Πέμπτη 11 Ιουλίου 2019


Οι τοξικομανείς δεν αναγνωρίζεται πως είναι άρρωστοι

 

Ο Άρειος Πάγος απέρριψε το αίτημα τοξικομανούς ν’ αναγνωρισθεί η ασθένειά του, δηλαδή η από τα ναρκωτικά απόλυτη εξάρτησή του, ώστε να μη υποβληθεί εις βάρος του πολυετής ποινή κάθειρξης που κατέληξε στη φυσική και ψυχική του εξόντωση.
 
Συγκεκριμένα, με την υπ’ αριθ. 1092/2011 απόφαση, ο Άρειος Πάγος δέχτηκε πως η ποινή κάθειρξης των έξι -6- ετών και η χρηματική ποινή των 10.000 ευρώ εις βάρος νεαρού ασθενούς – τοξικομανούς είναι νόμιμα αιτιολογημένη.
 
Με την παραπάνω απόφαση, απορρίφθηκε η αναίρεση του καταδικασθέντος και έγινε δεκτό πως είναι επαρκώς αιτιολογημένη και νόμιμη η υπ’ αριθ. 3122/2009 καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων), με πρόεδρο γυναίκα.
 
Σύμφωνα με την απόφαση του Αρείου Πάγου, με πρόεδρο επίσης γυναίκα, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι κατά τον χρόνο που διέπραξε τις πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ήταν τοξικομανής, ήτοι άτομο το οποίο είχε αποκτήσει την έξη (συνήθεια) της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορούσε να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος (δηλαδή αναπόδεικτος).
 
Ειδικότερα, κατά την παραπάνω αρεοπαγιτική απόφαση, στην έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, την οποία συνέταξε ο ψυχίατρος Αντώνιος Παπαδουράκης, μετά από εντολή του ανακριτή ο οποίος ερευνούσε την υπόθεση, συμπερασματικά αναφέρεται “θεωρώ ότι ο εξεταζόμενος αν και πληροί τουλάχιστον 3 από τα κριτήρια που απαιτεί η υπουργική απόφαση και δύναται να θεωρηθεί ότι ανήκει στον χώρο των χρόνιων χρηστών ουσιών (κυρίως κοκαΐνης) δεν δύναται να θεωρηθεί εξαρτημένος με την έννοια του άρθρου 15 του ν. 2121/1993 (πρόκειται για νόμο τελείως άσχετο με τα ναρκωτικά και αναφέρεται στην …πνευματική ιδιοκτησία!) και ότι δεν έχει ανάγκη ειδικής θεραπευτικής αντιμετώπισης και μεταχείρισης γιατί αδυνατεί ν’ αποβάλλει την έξη (συνήθεια) της χρήσης ναρκωτικών ουσιών με τις δικές του δυνάμεις. Στο συμπέρασμά μου αυτό κατέληξα λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα ευρήματα της επισκόπησης και της ΩΡΛ εξέτασης (ενδεικτικά χρήσης) αλλά και ότι η αναφερόμενη χρήση δεν επηρέασε τη λειτουργικότητά του και δεν τον ώθησε σε προσπάθειες απεξάρτησης”.
 
Με βάση το ως άνω συμπέρασμα του ιατρού – ψυχιάτρου, ο κατηγορούμενος αν και κάνει χρήση κοκαΐνης δεν μπορεί να θεωρηθεί άτομο εξαρτημένο από τα ναρκωτικά. Το δικαστήριο κρίνει πειστικό το συμπέρασμα του πραγματογνώμονος δεδομένου ότι έχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες (δηλαδή ο κατηγορούμενος ανήκει στον χώρο των χρηστών ναρκωτικών ουσιών, αλλά δεν είναι εξαρτημένος. Συνεπώς, πρέπει να εγκλεισθεί, όπως εγκλείστηκε πραγματικά, στις φυλακές, όπου διακινούνται ακώλυτα απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες, για να παίρνει άνετα ναρκωτικά και ν’ αποκτήσει πλήρη εξάρτηση, που δεν έχει, σύμφωνα με την έκθεση του ιατρού, με τον οποίο δεν πρόλαβε να επικοινωνήσει η μητέρα του νεαρού κατηγορουμένου για να εξηγήσει την κατάσταση του γιού της, παρέχοντας και τις απαιτούμενες πειστικές αποδείξεις και τα συνήθη στοιχεία πειθούς [και nomika epilekta: Το κράτος καταδικάζεται να αποζημιώσει οικογένεια"])
 
Συνεχίζει το σκεπτικό της απόφασης πως τούτο το συμπέρασμα (ότι ο τοξικομανής δεν είναι τοξικομανής) δεν αναιρείται από τα όσα αναφέρει στην έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης που έγινε με επιμέλεια του κατηγορουμένου από τον ειδικό ιατροδικαστή Δημοσθένη Μπούκη (τέως προϊστάμενο της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Αθηνών).
 
