Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου 2017


Το αλογάκι

ΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Το αλογάκι είναι αυτοφυές αναρριχητικό φυτό. Ας το πούμε άγριο γιασεμί. Αναρριχάται στα άγρια δέντρα τα στεφανώνει και τα στολίζει. Σκεπάζει τους βάτους και τους εξευμενίζει, τους μαλακώνει. Ανθίζει την Άνοιξη. Αρχές Ιουνίου είναι στα ντουζένια του. Απ’ ό, τι ξέρω δεν το τρώνε τα ζωντανά. Μάλλον θα πικρίζει. Δεν το έχω δοκιμάσει. Το τηράζαμε και το θαυμάζαμε όταν πηγαίναμε να κλέψουμε κεράσια σαπάνω στα τσουκνολάγκαδα. Δεν τυλίγεται ασφυκτικά στα δέντρα και δεν τα απομυζά όπως ο κισσός. Αναπτύσσει ελεύθερη σχέση με αυτά και συζεί αρμονικά μαζί τους. Τα καλλωπίζει, και τα κάνει να ξεχωρίζουν, να καμαρώνουν. Εκτός από τα σφεντάμια με τ’ αλογάκι στολίζαμε κάθε Ιούνιο στη γιορτή των εξετάσεων και τη θεατρική σκηνή του Δημοτικού σχολείου του χωριού τότε που έληγε το σχολικό έτος.
 
Συνειρμικά, όταν βλέπω από τότε το αλογάκι να ναρκισσεύεται, ο νους μου πάει αυτόματα σ’ αυτές τις  σχολικές γιορτές που δεν είναι εύκολο να τις ξεχάσει κανείς. Είναι βλέπεις η πρώτη επαφή με το θέατρο και την τέχνη που σε σφραγίζει ανεξίτηλα. Η πρώτη επαφή με το κοινό που καθηλώνει. Εκεί γεννιέται ο φόβος της απόρριψης που μας ταλανίζει μια ζωή.

Το δημοτικό σχολείο του χωριού μου, τηρουμένων των αναλογιών, είναι ένα πέτρινο επιβλητικό κτίριο σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλόγραμμου. Είχε οκτώ μεγάλα πράσινα παράθυρα. Τα έξι  βλέπουν Νοτιοανατολικά. Η σκεπή του ήταν από κόκκινα κεραμίδια. Αυτό και η μαρμάρινη εκκλησιά του χωριού με το επιβλητικό καμπαναριό, η  Υπαπαντή του Χριστού, και το ρολόι ήταν τα  σύμβολα του χωριού. Ήταν τα σημεία έλξης, αναφοράς και συγκέντρωσης. Στη μεγάλη πλατεία του σχολείου μεγαλώσαμε. Γίναμε ένα με το χώμα της. Τη γνωρίζουμε σπιθαμή προς σπιθαμή. Μαζευόμαστε πολλά παιδιά αλλά πάντα βρίσκαμε χώρο ν’ απλώσουμε πάνω της το πείσμα και την παιδική μας φαντασία που τα νότιζαν ο  αέρας και ο ιδρώτας του παιχνιδιού. Μπάλα με φούσκα γουρουνιού, κλίτσικας (ξυλίκι), γυαλένιες (γκαζάκια), κρυφτό, αμπάριζα κλπ. Εκείνο το κρυφτό με τις κοπελίτσες το σούρουπο που αργούσαμε να βγούμε γιατί χαϊδευόμαστε (τις μαραφουλάγαμε) δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Χτυποκάρδια πίσω από την πικροδάφνη.
 
