Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2019


Νομική τυπολατρεία

 

Δύο αφελείς κάτοικοι της ελληνικής επαρχίας θέλησαν να ζητήσουν τη συνδρομή της Πολιτείας, μέσω των δικαστηρίων, για ν’ αποζημιωθούν, εξ αιτίας ζημιών που τους προξένησε κάποιος ασυνεπής εργολάβος, αθετώντας τη μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση για την κατασκευή ενός οικοδομικού έργου.

 
Πρόκειται για συνηθισμένη συμπεριφορά στη χώρα μας όχι μόνο των εργολάβων αλλά και άλλων επαγγελματιών που σπάνια εκπληρώνουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, εμπρόθεσμα, με συνέπεια και επαγγελματισμό.
 
Κατά κανόνα εκτελούν πρόχειρα τις εργασίες που ανέλαβαν, τις εγκαταλείπουν μισοτελειωμένες και κακότεχνες και εξαφανίζονται. Δεν ανταποκρίνονται στις οχλήσεις των εντολέων τους – κυρίων του έργου, τους οποίους καταταλαιπωρούν και ζημιώνουν με άπειρους τρόπους που σκαρφίζονται.
 
Έτσι, όπως είναι γνωστό, δημιουργούνται πολλές αντιδικίες, τις οποίες καλούνται να διευθετούν με τις αποφάσεις τους τα αστικά (ή πολιτικά) δικαστήρια.
 
Στην προκειμένη περίπτωση, οι επαρχιώτες είχαν την ατυχία ν’ απευθυνθούν σε κάποιο άλλο επαγγελματία, δικηγόρο αυτή τη φορά, ο οποίος, αν και πήρε την αμοιβή που ζήτησε, …ξέχασε να πληρώσει στο δημόσιο ένα ασήμαντο χρηματικό ποσό, το λεγόμενο “αγωγόσημο” (ή δικαστικό ένσημο”), με αποτέλεσμα το δικαστήριο ν’ απορρίψει την αγωγή των εναγόντων.
 
Ο λόγος της απόρριψης ήταν τυπικός και δεν είχε σχέση με την ουσία της υπόθεσης, την οποία το δικαστήριο δεν εξέτασε. Όπως σημειώθηκε στη δικαστική απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, εμποδίστηκε η εξέταση της υπόθεσης εξ αιτίας της ανούσιας τυπικής παράλειψης.
 
Σύμφωνα με τον νόμο, όταν το δικαστήριο δικάζοντας συγκεκριμένη αστική υπόθεση διαπιστώσει τυπική έλλειψη ή παράλειψη, έχει την υπηρεσιακή υποχρέωση να καλέσει τον διάδικο, ο οποίος παρέλειψε να τηρήσει κάποιον τύπο, όπως για παράδειγμα να καταβάλλει το δικαστικό ένσημο (αγωγόσημο), για να καλύψει την τυπική έλλειψη, ώστε να μην απορρίπτονται χωρίς λόγο, εξ αιτίας της μη τήρησης των τύπων, τα αιτήματα των πολιτών για την παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
 
Κατά της απόφασης που απέρριψε την αγωγή, επειδή δεν είχε πληρωθεί το αγωγόσημο, ο δικηγόρος δεν άσκησε έφεση, αλλά προτίμησε ν’ ασκήσει νέα αγωγή, η οποία, όμως, απορρίφθηκε με τη δικαστική αιτιολογία πως η απόρριψη της πρώτης αγωγής για τυπικό λόγο, δηλαδή εξ αιτίας της παράλειψης πληρωμής του ευτελούς αξίας αγωγοσήμου, εμπόδιζε να κριθεί η νέα αγωγή, έστω κι’ αν αυτή τη φορά καταβλήθηκε στο δημόσιο το αγωγόσημο.
 
Σύμφωνα με τη δικαστική διάγνωση, η απόφαση που απέρριψε την αγωγή εξ αιτίας της μη πληρωμής του ευτελούς αξίας αγωγοσήμου δημιούργησε δεδικασμένο, δηλαδή κατάσταση που εμπόδιζε τους δύο ενάγοντες να ζητήσουν δικαστική προστασία, με νέα αγωγή τους, πληρώνοντας το αγωγόσημο.
 
Η υπόθεση, λόγω της δικαστικής τυπολατρείας και της αδικίας που προέκυψε, τέθηκε υπό την κρίση του ανώτατου δικαστηρίου της χώρας, δηλαδή ζητήθηκε από τον Άρειο Πάγο να κρίνει με κρίση δίκαιη και να ανοίξει τον δρόμο για τη δικαίωση των ζημιωθέντων από τον εργολάβο εναγόντων [βλ. και τη σημαντική απόφαση ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ κατά ΕΛΛΑΔΟΣ της 13.01.2011 (τμήματος ευρείας σύνθεσης) του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ)]
 
