Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2019


Απαλλαγή και καταδίκη για έγκλημα σχετικό με τα ναρκωτικά

 
Η απαλλαγή για έγκλημα σχετικό με τα ναρκωτικά δεν αποκλείει την καταδίκη για την οργάνωση του ίδιου εγκλήματος, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 1018/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου.
 
Τον Ιούνιο 2011, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1018/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ασχολήθηκε με ενδιαφέροντα νομικά θέματα, τα οποία επιλύθηκαν εις βάρος των κατηγορουμένων, με βάση την παγιωμένη νομολογία, σύμφωνα με την οποία οι αιτιάσεις, τα παράπονα και οι ενστάσεις του κατηγορουμένου κατά της καταδικαστικής απόφασης απορρίπτονται με την υιοθέτηση των δυσμενέστερων εκδοχών που είναι δυνατό να υποστηριχθούν.
 
Την απόφαση απασχόλησαν πολλά σημαντικά ζητήματα και (σε εφαρμογή του ειδικού ποινικού νόμου 1729/1987, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον νόμο 2459/2006) δόθηκαν λύσεις, ορισμένες από τις οποίες παρατίθενται παρακάτω συνοπτικά.
 
Ερμηνεύοντας τις οικείες διατάξεις του παραπάνω ειδικού ποινικού νόμου, δέχθηκε το ανώτατο δικαστήριο, ότι
 
(α΄) το έγκλημα της διαμετακόμισης ναρκωτικών ουσιών, δηλαδή της μετακίνησης αυτών με οποιοδήποτε μέσο από τόπο σε τόπο είναι διεθνές έγκλημα, εφ’ όσον η διαμετακόμιση γίνεται για μεταπώληση με κέρδος ή και για διάθεση με οποιονδήποτε τρόπο σε τρίτους. Πραγματώνεται και αν στη διαμετακόμιση μεταξύ άλλων χωρών δεν παρεμβάλλεται η ελληνική επικράτεια. Διώκεται και τιμωρείται ανεξάρτητα με το αν η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους των χωρών μέσω των οποίων έγινε η διαμετακόμιση,
 
(β΄) την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 5 § 1, περίπτωση γ΄ του ν. 1729/1987 πράξη της οργάνωσης, χρηματοδότησης κλπ τελεί ως φυσικός αυτουργός αυτός που ενεργώντας με πρόθεση οργανώνει, χρηματοδοτεί, κατευθύνει ή εποπτεύει με οποιοδήποτε τρόπο την τέλεση κάποιας από τις ανωτέρω (υπό στοιχεία α΄ έως ιβ΄ του ίδιου άρθρου) αναφερόμενες πράξεις ή δίνει σχετικές οδηγίες ή εντολές.
 
Με την ως άνω διάταξη αναβαθμίζονται οι προπαρασκευαστικές και οι συμμετοχικές πράξεις της ηθικής αυτουργίας, της απλής και άμεσης συνέργειας σε πλήρες έγκλημα.
 
Περίπτωση οργάνωσης αποτελούν όλες οι προπαρασκευαστικές πράξεις, όπως η ανεύρεση μεταφορικού μέσου ή η παραχώρησή του, η στρατολόγηση προσωπικού, ο καθορισμός δρομολογίου, η παροχή συμβουλών προς αποφυγή ελέγχων κρατικών οργάνων κλπ.
 
Για την τιμώρηση των δραστών της πράξης αυτής (περίπτωσης ιγ΄ άρθρου 5 του ν. 1729/1987) πρέπει στη συνέχεια να υλοποιηθεί το σχέδιο ή τουλάχιστον να υπάρχει αρχή εκτέλεσης μιας από τις πράξεις του άρθρου 5, τις οποίες καθοδηγεί, χρηματοδοτεί ή εποπτεύει ο δράστης,
 
(γ΄) δεν παραβιάζεται η αρχή της ειδικότητας κατά την από μια χώρα σε άλλη έκδοση προσώπου, όταν στο διατακτικό της απόφασης για την έκδοση, εν προκειμένω του Εφετείου των Παρισίων, αναφέρεται πως εκδίδεται ευνοϊκή απόφαση για την αίτηση έκδοσης και για τα περιστατικά, τα οποία χαρακτηρίσθηκαν ως “απόπειρα μεταφοράς και διακίνησης, μαζί με άλλους, απαγορευμένης ναρκωτικής ουσίας από μη τοξικομανείς, καθώς και της χρηματοδότησης, καθοδήγησης και εποπτείας, μαζί με άλλους, της μεταφοράς απαγορευμένης ναρκωτικής ουσίας από μη τοξικομανείς”, χωρίς να γίνεται χρήση των λέξεων “οργάνωση” και “διαμετακόμιση”, αν ο εκδοθείς καταδικαστεί για οργάνωση διαμετακόμισης, επειδή το ελληνικό δικαστήριο έχει το δικαίωμα να συμπληρώνει και να ερμηνεύει την αλλοδαπή περί της έκδοσης απόφαση ελεύθερα και αδέσμευτα.
 
