04.06.2008 υπεύθυνη δήλωση (άρθρου 8 ν.1599/1988) του Γ. Σ.
 
Τα έγγραφα αυτά είναι νέα αποδεικτικά στοιχεία και συνεπώς άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές, ως μεταγενέστερα της εκδίκασης της υπόθεσης, πλην εκείνου υπό τον αριθμό 2 το οποίο, όπως προκύπτει από την έρευνα των πρακτικών της δίκης και τα εκεί αναφερόμενα ως αναγνωσθέντα πρακτικά και έγγραφα, δεν είχε υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε, αν και προϋπήρχε της εκδίκασης της υπόθεσης τόσο σε πρώτο όσο και σε δεύτερο βαθμό.
 
Κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο τούτο, από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που δίκασε (με την έννοια της παραβολής αυτών για τον εντοπισμό της μεταξύ τους σχέσης) προκύπτουν τα ακόλουθα:
 
Ο κατά την ένορκη βεβαίωση της Χ. Π., συνεργάτιδας του πατέρα της αιτούντος, με προσωπική αντίληψη των δραστηριοτήτων και συνεργασιών του γενικώς και ειδικότερα στην Αλβανία, ο καταδικασθείς αιτών δεν γνώριζε τον Γ. Τ. (συγκατηγορούμενό του) και δεν είχε ποτέ μαζί του οποιαδήποτε επικοινωνία, άμεση ή έμμεση.
 
Η κατάθεση αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι στα συνοδευτικά του φορτίου έγγραφα, την έκδοση των οποίων (στα Τίρανα) επιμελήθηκε (και) ο Γ. Τ., ο οποίος και τα παρέδωσε στον οδηγό του φορτηγού, ήτοι τα από 18.03.2003, τιμολόγιο, φορτωτική CMR και ένα τρίτο δημόσιο έγγραφο (αναγνωσθέντα με τον αριθμό 10 στο δικαστήριο που δίκασε) ενώ μνημονεύεται η ακριβής επαγγελματική διεύθυνση του αιτούντος (στην Αθήνα) ως διεύθυνση του παραλήπτη καθώς και ο αληθής αριθμός τηλεφώνου του στο εξ αυτών τιμολόγιο, ως ονοματεπώνυμο παραλήπτη αναγράφεται T. N., δηλαδή διαφορετικό από εκείνο του αιτούντος, το οποίο ασφαλώς θα γνώριζε επακριβώς ο Γ. Τ., αν γνώριζε τον αιτούντα και λογικώς θα αναγραφόταν στα εν λόγω έγγραφα, δεδομένου μάλιστα ότι, κατά τη διαλαμβανόμενη στο προσκομιζόμενο υπό τον αριθμό 1 ως άνω έγγραφο κατάθεση του Διευθυντή του τελωνείου Κρυσταλλοπηγής (κατά τον κρίσιμο χρόνο) Α. Χ., με βάση τα στοιχεία των συνοδευτικών του φορτίου εγγράφων συντάσσεται το πιστοποιητικό εισαγωγής Τ1 και από τον αναγραφόμενο σε αυτά παραλήπτη ζητείται η εξουσιοδότηση για τη νομιμοποίηση του εκτελωνιστή προς διενέργεια του εκτελωνισμού, εκ του οποίου παρέπεται ότι είναι κρίσιμο και αναγράφεται το ακριβές και αληθές ονοματεπώνυμο του παραλήπτη.
 
Από τα αμέσως ανωτέρω και τον συσχετισμό τους με το χειρόγραφο στα ελληνικά σημείωμα (σε φύλλο ημερολογίου που απεικονίζει τον χρόνο κατά εβδομάδες) με το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση και τα τηλέφωνα του αιτούντος, δεν συνάγεται ως πραγματικότητα ότι το σημείωμα αυτό γράφτηκε από τον Γ. Τ., αφού σε μία τέτοια περίπτωση, που αναγκαίως σημαίνει ότι ο Γ. Τ. γνωρίζει το ονοματεπώνυμο του αιτούντος, θα έπρεπε να είχε αυτό αναγραφεί και στα συνοδευτικά του φορτίου έγγραφα.
 
Από την ίδια ένορκη βεβαίωση και το συσχετισμό της με τις καταθέσεις του Ι. Μ. στο δικαστήριο, δίδεται διαφορετική εικόνα, από εκείνη που έγινε δεκτή, ως προς τα διαμειφθέντα κατά το τηλεφώνημα του Ι. Μ. στο οποίο απήντησε η κόρη του αιτούντος και ειδικότερα δίδεται η εικόνα ότι ο Ι. Μ. αναζήτησε τον παραλήπτη με το όνομα που ήταν γραμμένο στα συνοδευτικά έγγραφα και όχι με το όνομα  Π. και ότι δεν πήρε την έγκριση του αιτούντος για να προχωρήσει η εισαγωγή του φορτίου.
 
Κατά τις προσκομιζόμενες αποφάσεις των αλβανικών δικαστηρίων, ο δι’ αυτών καταδικασθείς για το ίδιο βιοτικό συμβάν, ήτοι τη διακίνηση (οργάνωση εισαγωγής, κατοχής, μεταφοράς) της ίδιας ποσότητας ναρκωτικών για την οποία καταδικάστηκε ο αιτιών, Τ. Ρ., φέρεται να έχει δράσει από κοινού με τον Γ. Τ., με λεπτομερείς περιγραφές της δράσης αυτής και δεν προκύπτει από τις αποφάσεις αυτές εμπλοκή του αιτούντος στις εν λόγω πράξεις.
 