Ακόμα και σήμερα βλέπω όνειρα με τις τσέπες μου γιομάτες γυαλένιες χρωματιστές ολοκαίνουργιες. Τον Χειμώνα η ζωή στο χωριό ήταν δύσκολη. Το πρωί  που πηγαίναμε στο σχολείο τσερμόναμε (τουρτουρίζαμε) μέχρι να μπούμε μέσα στις αίθουσες. Πάντα μετά το αμήν της προσευχής. Βαρυγκωμούσαμε πριν φτάσει το “δι’ ευχών”. Αντιδρούσαμε ίσως στο τρίπτυχο Πίστις Πατρίς Οικογένεια. Όλα τα παιδιά είμαστε συνεχώς πουντιασμένα. Γιατί να μην είμαστε; Γυρίζαμε όλη την ημέρα ξυπόλυτα μες στις λάσπες σαν τα γυφτάκια. «Έχε τα πόδια σου ζεστά την κεφαλή σου κρύα και την κοιλιά σου ελαφριά γιατρό μην έχεις χρεία». Αυτά λένε οι κανόνες υγιεινής. Εμείς όμως ζούσαμε με τους κανόνες της στέρησης και της ανέχειας.
 
Στο πανωκόρμι φορούσαμε πολλά συγκούνια (ζιλεδάκια) μιας και οι γιαγιάδες μας κυρίως μας  ντύνανε σαν τα κρεμμύδια. Ωστόσο οι  μύτες μας έτρεχαν ρογί. Εγώ όμως δεν θα ξεχάσω μια ψιλόλιγνη συμμαθήτριά μου, τη Βούλα, λεκανίδα τη λέγαμε. Η Βούλα φόραγε κάτι κοντές γαλότσες με χνούδι, όπως η πισσιλίνα του μουλαριού. Κομπώνανε στην πάντα πάνω στον αστράγαλο μ’ ένα γυαλιστερό κουμπί. Ήταν ταξική πρόκληση. Τι να κάνουμε; Είχε βλέπεις πατέρα δημόσιο υπάλληλο. Μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει, έπεφτε ο μισθός. Οι άλλοι, οι δικοί μας, μεροδούλι - μεροφάι. Γη ποτισμένη με ιδρώτα. Πληρώνανε στα νέα λάδια. Αφού γιομίζαν τα δεφτέρια με βερεσέδια και πανωγραψίματα.
  
Μέσα στην αίθουσα του σχολείου το κρύο έκοβε κάπως. Θέρμανση βέβαια δεν είχαμε. Ήμασταν συνηθισμένοι άλλωστε. Ούτως ή άλλως ούτε στα σπίτια είχαμε θέρμανση. Κοινώς ήμασταν παντός καιρού.

Στο δικό μου σπίτι καθόμασταν σε χαμηλά σκαμνιά γύρω από τη φωτογωνιά που καίγανε τα κούτσουρα και τα συδαυλίζαμε μέχρι να έρθει η ώρα για ύπνο. Θυμάμαι τον πατέρα μου να λέει «από μπροστά ζεστούμενος και από πίσω κρυούμενος». Η μαγειρική  ήταν σκεπασμένη με τίκλες και είχε δάπεδο από χώμα. Άμα έπιανε αναβόρι, γύριζε το νερό της βροχής προς τα πίσω και πέφτανε απάνω μας κάτι στάξες μισοκαδιάρικες. Όπου πέφτανε κάπνα και νερό μαζί αφήνανε στάμπα ανεξίτηλη (διάβαζε, τατουάζ). Πάντως δεν θυμάμαι να πετάξαμε ποτέ κανένα κουστούμι εγγλέζικο !!!.