Συγκεκριμένα, δέχθηκε ο Άρειος Πάγος, ότι «…Με παραδεκτή συμπλήρωση, όμως, του ως άνω διατακτικού της αποφάσεως από το αιτιολογικό αυτής συνάγεται, σαφώς, ότι παράλληλα προς τη λέξη “μεταφορά” χρησιμοποιείται και η λέξη “διακίνηση”, ενώ γίνεται λόγος για “καθοδήγηση και οργάνωση ομάδας ατόμων με σκοπό την παράνομη μεταφορά ναρκωτικών ουσιών”. Κατά συνέπεια και χωρίς προσήλωση στις λέξεις αυτές, των οποίων το εννοιολογικό περιεχόμενο δεν προσδιορίζεται αυστηρά στο νόμο, καθίσταται σαφές ότι η έκδοση έγινε (μεταξύ άλλων και) για κάποια συμπεριφορά του κατηγορουμένου που χαρακτηρίζεται ως οργάνωση, κατεύθυνση και εποπτεία της διακίνησης (ή μεταφοράς ή διαμετακόμισης, λέξεις που δεν είναι σίγουρο αν χρησιμοποιήθηκαν από τους μεταφραστές του γαλλικού κειμένου στην ελληνική γλώσσα με ιδιαίτερη ακριβολογία) μιας συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας, από ένα τόπο σε άλλο. Επομένως, δεν προκύπτει παραβίαση της αρχής της ειδικότητας κατά την έκδοση και τα αντίθετα, που υποστηρίζονται από την υπεράσπιση, είναι αβάσιμα…».
 
Με αυτές τις παραδοχές, ο Άρειος Πάγος συμμορφώθηκε, όπως εξηγεί με την απόφασή του, στο άρθρο 14 § 1 της από 13.12.1957 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης, που κυρώθηκε με τον νόμο 4165/1961, υπό τον τίτλο “κανών ειδικότητος”, και ορίζεται ότι “το παραδιδόμενον άτομον δεν θέλει διωχθή, δικασθή ή κρατηθή εις εκτέλεσιν ποινής ή μέτρου ασφαλείας, ούτε θέλει υποβληθεί εις οιονδήποτε έτερον περιορισμόν της ατομικής αυτού ελευθερίας, δι’ οιανδήποτε πράξιν προγενεστέραν της παραδόσεως, ετέραν εκείνης εφ’ ης ερείδεται η έκδοσις”.
 
Συνεπώς, αν η απόφαση περί της έκδοσης δεν περιγράφει με ακρίβεια την πράξη για την οποία γίνεται η έκδοση, το ελληνικό δικαστήριο μπορεί να συμπληρώνει την αλλοδαπή απόφαση και να δικάζει, προσδιορίζοντας χωρίς κανένα περιορισμό την πράξη που δεν περιγράφεται, δικάζοντας (και καταδικάζοντας) τον κατηγορούμενο που εκδόθηκε,
 
(δ΄) αν και ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος για την πράξη της απόπειρας διαμετακόμισης ναρκωτικής ουσίας, σωστά καταδικάστηκε για την οργάνωση της απόπειρας διαμετακόμισης για την οποία αθωώθηκε.
 