Κατά τις προσκομιζόμενες υπεύθυνες δηλώσεις και τον ίδιο, όπως ανωτέρω συσχετισμό τους, η συνήθως ακολουθούμενη διαδρομή από τα Τίρανα προς την Αθήνα είναι μέσω Κακαβιάς – Ιωαννίνων, ως συντομότερη, αυτή δε μέσω Κρυσταλλοπηγής δεν θα ακολουθείτο αν προορισμός του φορτίου ήταν η Αθήνα, ακολουθήθηκε δε γιατί αυτό (φορτίο) επρόκειτο να αποκρυβεί σε σημείο εγγύς του τόπου κατοικίας του Γ. Τ. (Κολοκυνθού Καστοριάς).
 
Κατά την περιεχόμενη στο προσκομιζόμενο ως άνω υπό τον αριθμό 1 έγγραφό κατάθεση του Α. Χ., για να συνταχθεί το πιστοποιητικό εισαγωγής Τ1, για εισαγόμενα από τρίτη χώρα εμπορεύματα απαιτείται να υπάρχει ο ΑΦΜ του παραλήπτη και για τον εκτελωνισμό του απαιτείται να υπάρχει εξουσιοδότηση του παραλήπτη προς τον εκτελωνιστή. Κατά δε την ίδια ως άνω ένορκη βεβαίωση ο καταδικασθείς αιτών, επιχειρηματίας δραστηριοποιούμενος στην πώληση χρηματοκιβωτίων με κύκλο εργασιών και στην Αλβανία, γνώριζε πολύ καλά τις διαδικασίες εισαγωγής προϊόντων από το εξωτερικό γιατί τα περισσότερα από τα συστήματα ασφαλείας που πουλούσε τα εισήγαγε από το εξωτερικό. Ο ίδιος για όλες τις εισαγωγές που έκανε χρησιμοποιούσε ως εκτελωνιστές τους Κ. - Γ. στους οποίους έδινε πάντοτε, ενόψει εισαγωγής, εξουσιοδότηση για να διενεργήσουν τις απαραίτητες για τον εκτελωνισμό εργασίες.  Από τον συσχετισμό τούτων συνάγεται ως πραγματικότητα ότι η εισαγωγή στη χώρα του συγκεκριμένου φορτίου δεν ήταν εφικτή χωρίς τον ΑΦΜ του ως παραλήπτη  φερομένου αιτούντος, ο δε εκτελωνισμός του απαιτούσε εξουσιοδοτημένο από τον παραλήπτη πρόσωπο, στοιχεία τα οποία έπρεπε να είχε επιμεληθεί ο παραλήπτης να υπάρχουν, και δεν υπήρχαν.
 
Από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, κατά την ίδια επικρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, καθίσταται φανερό ότι αυτά, σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, δίδουν διαφορετική εικόνα της πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο αιτών και μπορούσε, αν τα στοιχεία αυτά ετίθεντο υπόψη των δικαστών που εξέδωσαν την καταδικαστική ως προς τον αιτούντα απόφαση, η κρίση αυτών να ήταν αθωωτική για τον αιτούντα.
 
Συνεπώς είναι, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, αναγκαία η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο ως προς τον αιτούντα, γι’ αυτό και πρέπει, κατά παραδοχή της υπό κρίση αίτησης ως και κατ’ ουσία βάσιμης, ν’ ακυρωθεί ως προς τον αιτούντα η υπ’ αριθ.50/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 528 § 1 εδ. γ ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, που είναι ομοιόβαθμο δικαστήριο με εκείνο που καταδίκασε τον αιτούντα.
 
Δέχεται την από 15.07.2010 αίτηση του Γ. Π. του Θ., περί επανάληψης της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ’ αριθ. 50/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Ακυρώνει ως προς τον αιτούντα Γ. Π. του Θ. την υπ’ αριθ. 50/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
 
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση ως προς τον αιτούντα στο Πενταμελές Εφετείο Λάρισας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2012.Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2012.
 
Η απόφαση αυτή αποτελεί σπάνιο δείγμα ορθής και εύστοχης δικαστικής κρίσης, που σεβάστηκε τις γενικές αρχές του δικαίου, τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου, δηλαδή τις αρχές του ανθρωπισμού και του πολιτισμού, που δεν αποδέχονται τη διατήρηση άδικων και εξοντωτικών αποφάσεων χάρη στη λεγόμενη “ασφάλεια δικαίου”. Σύμφωνα με την τελευταία αυτή αρχή, προκρίνεται η διατήρηση ακόμα και άδικων αποφάσεων και η στέρηση της ελευθερίας αθώων χάρη στη δήθεν “παγίωση της κοινωνικής ειρήνης και στην εμπέδωση της εμπιστοσύνης των πολιτών στο δικαστικό σύστημα της Πολιτείας”. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με αυτήν τη μεσαιωνικής αντίληψης αρχή, ο άνθρωπος παύει να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και προσωπικότητα, την αξία της οποίας οφείλουν να σέβονται και να προστατεύουν (να θάλπουν) τα κρατικά όργανα, και μετατρέπεται σε μέσο, με το οποίο επιχειρείται να υποστυλωθεί ένα απάνθρωπο σύστημα κρατικής επιβολής, που μιμείται τις σκοτεινές μεσαιωνικές αντιλήψεις.
 
Ε. Παπαδάκης
 
 
 
Your rating: None Average: 4.7 (23 votes)