Το χουζούρι μας ήταν το στρωμένο. Χωνόμαστε από νωρίς. Δεν είχε τηλεόραση. Είχε παραμύθια και όνειρα. Παιχνίδια και χωρατά καθώς κοιμόμασταν και τα τέσσερα παιδιά μαζί. Εκεί τη βρίσκαμε ανάμεσα σε αντρομίδες και μαλλιαρά σαΐσματα. Το στρωμένο ήταν ρούχα ριγμένα πάνω στο πάτωμα, “κεί στη γης”. Αυτό το λέγανε κρεβάτι. Ήταν το σαλόνι και η κρεβατοκάμαρα μαζί. Παραλλαγή της σαλονοτραπεζαρίας! Σε ελεύθερη μετάφραση. Δεν υπήρχε διαχωριστικό με ζαρντινιέρες ή κάτι άλλο. Μόνο η μαγειρική ξεχώριζε με τσατουμά (καλάμια και ασβέστη). Αλλά και στην κρεβατοκάμαρα, όταν έβρεχε, η σκεπή έσταζε. Βάζαμε κατσαρόλια και κάθε λογής  οικιακά σκεύη (ταψιά μπουγελάκια) για να μαζεύουμε το νερό της βροχής. Περιμένοντας τον Μορφέα, ακούγαμε μια ακανόνιστη χρονικώς ακολουθία από ήχους που βγάζανε οι ανισοβαρείς και άτακτες σταγόνες καθώς έπεφταν στα κατσαρόλια και  στα ταψιά. Ακούγαμε το γκλιν γκλαν γκλον. Με το ισοκράτημα της βροχής που έπεφτε δυνατά και ασταμάτητα χορεύοντας πάνω στις τίκλες και στους τσίγκους. Κλείναμε τα μάτια και κοιμόμασταν. Το σπίτι γίνονταν μουσική σκηνή. Ήταν η απαλή  μουσική που μας νανούριζε γλυκά. Ήταν ως πούμε το Τρίτο Πρόγραμμα !!!.

Με το πρώτο μου όνειρο ανέβαινα σε ένα καρουζέλ, όπως το είχα δει στα παραμύ-θια, και στροβιλιζόμουν στον αέρα πάνω στ’ αλογάκια μαζί με άλλα παιδάκια με αγγελικά  πρόσωπα, ντυμένα ζεστά, χαμογελαστά και ευτυχισμένα.  Το όνειρο αυτό σε διάφορες παραλλαγές το έβλεπα συχνά. Η αλεπού στον ύπνο της …

Το Καλοκαίρι κάποιος μάστορας (;) ανέβαινε στη σκεπή για να την παρασούρει. Έβγαζε τα άρβυλα και προσεχτικά μετακινούσε τις τίκλες και αντικαθιστούσε τα σπασμένα κεραμίδια.

Η ζωή μας στο σχολείο έπαιρνε άλλες διαστάσεις και ρυθμούς από το Μάη και ύστερα. Ο ζεστός ήλιος έμπαινε άπλετα από τα μεγάλα παράθυρα που δεν είχαν  κουρτίνες. Σχεδόν μας γλυκοκοίμιζε και ας διαφωνούσαν οι δάσκαλοι. Στη μέση ακριβώς του κτηρίου ήταν η είσοδος του σχολείου. Εκεί υπήρχε μια μεγάλη μαρμαρένια σκάλα με μεγάλα κεφαλόσκαλα. Δίπλα υπήρχαν παρτέρια με τριανταφυλλιές που τις φροντίζαμε και τις ποτίζαμε κάνοντας μαθήματα κηπουρικής. Στην αυλή του σχολείου υπήρχε ακόμα μια στέρνα, ένας ευκάλυπτος και  παραδίπλα μια κοροκυθιά, που έκανε μικρό  καρπό σαν στραγάλι με επένδυση σοκολάτα!! Τον καρπό της τον τρώγανε τα κουνάβια. Εμείς για να χορτάσουμε με δαύτον έπρεπε να φάμε τουλάχιστον δύο μπλευρά. Απλώς  ξεγελούσαμε την πείνα μας. Γι’ αυτό τα αφήναμε για τα κουνάβια, που τα ταράζανε αφού  είχαν γερά δόντια.  

Μ’ εκείνο που χορταίναμε όμως ήταν τα λούπινα, κύρια τροφή για τα γουρούνια. Με ένα γρόθο λούπινα και ένα κατσαρόλι νερό φούσκωνε «η τσουλιά μας και γινόταν  ασκούλι». Με συμπλήρωμα μια λαδωτή σφελίτσα ψωμί παίρναμε πλήρες γεύμα. Για αυτό, άμα πέφταμε σε τίποτα μποστάνια, ήμασταν φωτιά καλοκαιρινή. Τα τρώγαμε όλα ατσεράναγια (αγίνωτα).