Για τη στήριξη της εκδοχής αυτής, έγινε δεκτό με την αρεοπαγιτική απόφαση, ότι «…ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος για την πράξη της απόπειρας διαμετακόμισης της ως άνω ναρκωτικής ουσίας, αλλά (…) η πράξη αυτή δεν ταυτίζεται με τις πράξεις της οργάνωσης, της κατεύθυνσης και εποπτείας διαμετακόμισης…», επειδή «…είχε αρχίσει η εκτέλεση της διαμετακόμισης της ποσότητας αυτής παρά τρίτων, η οποία δεν ολοκληρώθηκε από λόγους, ανεξάρτητους της θέλησης των τρίτων διαμετακομιστών…»,
 
(ε΄) αν η κατηγορία δεν περιγράφεται με ακρίβεια στο κλητήριο θέσπισμα δεν παραβιάζεται το άρθρο 321§§1, περίπτωση δ΄, και 4 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που απαιτεί να περιγράφεται με κάθε δυνατή λεπτομέρεια η κατηγορία (σε συνδυασμό με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου), αν από το υπόλοιπο περιεχόμενο του κλητηρίου θεσπίσματος (στο οποίο γίνεται περιγραφή των υπόλοιπων πράξεων για τις οποίες αθωώθηκε ο κατηγορούμενος) συνάγονται συμπληρωματικά στοιχεία τα οποία ολοκληρώνουν την ατελή περιγραφή της κατηγορίας,
 
(στ΄) το άρθρο 211 περίπτωση α΄ του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που ορίζει ότι “με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση”, ερμηνεύεται στενά, επειδή εισάγει εξαίρεση στη χρήση αποδεικτικού μέσου, κατά συγκερασμό αφ’ ενός του συμφέροντος του κατηγορουμένου να μην έχει αντιμέτωπό του ως μάρτυρα κατηγορίας κάποιο πρόσωπο που ενδέχεται να έχει αποκτήσει προκατάληψη εναντίον του, ως εκ της ασκήσεως των ως άνω καθηκόντων, και αφ’ ετέρου του σκοπού της ποινικής δίκης, που είναι η ουσιαστική αναζήτηση της αλήθειας.
 
Οι ανακριτικοί υπάλληλοι που αντάλλαξαν απόψεις με αμερικανούς ομολόγους τους και επισκέφτηκαν τους κρατούμενους, οι οποίοι εκουσίως και αβιάστως εξιστόρησαν ενώπιόν τους όσα είχαν καταθέσει σε προηγούμενο χρόνο, εξεταζόμενοι από αλλοδαπές αρχές, δεν ενήργησαν συγκεκριμένη ανακριτική πράξη και δεν υπέγραψαν κάποια έκθεση, αλλά απλώς αντάλλαξαν γνώσεις, που θα μπορούσαν να είναι χρήσιμες για την περαιτέρω επεξεργασία της υπόθεσης από τις αρμόδιες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές. Υπό την έννοια αυτή γίνεται και η χρήση της λέξεως “ανέκριναν” εκ μέρους του συντάκτη και του μεταφραστή του από 10.07.2001 εγγράφου. Συνεπώς, δεν μπορεί να υπαχθούν στην κατηγορία των υπαλλήλων που άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα και δεν θεωρούνται ανεπιτήδειοι να εξετασθούν ως μάρτυρες ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου. Δηλαδή οι μάρτυρες αυτοί είναι αντικειμενικοί. Οι άλλες ανακριτικές πράξεις (απομαγνητοφωνήσεις, καταγραφή τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, η υπογραφή εγγράφων της ανάκρισης) δεν καθιστούν τους υπαλλήλους αυτούς προκατειλημμένους και ανεπιτήδειους, επειδή είτε δεν αφορούν οι πράξεις τους τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, είτε δεν πρόκειται για ανακριτικές πράξεις, αλλά για διοικητικές, υπηρεσιακές ενέργειες, και
 
(ζ΄) σύμφωνα με το άρθρο 224 § 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αυτός που εξετάζεται με την ιδιότητα του μάρτυρος έχει την υποχρέωση να κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του, αλλιώς η κατάθεσή του δεν λαμβάνεται υπόψη. Όμως, σύμφωνα με την ίδια απόφαση του Αρείου Πάγου, “από την εν λόγω διάταξη δεν αποκλείεται η συνεκτίμηση της κατάθεσης του εν λόγω μάρτυρα μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ακόμη και αν του ζητήθηκε η αποκάλυψη του πληροφοριοδότη, ούτε συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικασίας, διότι δεν προβλέπεται κύρωση της παράβασης (lex imperfecta) και δεν δημιουργείται συνεπώς εντεύθεν κάποιος λόγος αναιρέσεως”.
 
Με την ίδια απόφαση απορρίφθηκαν και όλες οι άλλες αιτιάσεις και τα παράπονα των κατηγορουμένων κατά της καταδικαστικής απόφασης υπ’ αριθ. 3081/2008, 3159/2008 και 399/2009 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
 
Ε. Παπαδάκης 
Your rating: None Average: 4.3 (7 votes)