Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2019


Απόρριψη από τον Άρειο Πάγο έφεσης - Ευρ. Ένταλμα Σύλληψης

 
Απόρριψη από τον Άρειο Πάγο εισαγγελικής έφεσης κατά απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης

Με την υπ’ αριθ. 728/30.04.2012 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε συμβούλιο) απορρίφθηκε η από 08.03.2012 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών κατά της υπ’ αριθ. 38/07.03.2012 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε αίτημα των Ισπανικών Αρχών για εκτέλεση του υπ’ αριθ. DP 224/2009, από 12.03.2010 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που εκδόθηκε από τον δικαστή του Τρίτου Κεντρικού Ανακριτικού Δικαστηρίου της Audiencia Nacional της Ισπανίας κατά του αλλοδαπού Σ.Λ., κατοίκου Θεσσαλονίκης.

 
 
Ο Άρειος Πάγος με την παραπάνω απόφασή του ακολούθησε τη δική του πάγια νομολογία, σύμφωνα με την οποία δεν εκτελείται Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (καθώς και οποιοδήποτε άλλο ένταλμα σύλληψης ξένου κράτους), όταν οι πράξεις της κατηγορίας έχουν τελεστεί, έστω και εν μέρει, στην Ελλάδα.
 
Η εν λόγω αρεοπαγιτική απόφαση έκρινε, ότι από τις διατάξεις του άρθρων 9 και 18 του ν. 3251 (“Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κλπ”) προκύπτει ότι η αρμόδια αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αν ο εκζητούμενος (δηλαδή εκείνος εναντίον του οποίου εκδόθηκε το ένταλμα σύλληψης) δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου αυτός διαμένει ή συλλαμβάνεται. Από τη διάταξη δε του άρθρου 22 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα μέσα σε προθεσμία είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος αποφαίνεται σε συμβούλιο μετά από κλήτευση του εκζητουμένου.
 
Η κρινόμενη από 8 Μαρτίου 2012 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών κατά της υπ’ αριθ. 38/07.03.2012 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα των Ισπανικών Δικαστικών Αρχών για εκτέλεση του υπ’ αριθ. φακέλου DP 224/2009 από 12.03.2010 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που εκδόθηκε από τν δικαστή του 3ου Κεντρικού Ανακριτικού Δικαστηρίου της Audiencia Nacional της Ισπανίας κατά του Λ.Σ., κατοίκου Ανθούπολης Μυγδονίας Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη 22 του ν. 3251/2004. Πρέπει, επομένως, να εξετασθεί περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητά της.
 
Από τις διατάξεις του άρθρου 1 § 2 του ν. 3251/2004 προκύπτει, ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και καταζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, είτε για να ασκηθεί εις βάρος του ποινική δίωξη για πράξη που του αποδίδεται είτε για να εκτελεστεί στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο ασφαλείας και με την επιφύλαξη της μη προσβολής με την έκδοσή του των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, που απορρέουν από το ισχύον Σύνταγμα και το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
 
Από τις διατάξεις δε του άρθρου 2 § 1 του ίδιου νόμου προκύπτει, ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, για το τυπικό κύρος του, πρέπει να περιέχει (α΄) την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, (β΄) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, (γ΄) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, (δ΄) τη φύση και τον νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, (ε΄) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσής του στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου, (στ΄) την επιβληθείσα ποινή αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται από την αξιόποινη πράξη και τη νομοθεσία του κράτους έκδοσης του εντάλματος και (ζ΄) στο μέτρο του δυνατού κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της.
 
Προϋπόθεση για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, κατά το άρθρο 5 του άνω νόμου, είναι οι πράξεις για τις οποίες πρόκειται ν’ ασκηθεί η ποινική δίωξη να τιμωρούνται κατά του ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών, και αν πρόκειται για εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής ή μέτρου ασφαλείας, που έχουν ήδη επιβληθεί, να είναι διαρκείας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών.
 
Προϋπόθεση δε της εκτέλεσης του εντάλματος, κατά το άρθρο 10 § 1 του ίδιου νόμου, είναι, προκειμένου περί έκδοσης για την άσκηση δίωξης, η αξιόποινη πράξη για την οποία αυτό εκδόθηκε, να συνιστά έγκλημα και κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και να τιμωρείται κατά το δίκαιο του κράτους έκδοσής του με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών, ενώ κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιόποινου, για τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφ’ όσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών.
 
Το ευρωπαϊκό ένταλμα, περαιτέρω, εκτελείται υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως και 13 του ανωτέρω νόμου.
 
Στο άρθρο 11 του ν. 3251/2004 ορίζεται ότι η δικαστική αρχή που αποφασίζει την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση αυτού, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν ζ΄) το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία θεωρείται κατά τον ελληνικό ποινικό νόμο, ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο.
 
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 16 του Ποινικού Κώδικα, τόπος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο τόπος όπου ο υπαίτιος διέπραξε ολικά ή μερικά την αξιόποινη ενέργεια ή παράλειψη καθώς και ο τόπος όπου επήλθε ή, σε περίπτωση απόπειρας, έπρεπε σύμφωνα με την πρόθεση του υπαιτίου να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα.
 
Εν τέλει, κατά το άρθρο 12, περίπτωση α΄ του ν. 3251/2004, η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος, αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια αξιόποινη πράξη με εκείνη που αναφέρεται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.
 
Στην προκείμενη περίπτωση από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου (δηλαδή του Αρείου Πάγου, που δικάζει ως εφετείο), την εξέταση του ίδιου του εκζητούμενου, από όσα εξέθεσαν οι συνήγοροι αυτού προφορικά και με το υποβληθέν υπόμνημα, τα πρακτικά συνεδρίασης του Συμβουλίου Εφετών και από όλα τα έγγραφα που περιέχονται στη δικογραφία, αποδεικνύονται τα ακόλουθα.
 