Σε εκείνη τη μεγάλη σκάλα του σχολείου καθόμασταν πολλά παιδιά μαζί συνήθως τα καλοκαιρινά βράδια. Εκεί διασκεδάζαμε και μετά το γυμνάσιο μέχρι να γίνουμε αποδεκτοί στα καφενεία και να μας δώσουνε τράπουλα για καμία κολτσίνα και ξερή. Η πρέφα και το σκαμπίλι ήρθε πολύ αργότερα. Όπως λέγανε οι μεγαλύτεροι, «η πρέφα θέλει υπομονή και το σκαμπίλι τέχνη». Κειδα στην σκάλα μιλάγαμε με τις ώρες. Άλλοτε τραγουδάγαμε σουξέ της εποχής. Μαζί με τα πρώτα τσιγάρα πυροδοτούσαμε  και τις πρώτες  παιδικές μας σεξουαλικές  φαντασιώσεις: “Ρε συ  ξέρεις τι χρώμα βρακί φορά η Βούλα; Που το ξερεις ρε μαλάκα. Καθόταν στο σκαλούμι της Γιαννούλας και είχε τα πόδια της ανοιχτά. Ρε  μαλάκα εσύ η Βάσω τα θέλει είναι ζητημένη” …Και πάει λέγοντας με το φραστικό επιτραπέζιο σεξ που αργότερα γινόταν εργόχειρο. Δυστυχώς δεν είχαμε μάθημα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης. Μήπως έχουν σήμερα; Εκεί στο κεφαλόσκαλο φυλλομετρούσαμε τα όνειρα και τις επιθυμίες μας που τελικά δεν ικανοποιήθηκαν. Εκεί τα βράδια κάτω από τ’ αστέρια φανταζόμασταν και  πλάθαμε έναν άλλον κόσμο πιο φιλικό, πιο δίκαιο, πιο ανθρώπινο που τελικώς δεν τον είδαμε  ποτέ. Ξεστράτισε και μαζί του χάθηκε και η ελπίδα που την είχαμε καθημερινό προσφάι. “Δεν θα αλλάξει καμία κατάσταση γαμώ την πουτάνα μου;” Έλεγε ο κολλητός μου ο Λιάκος. “Που θα πάει δεν θα καταργηθεί η χαρταπιάνγκα” (πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων). Αυτή η αισχρή βεβαίωση της διεφθαρμένης αρχής ότι είσαι κατάλληλος για να εργαστείς.
Σήμερα καταργήθηκε; Μετάλλαξη έγινε. Πάντα η φράση είναι “δικός” μας έχει διαχρονική αξία. Βλέπε σήμερα πράσινα και γαλάζια παιδιά. Σήμερα οι νέοι διαγκωνίζονται για μια θέση στο Δημόσιο. Με την σφοδρή επιθυμία να πιάσουν μια δουλειά  στο Δημόσιο για να  κάθονται αντί για  να  δουλεύουν. Ό, τι χειρότερο για έναν νέο που λες και γεννήθηκε με κλιμακτήριο!!! Και δώστου κουβέντα στην κουβέντα  η σκέψη και η ματιά μας ανέβαινε το ανηφόρι και έφτανε ψηλά ίσαμε το νεφέλωμα του γαλαξία. Τον Ιορδάνη ποταμό, όπως τον λέγαμε, που διακρίνεται ιδιαίτερα έντονα στη Μάνη. Τι σπάνιο φαινόμενο και αυτό. Χωρίζει τον ουρανό λες και ήταν χωράφι.
  
