Σαββάτο 14 Σεπτεμβρίου 2019


Εικονικά τιμολόγια

 
Απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς
 
Με την υπ’ αριθ. Α 1660/10.04.2012 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς υποχρεώθηκε το ελληνικό δημόσιο, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ.  Φ.Α.Ε. Πειραιώς, μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την επίδοση αυτής της απόφασης, να διαβιβάσει στη γραμματεία του 8ου τμήματος του δικαστηρίου την απόδειξη παραλαβής ή την έκθεση κατάσχεσης που συντάχθηκε για την παραλαβή συγκεκριμένου φορολογικού στοιχείου (φερόμενου ως εικονικού τιμολογίου). Στη συνέχεια, σύμφωνα με την απόφαση, η υπόθεση θα εισαχθεί σε νέα δικάσιμο, που θα οριστεί νόμιμα, κατά την οποία θα κλητευθούν να παραστούν όλοι οι διάδικοι (η προσφεύγουσα ανώνυμη εταιρεία και το ελληνικό δημόσιο) [σελ 2η του 2ου φύλλου προς σελ. 1η του 3ου φύλλου της απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς].
 
Η απόφαση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή αναφέρεται σε υπόθεση του 1992 και έχει ως αντικείμενο την εκδίκαση προσφυγής ανώνυμης εταιρείας κατά του ελληνικού δημοσίου (που εκπροσωπείται από την Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιώς) για την ακύρωση της υπ’ αριθ. 211/25.02.2004 απόφασης του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιώς, με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος της εταιρείας, η οποία άσκησε την προσφυγή, πρόστιμο του Κ.Β.Σ. (την κατάργηση του οποίου προβλέπει το λεγόμενο “μνημόνιο” ή memorandum, για να κινηθεί η ελληνική οικονομία) ποσού 32.709,32 € (ή 11.145.700 δραχμών).
 
Το ελληνικό δημόσιο δεν παραστάθηκε στη δίκη, μετά από την οποία εκδόθηκε η απόφαση, και, παρά την αδικαιολόγητη ερημοδικία του δημοσίου το δικαστήριο έκρινε πως έπρεπε ν’ αναβάλλει την υπόθεση, αν και αφορά σε πρόστιμο που είχε επιβληθεί πριν από εικοσαετία.
 
Η αναβολή της υπόθεσης και η παράταση για μερικά ακόμη χρόνια της εκκρεμοδικίας και της αβεβαιότητας επιχειρήθηκε να δικαιολογηθεί, με το σκεπτικό – αιτιολογικό της αναβλητικής απόφασης, το οποίο κατωτέρω παρατίθεται.
 
Στο άρθρο 33 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (ΦΕΚ Α΄ 97), ορίζεται, ότι “το δικαστήριο μεριμνά για την πρόοδο της δίκης. Προς τον σκοπό αυτόν διατάζει τη διενέργεια οποιασδήποτε απαραίτητης διαδικαστικής πράξης και λαμβάνει όλα τα κατά την κρίση του πρόσφορα μέτρα για τη διακρίβωση της αλήθειας και την ταχύτερη έκδοση της απόφασης”.
 
Στο άρθρο 129 ορίζεται, ότι “το δημόσιο και το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου προς τα οποία γίνονται οι κατά το προηγούμενο άρθρο επιδόσεις, έχουν υποχρέωση ν’ αποστέλλουν στο δικαστήριο τον, κατά το άρθρο 149, διοικητικό φάκελο, με αναλυτική έκθεση απόψεων για τη διαφορά και, ειδικότερα, για τους προβαλλόμενους νομικούς και πραγματικούς ισχυρισμούς. Η έκθεση με τον κατά την προηγούμενη παράγραφο διοικητικό φάκελο διαβιβάζονται στο δικαστήριο είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.
 
Σε περίπτωση μη τήρησης της προθεσμίας αυτής, η αναβολή της συζήτησης είναι υποχρεωτική αν το ζητήσει εκείνος που έχει ασκήσει το ένδικο βοήθημα ή που έχει ασκήσει την παρέμβαση. Ο διοικητικός φάκελος, τον οποίο υποχρεούται η διοίκηση να διαβιβάζει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 129, στο δικαστήριο αποτελείται από τα σχετικά με την ένδικη υπόθεση στοιχεία”.
 
Στο άρθρο 151 προβλέπεται, ότι “το δικαστήριο, με απόφασή του, μπορεί, αν το κρίνει αναγκαίο, να διατάξει, ύστερα από αίτηση διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, τη συμπλήρωση των αποδείξεων με κάθε πρόσφορο κατά την κρίση του αποδεικτικό μέσο”.
 
Στο άρθρο 155 αναφέρεται, ότι “το δικαστήριο, με απόφασή του, μπορεί να ζητά από κάθε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή, καθώς και από κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο πληροφορίες και στοιχεία χρήσιμα για τη διάγνωση της υπόθεσης. Όλοι αυτοί έχουν την υποχρέωση να παρέχουν προς το δικαστήριο τις πληροφορίες και τα στοιχεία που τους ζητούνται, μέσα στην τασσόμενη από την απόφαση προθεσμία. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 42”.
 
Από τις ως άνω διατάξεις, σύμφωνα με την απόφαση, συνάγεται ότι το δικαστήριο μεριμνά για την πρόοδο της δίκης και προς τον σκοπό αυτόν διατάσσει οποιαδήποτε απαραίτητη διαδικαστική πράξη, δυνάμενο με απόφασή του να ζητά από τη δημόσια αρχή στοιχεία χρήσιμα για τη διάγνωση της υπόθεσης.
 