Στην κρίση αυτή καταλήγει το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι το συμπέρασμα της πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από τον ανακριτή έχει περισσότερο σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες από το συμπέρασμα που αναφέρεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιατροδικαστή Δημοσθένη Μπούκη, που δεν δικαιολογεί πως ένας τοξικομανής είχε τέτοια λειτουργικότητα να οργανώνει μεταφορά ναρκωτικών ουσιών από το εξωτερικό και μάλιστα να εμπλέκει και τρίτα πρόσωπα.
 
Δηλαδή, η δικαστική απόφαση έκρινε πως ο ιατροδικαστής που διαπίστωσε με την πραγματογνωμοσύνη του, ότι ο κατηγορούμενος ήταν ασθενής, όφειλε να εξηγήσει σχετικά με τη λειτουργικότητα του κατηγορουμένου τούτου και να μην περιοριστεί στις ιατροδικαστικές του διαπιστώσεις, τις οποίες υπεύθυνα αποτύπωσε στην έκθεσή του. Ίσως δεν θα ήταν άσκοπο ν’ αναφερόταν πως οι άρρωστοι τοξικομανείς που έχουν εξαρτηθεί από την κοκαΐνη εξωτερικεύουν μέγιστη λειτουργικότητα και ενέργεια ασύγκριτα πιο έντονη από τους υγιείς. Αλλ’ αυτό δεν έχει σημασία. Σημασία έχουν όσα στη συνέχεια δέχθηκε η παραπάνω απόφαση.
 
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την απόφαση, η μη τήρηση των διατάξεων των σχετικών με τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και δη αναφορικά με τον χρόνο διεξαγωγής της (δηλαδή η κατάφωρη παραβίαση του νόμου) δεν επιφέρει οποιαδήποτε ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης αφού κάτι τέτοιο δεν ορίζεται στον νόμο.
 
Συνεπώς, ο πραγματογνώμων μπορεί να αθετεί τον νόμο χωρίς συνέπειες, να συντάσσει τις πραγματογνωμοσύνες του όποτε αυτός βρει ευκαιρία, χωρίς να υπόκειται σε περιορισμούς ή σε κανόνες και όποιο συμπέρασμα κι’ αν βγάλει (εφ’ όσον θεωρεί τον άρρωστο σαν υγιή, όπως εν προκειμένω) θεωρείται πειστικό και, μάλιστα, πιο πειστικό από οποιαδήποτε αντίθετη πραγματογνωμοσύνη πεπειραμένου συναδέλφου του ειδικού ιατροδικαστή.
 
Η απόφαση καταλήγει, ότι πρέπει ν’ απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου ως αβάσιμος.
 
Μετά από αυτά απορρίφθηκε και η γνωστοποίηση προς το δικαστήριο του γεγονότος, ότι ο νεαρός κατηγορούμενος είχε ελαττωμένο καταλογισμό, επειδή πάσχει από ψυχική νόσο (ψευδαισθήσεις - κατάθλιψη) που πιστοποιείται από δεκάδες επίσημα, δημόσια έγγραφα (ιατρικές πιστοποιήσεις, ψυχιατρικές βεβαιώσεις, νοσοκομειακές διαγνώσεις, κλινικές εξετάσεις, εργαστηριακές έρευνες, ιατρικές αποδείξεις λήψης δραστικών ψυχοφαρμάκων και άλλα επιστημονικά στοιχεία επίσημα και αδιάψευστα).
Σύμφωνα με τη δικαστική διαπίστωση, το δικαστήριο δεν κρίνει ότι κατά τον χρόνο διάπραξης των παρανόμων πράξεων βρισκόταν σε διατάραξη συνειδήσεως που επικαλείται, διότι κατά τον χρόνο εκείνο ο κατηγορούμενος είχε τη λειτουργικότητά του ως άτομο, οργάνωνε αποστολή ναρκωτικών από το εξωτερικό, μετέβη επί δίμηνο στο Περού το Θέρος του 2006 μαζί με τη φίλη του και εργαζόταν, γεγονότα που δεν θα συνέβαιναν εάν βρισκόταν σε νοσηρή διατάραξη της συνειδήσεως.
 
Και με αυτήν την απόφαση εξηγείται ο λόγος για τον οποίο ο αριθμός των ισοβιτών στις ελληνικές φυλακές με τις κατηγορίες της εμπορίας ναρκωτικών, του ιδιαίτερα επικίνδυνου κλπ., υπερβαίνει τα 1.200 άτομα, ενώ σε πολλές χώρες της ΕΕ δεν υπερβαίνει τους 100.
 
Στις ελληνικές φυλακές περισσότεροι από 6.500 άνθρωποι κρατούνται με την κατηγορία της εμπορίας ναρκωτικών, όταν ο αντίστοιχος αριθμός στη γειτονική Ιταλία με πληθυσμό 57 εκατομμυρίων ανέρχεται σε 120 μόνο άτομα. Και ο νοών, νοήτω…
 
Ε. Παπαδάκης
Your rating: None Average: 4.6 (10 votes)