Εκεί ψηλά απιθώναμε ατόφια τα όνειρά μας που γινόντουσαν μεγάλες χρωματιστές χαλκομανίες. Ακόμα και σήμερα, σε στιγμές φυγής ή χαλάρωσης, τις βλέπω. Το Καλοκαίρι κατεβαίνανε στο χωριό οι Αθηναίοι, οι ομογενείς ας πούμε. Όσοι κατάφεραν να φύγουν και να πάνε στην Αθήνα. Οι διαφορές μας ήταν ολοφάνερες.  Τα παιδιά τους φοράγανε παπούτσια “ελβιέλα” και άσπρα φανελάκια. Ήταν καθαρά. Μίλαγαν τη διάλεκτο της Αθήνας με το λι και το νι. Μια φαντασμένη θεία μου με διόρθωνε υποτιμητικά: “Φώτο, το καμπαναριό όχι το καμπαναρίο”. Μπροστά στους Αθηναίους μοιάζαμε τριτοκοσμικοί μες στην ξυπολησιά μας. Χαλάλι σε αυτά τα παιδιά των Αθηναίων γιατί φέρνανε μαζί τους και πραγματική μπάλα ποδοσφαίρου. Φοράγανε φανέλες με τον Υφαντή,  τον Δαρίβα, τον Νεστορίδη. Τύφλα να έχει το μουντιάλ όταν παίζαμε μπάλα. Μιας και δεν είχαμε δει ποτέ αυτοκίνητο αγωνιούσαμε και είχαμε την περιέργεια να μάθουμε από τους συνομηλίκους μας Αθηναίους, καθισμένοι στα σκαλούμια, πως είναι τα σπίτια στην Αθήνα; Εάν φοράγανε κάθε ημέρα παπούτσια ;
Πόσο τρέχουν τα αυτοκίνητα;
Πως ήταν οι κινηματογράφοι, τα γήπεδα, οι ομάδες  ;
Πως ήταν το τρένο; Ανέβηκε μια φορά στην Αθήνα η γριά Μαστραμπού, μπήκε στο γεμάτο τρένο και παραλόισε. Ρώταγε κάθε λίγο: “Που πάνε παιδάτσι μου τούτοι δα; Δουλειά δεν έχουνε;  Μπας σε καλό τους. Παραλοΐσανε και πάνε πέρα δώθε;”.

Στη μέση ακριβώς του σχολικού κτιρίου ήταν το γραφείο των δασκάλων. Το σχολείο ήταν διθέσιο. Η δεξιά αίθουσα για τα μικρά, πρώτη και δευτέρα, και η αριστερή για  τα μεγάλα. Τα μικρά τα είχε αναλάβει η Σταθούλα. Τη λέγανε χαριτολογώντας αλεπού Δεν είχε καμία σχέση με το ζώο. Αντίθετα είχε μέτρια αντίληψη, ήταν γενικώς άτομο της ήσσονος προσπάθειας με παντελή έλλειψη κύρους. Τη λέγανε αλεπού γιατί ο  πατέρας της έπιανε αλεπούδες και κουνάβια με το δόκανο και πούλαγε τα τομάρια τους. Όταν έλειπε ο δάσκαλος στην Καλαμάτα, τον οποίο ίσως φοβόμασταν, πάντως τον λογαριάζαμε, κάναμε ό, τι θέλαμε, είχαμε δηλαδή αλιπερδία. Η δασκάλα η καημένη για να επιβληθεί κυνηγούσε τον ανιψιό της τον κολλητό μου τον Λιάκο γύρω - γύρω από τα θρανία και πολλές φορές τον βάραινε αμπολαρητά με τον χάρακα. Εκείνος φυλαγόταν επιδέξια και την κορόιδευε. Γινόταν μεγάλο χάζι, όχι μάθημα.

Η μεσοτοιχία της αριστερής αίθουσας με το γραφείο των δασκάλων ήταν ξύλινη. Έπεφτε πίσω και γινόταν θεατρική σκηνή για τις ανάγκες των σχολικών  εορτών. Πόσα παιδάκια εκεί απάνω δεν είχαν συσταριστεί (σοκαριστεί) από ντροπή και φόβο όταν  ξέχναγαν τα ποιήματά τους. Από κάτω όλες αυτές οι παγωμένες φάτσες του Γαΐτη σε κοιτάνε απαιτητικά και ζητάγανε  να παίξεις τον ρόλο που δεν το διάλεξες. Τον ρόλο που σου δώσανε ή να πεις το ποίημα σου δυνατά με μπρίο χωρίς τρακ. Μιλάμε για πλήρη ένταξη στο σύστημα.  

