Σαββάτο 14 Σεπτεμβρίου 2019


Δυνατότητα υπεξαίρεσης και ονομαστικών μετοχών

 
Δυνατότητα υπεξαίρεσης και ονομαστικών μετοχών, σύμφωνα με απόφαση του Άρειου Πάγου
 
Με την υπ’ αριθ. 1470/2009 απόφασή του, ο Άρειος Πάγος έκρινε, παρά την αντίθετη πρόταση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, ότι είναι δυνατή η υπεξαίρεση ακόμη και ονομαστικών μετοχών, το επί των οποίων δικαίωμα δεν είναι δυνατό να απολεσθεί για τον δικαιούχο αυτών, εάν χαθούν οι τίτλοι (δηλαδή τα σώματα των ονομαστικών επιταγών).
 
Συγκεκριμένα, έγινε δεκτό με την ως άνω αραιοπαγητική απόφαση, ότι ο κατηγορούμενος εντολοδόχος, ως δικηγόρος, με την από 17.11.1999 έγγραφη εξουσιοδότηση, παρέλαβε από τον μηνυτή τραπεζικό υπάλληλο, που εκπροσώπησε την εγκαλούσα, τις σε αυτήν (την εξουσιοδότηση) σημειούμενες συγκεκριμένες ονομαστικές μετοχές της τράπεζας της Ελλάδος και της ΕΤΕ προς ρευστοποίηση και ανέλαβε ρητά την υποχρέωση να επιστρέψει αυτές, αν δεν τις ρευστοποιήσει, μέχρι 15.04.2000.
 
Ο κατηγορούμενος δεν ρευστοποίησε τις εν λόγω μετοχές και δεν ιδιοποιήθηκε το αντίτιμο αυτών, αλλά είχε σκοπό ιδιοποιήσεως και ιδιοποιήθηκε τα σώματα αυτών, οπότε στοιχειοθετείται το έγκλημα της υπεξαίρεσης, για το οποίο καταδικάστηκε, και όχι της υπεξαγωγής εγγράφων, κατ’ άρθρο 222 Π.Κ., αδιάφορα του ότι αυτές ήταν ονομαστικές και όχι ανώνυμες μετοχές και για την τυπική ολοκλήρωση της μεταβίβασής τους, εκτός από τη συμφωνία και την παράδοση των τίτλων, απαιτείται, κατ’ άρθρο 8 β του ν. 2190/1920, εγγραφή στο ειδικό βιβλίο των άνω τραπεζικών εταιρειών και δεν υπήρχε ανάγκη να ερευνήσει και να εξειδικεύσει το δικαστήριο με ποιο νόμιμο τρόπο ενσωματώθηκαν οι ονομαστικές αυτές μετοχές στην περιουσία του κατηγορουμένου, αφού ο κατηγορούμενος “μπορούσε τις μετοχές αυτές να τις ενσωματώσει στην περιουσία του, διότι είχε στα χέρια του σχετική εξουσιοδότηση του εγκαλούντος για ρευστοποίηση και εμφανίζει την ενσωμάτωση σαφώς ως γεγονός και όχι ως απλή δυνατότητα” [σελ. 7η – 8η της απόφασης].
 
Εντύπωση προξενεί η παραδοχή της απόφασης αυτής, σύμφωνα με την οποία η φράση “μπορούσε τις μετοχές αυτές να τις ενσωματώσει στην περιουσία του, αφού είχε στα χέρια του σχετική εξουσιοδότηση” δεν σημαίνει δυνατότητα, αλλά σημαίνει (και μάλιστα σαφώς) γεγονός.
 
Επίσης, εντύπωση ιδιαίτερη προξενεί και η εκτίμηση, ότι το ποσό των 4.095.000 δραχμών είναι ποσό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, για το έτος 2000 και με τα οικονομικά δεδομένα του έτους τούτου, οπότε οι τότε και μέχρι σήμερα γενόμενες υπεξαιρέσεις των δεκάδων ή/και εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ εις βάρος του ελληνικού δημοσίου θα πρέπει να ξεφεύγουν από κάθε αξιολογική διαβάθμιση (όπως και πραγματικά ξεφεύγουν με την καθιέρωση, δια των γνωστών νόμων, του πρακτικά ακαταδίωκτου, λόγω βραχείας παραγραφής, των υπεξαιρέσεων, των απατών, των κλοπών και των λοιπών κακουργημάτων συγκεκριμένων προσώπων, που ανήκουν σε συγκεκριμένες τάξεις των πολιτικά, οικογενειακά, κοινωνικά και οικονομικά προνομιούχων) [σελ. 5η της απόφασης].
 
Με άλλα λόγια, με τη σχολιαζόμενη απόφαση, κρίθηκε αβάσιμος ο ισχυρισμός της υπεράσπισης του κατηγορουμένου, που όμως έγινε δεκτός δια της εισαγγελικής πρότασης, ότι οι συγκεκριμένες μετοχές ήταν ονομαστικές και όχι ανώνυμες και, επομένως, το δικαίωμα που απέρρεε από τη νόμιμη κατοχή του τίτλου τους δεν ήταν δυνατό, νομικά και πραγματικά, να ενσωματωθεί στην περιουσία του κατηγορούμενου [σελ. 6η της απόφασης]. Δηλαδή ο κατηγορούμενος που καταδικάστηκε, και να ήθελε ακόμη, δεν μπορούσε να υπεξαιρέσει τις ονομαστικές μετοχές, επειδή ακριβώς ήταν ονομαστικές και όχι ανώνυμες.
 
 
Your rating: None Average: 5 (10 votes)