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας και ιδίως από την από 20.02.2004 έκθεση ελέγχου της υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιώς Ειρήνης Μαριτζίδη προκύπτει ότι η υπηρεσία ελέγχου διακίνησης αγαθών (ΥΠ.Ε.Δ.Α.) Αθηνών παρέλαβε από την προσφεύγουσα ανώνυμη εταιρεία το υπ’ αριθ. 110/17.12.1992 Τ.Π. – Δ.Α. εκδόσεως Α. Μ. αξίας 5.572.850 δραχμών, πλέον Φ.Π.Α. 1.003.113 δραχμών. Ήδη, με την κρινόμενη προσφυγή, όπως αυτή αναπτύσσεται με το από 14.02.2012 νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, η προσφεύγουσα επιδιώκει την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι κατά την παραλαβή του πιο πάνω στοιχείου δεν συντάχθηκε έκθεση κατάσχεσης αλλά ούτε και, μη σύννομη, κατά την προσφεύγουσα, απόδειξη παραλαβής.
 
Με τα δεδομένα αυτά, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη, ότι αν και το καθ’ ου ελληνικό δημόσιο (όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον διευθυντή της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιώς) διαβίβασε στο δικαστήριο τον υπ’ αριθ. 2220/11.10.2004 διοικητικό φάκελο της υπόθεσης με τη σχετική έκθεση των απόψεών του, ελλείπει από τον τελευταίο η απόδειξη παραλαβής ή η έκθεση κατάσχεσης που συντάχθηκε για την παραλαβή του πιο πάνω στοιχείου, έγγραφο απαραίτητο για να κριθεί η βασιμότητα του πιο πάνω λόγου της προσφυγής, κρίνει αναγκαίο ν’ αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ουσίας και να διατάξει τη συμπλήρωση των αποδείξεων κατ’ άρθρο 151 και 155 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
 
Από την απόφαση αυτή προκύπτει, ότι το διοικητικό πρωτοδικείο αγνόησε
(α΄) την επί εικοσαετία δικαστική εκκρεμότητα της διοικητικής διαφοράς,
(β΄) το γεγονός ότι το ελληνικό δημόσιο δεν ενδιαφέρθηκε να εμφανιστεί ενώπιον του πρωτοδικείου και να υποστηρίξει τις απόψεις του εναντίον της ανώνυμης εταιρείας και της προσφυγής, με αποτέλεσμα να δικαστεί ερήμην, προαποδεχόμενο την ακύρωση της πράξης επιβολής του προστίμου, και
(γ΄) το γεγονός ότι υπήρχε στη γραμματεία του δικαστηρίου ο πλήρης διοικητικός φάκελος της υπόθεσης αυτής.
 
Επίσης, με την απόφαση, παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (η Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία αποτελεί εσωτερικό - ελληνικό δίκαιο με συνταγματική ισχύ, σύμφωνα με το οποίο επιβάλλεται οι δίκες να ολοκληρώνονται μέσα σε λογική προθεσμία.
 
Η παρέλευση είκοσι ετών, κατά τη διάρκεια των οποίων εξακολουθεί η εκκρεμοδικία, δεν συμβιβάζεται με τη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, ούτε με τις αρχές του Κράτους Δικαίου και Ηθικής που, υποτίθεται, κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ). Και η αναβολή έκδοσης απόφασης εξισώνεται με αρνησιδικία εκ μέρους του διοικητικού πρωτοδικείου.
 
Σημειωτέον, ότι η πράξη επιβολής προστίμου εις βάρος της ανώνυμης εταιρείας είχε ακυρωθεί με προγενέστερη αμετάκλητη απόφαση των διοικητικών δικαστηρίων (κατόπιν πολυετών δικαστικών αγώνων) και, μετά την ακύρωση, εκδόθηκε η προαναφερόμενη νέα πράξη προστίμου, την οποία προσέβαλε με εμπρόθεσμη προσφυγή η εταιρεία.
 
Με τη νέα πράξη της διοίκησης επαναλήφθηκαν όλα όσα είχε περιλάβει η ακυρωθείσα πράξη, επειδή η ακαταγώνιστη κρατική εξουσία δεν θέλει να συμμορφώνεται με τους νόμους και δεν σέβεται τις αρχές του Κράτους Δικαίου, ούτε τα θεμελιώδη ατομικά, κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα, αλλά αυθαιρετεί και καταπιέζει τους πολίτες μέσω των ανεπαρκών οργάνων της, τα οποία καταχρώνται της εξουσίας τους, εμφορούμενα από ολοκληρωτικές, αντιδημοκρατικές και μεσαιωνικές αντιλήψεις.
 
Σημαντικό είναι και το γεγονός, ότι, με αμετάκλητη απόφαση των ποινικών δικαστηρίων (του πλημμελειοδικείου και του ποινικού εφετείου Πειραιώς), απηλλάγη για το ίδιο ζήτημα ο διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας, επειδή κρίθηκε πως δεν είχε παραλάβει η εταιρεία εικονικό φορολογικό στοιχείο, αλλά γνήσιο.
 
Με αυτόν τον παράνομο και καταχρηστικό τρόπο αντιμετωπίζονται από την ελληνική δικαστική εξουσία οι ουσιαστικά απροστάτευτοι πολίτες και οι εύρωστες επιχειρήσεις στη χώρα μας, μέχρι να καταστραφούν και ν’ αναστείλουν οριστικά τη λειτουργία τους ή να μεταφερθούν σε άλλη χώρα, που σέβεται τους πολίτες και τους εν γένει οικονομικά δραστηριοποιούμενους.
 
 
Εμμανουήλ Παπαδάκης
 
 
 
 
     

 

Your rating: None Average: 4.9 (10 votes)