Εάν προσθέσουμε και τις κεντημένες βέργες με τις οποίες μας χτύπαγαν οι δάσκαλοι , ή το τράβηγμα του αυτιού και τα σκαμπίλια, τότε το δημοτικό σχολείο ήταν αναμφίβολα γρανάζι – ιμάντας που μας προετοίμαζε για τον στρατό, τη δουλικότητα, τη χούντα. Το απαράδεκτο κοινό εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει περιπαικτικά τα παιδιά που τα έχαναν και την άλλη μέρα “εκτός σχολείου”: “Ρε Γιώργη το έμαθες το ποίημα ρε.  Για πέστο μας”...  “Άσα πέρα μωρέ”, έλεγε ενοχλημένος ο Γιώργης  .  

Αυτή τη σκηνή τη στολίζαμε γύρω - γύρω με αλογάκι σαν γιρλάντα και έτσι έπαιρνε χρώμα γιορτινό γαμήλιο. Γινότανε ένα με την άνοιξη, η οποία πλημμύριζε και την αίθουσα και παρέσερνε μαζί της, όπως το ποτάμι, τα ξερά φύλλα και  τα χελιδόνια. Τα χελιδόνια που μπαινόβγαιναν από τα μεγάλα παράθυρα τιτιβίζοντας στους ρυθμούς της Άνοιξης. Είχαν χτίσει χρόνια τη φωλιά τους στο υπόγειο του σχολείου. Τα περιμέναμε  κάθε χρόνο με ανυπομονησία. Αλλά ήμασταν επιφυλακτικοί. Μη σε γελάσει η μέλισσα και το χελιδονάκι, εάν δεν λαλήσει τζίτζικας δεν είναι καλοκαιράκι, έλεγε η γιαγιά μου η Θεοχάραινα. Την προηγουμένη της γιορτής των εξετάσεων ο δάσκαλος διάλεγε μερικά αγόρια και τους έδινε άδεια να πάνε να κόψουν αλογάκι και να το φέρουν φρέσκο στο σχολείο. Κινούσαμε μια ομάδα από αγόρια με τους σουγιάδες που είχαμε αγοράσει από τον πλανόδιο πωλητή τον Νικήτα στο πανηγύρι του Σωτήρος. Κάποιες φορές ερχόταν μαζί μας και καμιά τολμηρή κοπελίτσα. Με προφύλαξη πήγαινε από άλλη στράτα ή έκοβε παραγανιά . Άμα τύχαινε και μας βλέπανε οι μεγαλύτεροι σαπέρα στα λαχίδια μαζί με τις κοπελίτσες, διέδιδαν αμέσως πως κάναμε “κακά” πράματα. Οι γιαγιάδες μας, που λέγανε τις κοπελίτσες με τα μίνι τσολιάδες, αναρωτιόντουσαν με νόημα “τι δουλειά έχουνε τα άχιουρα με τη φωτία;” Το αλογάκι το παραδίδαμε στη δασκάλα.
Εκείνη με τα μεγαλύτερα κορίτσια το κρεμάγανε προσεκτικά μη μαδήσει γύρω - γύρω από τη σκηνή. Λες και βάζανε μεταξωτή μισίνα στον γαμπρό ή το στεφάνι στη νύφη.
Οι προετοιμασίες για τη γιορτή είχαν αρχίσει πολύ νωρίτερα. Ο δάσκαλος μοίραζε ποιήματα και ρόλους στα εθνικοπατριωτικά σκετς. Σίγουρα εφάρμοζε κοινωνικοπολιτικά κριτήρια για τα παιδιά γονέων δεύτερης κατηγορίας, που συμπαθούσαν τους ηττημένους. Ήταν λογικό. Τι δουλειά είχε ένας αριστερός στην αναπαράσταση των κρίσιμων εθνικών ιστορικών γεγονότων και θεμάτων; Αφού ο πατέρας του ήθελε το κακό του τόπου, κατά την αντίληψη των νικητών. Βούλγαρους μας ανεβάζανε, Ρώσους μας κατεβάζανε. Κακό πράγμα να αισθάνεσαι ξένος στον τόπο σου. Μικρότερα μας δέρνανε κιόλας. Οι μεγαλύτεροι, χάρη γούστου, μας πονούσαν πολύ στο κεφάλι με τα τσικρικόνια (δυνατό  χτύπημα με λυγισμένο τον δείκτη). Δυστυχώς δεν μας προστάτευαν πάντα οι δάσκαλοι, μεροληπτούσαν ή φοβόντουσαν. Αδιάφορο. Εμείς, τα μικρά στιγματισμένα παιδιά, ζούσαμε στο περιθώριο και κάναμε παρέα μεταξύ μας. Αυτό βέβαια δεν ίσχυε για τους συνομηλίκους μας.  Μ’ αυτούς ήμασταν πέρα από πολιτικές σκοπιμότητες. Ήμασταν κάθε ημέρα μαζί , παίζαμε, μαλώναμε, κυνηγούσαμε.    