Εναντίον του Σ. Λ. έχει εκδοθεί από το Τρίτο Κεντρικό Ανακριτικό Δικαστήριο της Audiencia Nacional της Ισπανίας το υπ’ αριθ. φακέλου DP 224/2009 από 12.03.2010 ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, σύμφωνα με το οποίο φέρεται να έχει τελέσει τις αξιόποινες πράξεις (1) του ξεπλύματος χρημάτων, (2) της σύστασης ένωσης κακοποιών, (3) της πλαστογράφησης εγγράφου, επίσημου ή εμπορικού, (4) της απάτης, (5) της παράνομης κατοχής όπλων, (6) της απόπειρας ανθρωποκτονίας και (7) των τραυματισμών με επικίνδυνα μέσα.
 
Ο εκζητούμενος κατά το ένταλμα είναι κάτοικος Θεσσαλονίκης και φέρεται κατά το χρονικό διάστημα από 27 Ιουλίου 2009 έως 12 Μαρτίου 2010 να διευθύνει εγκληματική οργάνωση που διαπράττει τα ανωτέρω εγκλήματα και να κατευθύνει τη δράση της με εντολές που δίνει κυρίως από τη Θεσσαλονίκη.
 
Μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 24/2012 αναβλητικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία ζητήθηκαν συμπληρωματικά στοιχεία από τις ισπανικές αρχές, οι τελευταίες σχετικά με τις περιστάσεις υπό τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα τα οποία αποδίδονται στον εκζητούμενο αναφέρουν ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν από το 2009 έως και το Μάρτιο 2010 και ότι ο τόπος τέλεσης αυτών είναι διάφορα μέρη και συγκεκριμένα με τα αδικήματα του ξεπλύματος χρημάτων και σύστασης ένωσης κακοποιών από την Ελλάδα, όπου βρισκόταν ο εκζητούμενος, αλλά οι συνέπειες αναπτύσσονται στην Ισπανία, σχετικά δε με τα αδικήματα για απόπειρα δολοφονίας και τραυματισμούς με επικίνδυνα μέσα, επίσης από την Ελλάδα αναφορικά με τον εκζητούμενο αλλά οι συνέπειες αναπτύσσονται στη Γαλλία και στην Ιταλία, ενώ η έναρξη εκτέλεσης γίνεται στην Ισπανία.
 
Το συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε ότι οι αξιόποινες πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, της πλαστογραφίας, της απάτης και της παράνομης κατοχής όπλων, δεν καθορίζονται ικανοποιητικά στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και στα συμπληρωματικά στοιχεία που έστειλαν οι ισπανικές αρχές, κατά τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκαν (χρόνος, τρόπος εκτέλεσης και βαθμός συμμετοχής του εκζητούμενου) και αρνήθηκε την εκτέλεση του εντάλματος για τον λόγο αυτό καθ’ όσον αφορά τις πράξεις αυτές, ενώ για τις αξιόποινες πράξεις της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση και της ηθικής αυτουργίας στην απόπειρα ανθρωποκτονίας και της απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης δέχθηκε ότι από τα προαναφερόμενα έγγραφα των ισπανικών αρχών προκύπτει ότι τόπος τέλεσης είναι η Ελλάδα και αρνήθηκε την εκτέλεση του ένδικου εντάλματος για τον λόγο αυτό.
 
Με την κρινόμενη έφεση της Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών προβάλλεται η απόφαση του συμβουλίου Εφετών Αθηνών μόνο κατά την τελευταία ανωτέρω κρίση του, ότι δηλαδή εσφαλμένα δέχθηκε ότι τόπος τέλεσης των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων φέρεται να είναι και η Ελλάδα.
 
Περαιτέρω, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στα έγγραφα των ισπανικών αρχών ευθέως αναφέρεται ότι ο τόπος τέλεσης είναι και η Ελλάδα, από το υπ’ αριθ. πρωτοκόλλου ΕΚΔ 1170/12.03.2012 έγγραφο της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών διαβιβάστηκε προς την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου το από 09.03.2012 έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο διαβιβάζεται το υπ’ αριθ. 8/2012 και υπ’ αριθ. δικογραφίας Γ2012/2427 (79/12) ένταλμα σύλληψης της ανακρίτριας του 6ου Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με το οποίο ο εκζητούμενος Λ. Σ. κατηγορείται για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης και ειδικότερα για το ότι στον ανωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, είχε τη διεύθυνση δομημένης και με διαρκή δράση ομάδας από τρία άτομα τουλάχιστον και επιδίωκε τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 299 και 310 του Ποινικού Κώδικα.
 
Από την περιγραφή των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων που αποδίδονται στον εκζητούμενο από την ανακρίτρια του 6ου Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι αυτές ταυτίζονται με αυτές που αποδίδονται σε αυτόν (κατά τόπο, χρόνο, τρόπο τέλεσης) με το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και ως εκ τούτου δεν είναι επιτρεπτή η εκτέλεση αυτού και για τον λόγο ότι διώκεται στην Ελλάδα για τις πράξεις αυτές.
 
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, ορθά το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αρνήθηκε την εκτέλεση του ένδικου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και η έφεση της Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών πρέπει ν’ απορριφθεί.
 
Με αυτές τις σκέψεις και παραδοχές, δια της υπ’ αριθ. 728/2012 απόφασης του Αρείου Πάγου, που συνεδρίασε σε Συμβούλιο, απορρίφθηκε η εισαγγελική έφεση ως αβάσιμη και δεν μετεβλήθη η επί του προκειμένου παγιωμένη νομολογία του Αρείου Πάγου.
 
 
Εμμανουήλ Παπαδάκης
Your rating: None Average: 4.8 (17 votes)