Ο Άρειος Πάγος, πιστός τηρητής της νομιμότητας, που εποπτεύει για την ορθή εφαρμογή του νόμου, εξέδωσε την υπ’ αριθ. 1337/2011 οριστική απόφασή του, με πρόεδρο την εκλεγείσα, λόγω της ικανότητας, των γνώσεων και των προσόντων της, νέα πρόεδρο του Αρείου Πάγου, και μαζί με άλλους διαπρεπείς αρεοπαγίτες, αποφάνθηκε πως
 
“Στην παρούσα υπόθεση αντικείμενο της πρωτοβάθμιας δίκης υπήρξε αξίωση αποζημιώσεως… των εκκαλούντων - εναγόντων (δηλαδή των δύο επαρχιωτών που άσκησαν την αγωγή αποζημίωσης, ελπίζοντας να δικαιωθούν και ν’ αποζημιωθούν) από σύμβαση έργου που κατάρτισαν με τον εναγόμενο - εφεσίβλητο (τον εργολάβο).
 
Προηγουμένως, με την υπ’ αρ. 120/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας είχε απορριφθεί η υπ’ αρ. 45/1990 αγωγή των εναγόντων κατά του εναγομένου με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου.
 
Η ανωτέρω απόφαση κατέστη τελεσίδικη, καθόσον κατ’ αυτής, δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο… και η αγωγή, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα, απορρίφθηκε ως κατ’ ουσία αβάσιμη… Κατόπιν τούτου… δημιουργήθηκε δεδικασμένο που αφορά την ουσία της υπόθεσης, παρεμποδίζον την έγερση νέας περί του αυτού δικαιώματος αγωγής εκ μέρους των αυτών εναγόντων στρεφόμενης κατά του αυτού εναγομένου.
 
Επομένως, η εγερθείσα αγωγή… είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου”.
 
Σύμφωνα με την παραπάνω αρεοπαγιτική απόφαση, “έτσι που έκρινε το εφετείο, δεν παραβίασε τις ανωτέρω (περί δικαστικού ενσήμου) διατάξεις, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα, με τον προβαλλόμενο (υπό την επίκληση του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ) μοναδικό αναιρετικό λόγο (τα οποία η αρεοπαγιτική απόφαση δεν θεώρησε άξια ν’ αναφερθούν, αλλά ευτελή και ασήμαντα), δεν είναι βάσιμα”.
 
Επειδή, όμως, οι εν λόγω επαρχιώτες είχαν την απερισκεψία να απευθυνθούν στον Άρειο Πάγο για τόσο ασήμαντο (σημαντικό μόνο γι’ αυτούς) ζήτημα και να ενοχλήσουν τους ανώτατους δικαστές που αναγκάστηκαν ν’ ασχοληθούν με το ευτελές αντικείμενο της διαφοράς τους με τον εργολάβο που τους ζημίωσε, καταδικάστηκαν να πληρώσουν στον εργολάβο το ποσό των 2.700 € σαν “δικαστική δαπάνη”. Συνεπώς, τελικά “δικαιώθηκε” αυτός που αδίκησε και τιμωρήθηκαν οι ζημιωθέντες.
 
Έτσι, στο μέλλον θα σκεφτούν πολύ σοβαρά αν θα τολμήσουν να ζητήσουν προστασία απευθυνόμενοι στα δικαστήρια και στους δικηγόρους. Η καλύτερη λύση, υπό τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα μας, είναι να ζητούν στο εξής μόνο τη θεία βοήθεια, προσευχόμενοι ενθέρμως ώστε να επιλύονται οι διαφορές τους ειρηνικά και να μην μπλέκουν σε περιπέτειες πιστεύοντας πως η ανθρώπινη και όχι η θεία δικαιοσύνη θα τους δικαιώσει.
 
Αυτό το παράδειγμα, όπως προκύπτει από την απόφαση του Αρείου Πάγου, πρέπει ν’ αποτελέσει οδηγό για όλους, ώστε ν’ αποφεύγουν να εμπλέκονται σε δικαστικές αντιδικίες.
 
Άλλωστε, σύμφωνα με το απόφθεγμα, “καλύτερα είναι ν’ αδικείσαι παρά ν’ αδικείς”. Και η προσφυγή στα δικαστήρια δημιουργεί μέγιστο κίνδυνο αδικίας του πολίτη όχι μόνο εξ αιτίας της λατρείας από τους νομικούς των τύπων (όπως συμβαίνει σε όλες τις υπανάπτυκτες κοινωνίες), αλλά και εξ αιτίας της παράλογα μεγάλης διάρκειας των δικών, που μπορεί να υπερβούν τη δεκαετία ή και, σε πολλές περιπτώσεις, την εικοσαετία. Έτσι, η διάρκεια της ανθρώπινης ζωής δεν επαρκεί για να ολοκληρωθούν οι περισσότερες σοβαρές δικαστικές αντιδικίες [και nomika epilekta: “ο Άρειος Πάγος απέρριψε αίτηση καταδικασμένου”] και να λήξουν με την έκδοση απρόσβλητης απόφασης. Αλλά περί τούτου θα επανέλθουμε.
 
Ε. Παπαδάκης

 

Your rating: None Average: 4.7 (29 votes)