Όταν πήγαινα στις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού, το Κυπριακό ήταν στο φόρτε του. Τα ραδιόφωνα (τέσσερα όλα και όλα στο χωριό), πριν τις ειδήσεις, έπαιζαν το τσαφάρι (φλογέρα), βαραίνανε τα τρογκάρια (κουδούνια) και από πίσω ακούγονταν σκέπασε  στερεότυπα καθημερινά: «Σκέπασε μάνα σκέπασε, γαλανομάτα κόρη, όπως εσκέπασες εμάς και τ’ άλλα τα παιδιά σου». Καραολής και Δημητρίου στην αγχόνη από τους αιμοσταγείς Άγγλους αποικιοκράτες και ο παπάς ο Μακάριος στο μπουντρούμι στις Σεϋχέλλες. Μετά μάθαμε πως οι Σεϋχέλλες δεν ήταν μπουντρούμι αλλά νησί. Ο δάσκαλος ήταν επιβλητικός και αυστηρός. Δεν γελούσε συχνά, αλλά δεν είχε την έξωθεν καλή μαρτυρία. Το παρατσούκλι ήταν τζόρκας. Έκανε όμως πολύ καλό μάθημα. Είχε μεταδοτικότητα και κύρος χωρίς να χρησιμοποιεί βία. Ο δάσκαλος, κάτω από αυτές τις συνθήκες, φυσικό ήταν το μεγαλύτερο κομμάτι της γιορτής να το καλύπτει με ποιήματα και σκετς εθνικοπατριωτικού περιεχομένου. Την ίδια περίοδο, μετά τον εμφύλιο, ο κομμουνιστικός μπαμπούλας ήταν έτοιμος να μας κατασπαράξει . Η ρωσική αρκούδα αγριεμένη έδειχνε νύχια και δόντια. Η «Ακρόπολις» η μόνη συμβατή και αποδεκτή εφημερίδα. Η ανάγνωση των «Νέων» δημόσια ήταν έσχατη προδοσία. Την «Αυγή» τη φέρνανε κρυφά στον κόρφο, κάτω από τα ρούχα. Εμείς όμως ως Έθνος απτόητοι στο ύψος μας !! Ο στρατός μας τραγουδούσε μεγαλόφωνα. Σόφια, Μόσχα είναι το όνειρό μας !!.   
Θυμάμαι ένα απλό παιδί του χωριού δεξιάς προέλευσης, που υπηρετούσε τη θητεία του στα ΣΕΜ (Μεταφορές) στο Γύθειο. Είχε κάνει το ακόλουθο σχόλιο: “Βρε παιδιά τι   Μόσχα και πράσινα άλογα; Αφού δεν έχουμε βενζίνα να πάμε από το Γύθειο στην Σπάρτη. Πως θα πάμε στη Μόσχα; Τι νταραβέρια είναι αυτά. Μας δουλεύουνε;” Εθνική παράνοια.

Την ημέρα της γιορτής ανέβαιναν πάνω στη σκηνή κάτι λιπόσαρκα ισχνά κοριτσά-κια με κάτι κατσακλήδες (γάμπες) σαν καλάμια και ήταν κατά περίπτωση ντυμένα στα μπλε. Στο στήθος τους διαγώνια τους καρφιτσώνανε άσπρες χάρτινες ταινίες που γράφανε με μεγάλα γράμματα ΚΥΠΡΟΣ, ΒΟΡΕΙΑ ΗΠΕΙΡΟΣ. Τα χέρια τους ήταν δεμένα μ’ αλυσίδα σαν εκείνο που φτιάχνανε το καπίστρι του μουλαριού . Πολλή σκλαβιά. Πολύ φόρτιση. Πολύ κλάμα.

Στην πρώτη σειρά των θεατών οι προεστοί και οι δημογέροντες !!! Πρόεδρος, παπάς, αγροφύλακας η ελίτ του χωριού. Είναι εκείνοι που διαχρονικά πιστεύουν ακράδαντα ότι η Ελλάδα είναι δική τους υπόθεση ή δικό τους τσιφλίκι. Από κοντά και οι νικητές του εμφύλιου. Ήταν κοινό μυστικό ότι πολλοί από αυτούς ήταν στυγνοί εγκληματίες, που σκότωσαν και γυναικόπαιδα ακόμα. Οι πληροφορίες διασταυρωμένες και από τις δύο παρατάξεις. Και όμως δεν ίδρωνε το αυτί τους. Ακόμα και παπάδες γίνανε γιατί  βγαίνανε στην ωραία πύλη με τα πολυποίκιλτα άμφια που τα σκεπάζανε όλα και πίνανε από το δισκοπότηρο το κρασί, που  κατά τας γραφάς είχε γίνει αίμα . Και όμως αυτοί οι παπάδες δίδασκαν στο κατηχητικό έκαναν εξομολόγηση … έκαναν .. έκαναν και άφησέ τα. Επιπλέον καμάρωναν στα καφενεία ως αντιπρόσωποι του Θεού επί της γης. Τους φυλάγανε και το χέρι πανάθεμά τους. Εγώ δεν τους λογάριαζα. Έφτασα να κλέψω λεφτά από την αγιαστούρα για να πατσίσω την οφειλόμενη αμοιβή μου.
 
Πάλι στη γιορτή όλα τα παιδιά λέγανε ποιήματα. Άλλες διακρίσεις έκανε ο δάσκαλος. Παδά θα κοντοσταθώ και θα κάμω μια παραγανιά. Για να εξηγήσω ότι η αναψηλάφηση της παιδικής μου ζωής είναι κάτι που με ηρεμεί και με συναρπάζει. Φέρνω στη μνήμη μου και αναπολώ όλα όσα έζησα τότε, συνδέοντας με το γράψιμο τις δύο άκρες της ζωής μου, τότε και σήμερα, που ήδη πλησιάζουν μεταξύ τους και τελικά θα συμπέσουν. Με το να χαϊδεύω τις μνήμες μου σχηματίζεται ένας νοητός προστατευτικός κύκλος που μέσα σ’ αυτόν νοιώθω πως δεν κινδυνεύω. Είμαι περισσότερο ασφαλής. Τότε πιάνω από το χέρι το ξυπόλυτο παιδί και προσπαθώ να του ζεστάνω τα χέρια. Είναι το παιδί που υπάρχει μέσα μου και με τσιγκλά διαρκώς. Είναι το παιδί που δίνει άλλη διάσταση στη ζωή μου. Μ’ αυτό το παιδί, που θέλει να ακούσω το ποίημα που απαγγέλλει, παίζω γυαλένιες στην πλάτσα του χωριού ή της εκκλησίας ή τρέχουμε μαζί σε καταπράσινα λαχίδια την Άνοιξη. Για να μαζέψουμε κόκολιες και να κολλήσουμε τον χαρταετό. Έτσι ζω μια τρυφερή γλυκιά ανακύκλωση, που αγνοεί τον χρόνο και μου επιτρέπει να βγαίνω με τσέρκουλο στους δρόμους.
 

Έπεται συνέχεια. 

ΦΑΠ

 

Your rating: None Average: 4.8 (10 votes)